Η ΕΣΔΑ στο εσωτερικό δίκαιο της Κύπρου

1350455526_normalγράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος

1. Η ΕΣΔΑ σε σχέση με το Εσωτερικό δίκαιο της Κύπρου

Η νομικη φύση της ΕΣΔΑ[1] είναι υβριδική , προκείτε για μια πολυμερή διεθνή σύμβαση , περιφερειακού και υπερεθνικού χαρακτήρα , που δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα στα κράτη μέρη, τόσο από πλευράς ουσιαστικού , όσο και δικονομικού δικαίου[2].

Παράλληλα αποτελεί την  πρώτη και αποτελεσματικότερη μέχρι σήμερα υλοποίηση σε περιφερειακό επίπεδο των Αρχών της οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948)[3]

Ο υβριδικός χαρακτήρας της Σύμβασης έγκειται στο γεγονός ότι κάθε κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να τηρεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο κείμενο εφόσον δεν έχει ασκήσει το περιορισμένο από την σύμβαση[4] δικαίωμα του για επιφύλαξη .

Επίσης οφείλετε στο γεγονός ότι πέρα από το γεγονός της πρωτοποριακής αναγνώρισης ορισμένων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων , θεσπίζει και έναν μηχανισμό προστασίας της συνθήκης ο οποίος αρχικά αποτελείτο από την επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[5] και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων[6]

Επίσης αυτό που ξεχωρίζει είναι οι « αντικειμενικού» χαρακτήρα υποχρεώσεις έναντι των αντισυμβαλλόμενων , αφού για να ενεργοποιηθούν , δεν χρειάζεται κάποιος εκ των αντισυμβαλλόμενων να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά[7], προκειμένου να καταγγείλει άλλο κράτος μέλος[8] για παραβίαση διατάξεών της Συνθήκης.

1.1 Το ΕΔΑΔ ως μέσο διεθνοποίησης του Κυπριακού Προβλήματος

To ΕΔΑΔ είχε την ευκαιρία να εξετάσει πολλές περιπτώσεις που αφορούσαν σε πρώτο στάδιο , διακρατικές προσφυγές της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον της Τουρκίας[9] ,και μετά το 1989 [10] σε ατομικό επίπεδο , η Αρχη έγινε με την Πολύκροτη υπόθεση Λοϊζίδου [11]στην οποία το ΕΔΑΔ έκρινε ότι «Το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Τουρκία, κρίνοντας ότι η ίδια είναι υπεύθυνη για τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις, ότι η σύσταση του ψευδοκράτους της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» δεν αίρει τη διεθνή ευθύνη της και ότι στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, αφού οι «απαλλοτριώσεις» των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων δεν έχουν καμία ισχύ και παραμένουν ιδιοκτήτες των περιουσιών αυτών τις οποίες εμποδίζονται να απολαύσουν»[12]η κυρία Λοϊζίδου τελικά αποζημιώθηκε με 1.116.000 Ευρώ στις 2.12.2003 για την αποστέρηση της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας της με βάση το Άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου και εκκρεμεί η εκτέλεση του δεύτερου σκέλους της απόφασης[13] σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία διατάσσεται να επιτρέψει στην Τιτίνα Λοϊζίδου να ασκεί με ακώλυτο τρόπο τα δικαιώματα της επί της περιουσίας της[14]  , αυτή η απόφαση άναψε το πράσινο φως , σε αυτούς που πίστευαν ότι το ΕΔΑΔ θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης προς την Τουρκία ούτος ώστε η τελευταία να πάψει να παραβιάζει τα ανθρώπινα Δικαιώματα των προσφύγων.

Το ΕΔΑΔ κατακλύστηκε κυριολεκτικά από ατομικές προσφυγές , περαιτέρω ως λογική συνέχεια η Κυπριακή Δημοκρατία σε μια τακτική κίνηση κατέθεσε την 4η Διακρατική προσφυγή εναντίον της Τουρκίας[15], που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη[16] της Τουρκιάς για σωρεία παραβιάσεων , και την διευκρίνιση του Δικαστηρίου ότι με δεδομένο τον συνολικό έλεγχο που ασκεί η Τουρκία στα κατεχόμενα εδάφη δεν καθίσταται υπεύθυνη για τις πράξεις των στρατιωτών της αλλά και για τις πράξεις των λεγόμενων «Αρχών» της ΤΔΒΚ, τελικά για πολιτικούς λόγους που σχετιζόταν με την διαπραγμάτευση του Σχεδίου Ανάν , η κυπριακή δημοκρατία δεν υπέβαλλε αίτημα για αποζημιώσεις και απέφυγε να ζητήσει με έντονο τρόπο από το Συμβούλιο Υπουργών του ΣτΕ  την εκτέλεση της Απόφασης[17].

Η Τουρκία αντιδρώντας ψύχραιμα την ώρα που στις Τάξεις των ελληνοκυπρίων επικρατούσε φρενίτιδα ενθουσιασμού , βασιζόμενη σε όσα χαρακτηριστικά αναφέρονταν στην παράγραφο 101,102,194 της απόφασης για την 4η  Διακρατική προσφυγή[18] προχώρησε δια μέσου της λεγόμενης κυβέρνησης της ΤΔΒΚ στην θέσπιση νόμου για την δημιουργεί της λεγόμενης Επιτροπής Αποζημιώσεων, που θα εξέταζε αιτήσεις αναφορικά με τις ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα.

Στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη[19]το ΕΔΑΔ έκρινε ότι Το ΕΔΑΔ έκρινε ομόφωνα, συμπεριλαμβανομένης της ψήφου του Τούρκου Δικαστή, ότι η Επιτροπή αυτή δεν συνιστούσε «επαρκές» και «αποτελεσματικό» εσωτερικό ένδικο μέσο και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείτο η εξάντλησή του. Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή δεν αναγνωρίσθηκε ως τέτοιας ποιότητας, ώστε να ανταποκρίνεται στις επιταγές της Σύμβασης, ήταν αρκετοί, με κυριότερο το γεγονός ότι ο σκοπός της ήταν η καταβολή αποζημίωσης για την «απαλλοτρίωση» των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων, χωρίς να έχει την αρμοδιότητα αποκατάστασης περιουσιών.

Ωστόσο, το ΕΔΑΔ, στην απόφασή του εντοπίζει τα συγκεκριμένα στοιχεία που δεν του επιτρέπουν να της «απονείμει το χρίσμα» του επαρκούς και αποτελεσματικού εσωτερικού ενδίκου μέσου, ενώ, με έμμεσο τρόπο, προτείνει και τις αναγκαίες τροποποιήσεις στη σύνθεση, λειτουργία και αρμοδιότητά της[20].

Επιπλέον το ΕΔΑΔ βαφτίζοντας ως πιλότο την απόφαση Ξενίδη-Αρέστη ,θέτει σε εφαρμογή την καινούρια πρακτική των  «πιλοτικών αποφάσεων».

Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή τα κράτη μέλη καλούνται να προσδώσουν αναδρομική ισχύ στα εσωτερικά ένδικα μέσα προστασίας , προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα ικανοποίησης και σε εκείνους οι οποίοι έχουν ήδη καταθέσει προσφυγές στο Στρασβούργο.

Σε περίπτωση, το ΕΔΑΔ κρίνει το συσταθέν ένδικο μέσο ως αποτελεσματικό  «παγώνει την εξέταση» των εν λόγω προσφυγών, αναμένοντας την ικανοποίηση των ενδιαφερομένων στο πλαίσιο της «εσωτερικής» έννομης τάξης και σε τέτοια περίπτωση η προσφυγή διαγράφεται.

Τον Μάρτιο του 2008 το ΕΔΑΔ επιλέγει την Υπόθεση Δημόπουλος[21] μαζί με άλλες 8 υποθέσεις που δεν είχαν περάσει το στάδιο του παραδεκτού της προσφυγής, και τους δίνει τον χαρακτήρα κριτηρίου έλεγχου της λεγόμενης «Επιτροπής», χωρίς να λάβει υπόψη του  το γεγονός ότι κανένας από τους προσφεύγοντες δεν είχε καταφύγει ενώπιων της.

Το ΕΔΑΔ είχε υποβάλει δύο ερωτήματα ζητώντας από τους διαδίκους να καταθέσουν τις θέσεις τους το πρώτο ερώτημα ήταν εάν με Δεδομένη την  νομοθεσία για την Επιτροπή στα κατεχόμενα, κατά πόσο είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα σε αυτές τις υποθέσεις και το δεύτερο ερώτημα ήταν εάν  η συνεχής άρνηση της πρόσβασης και της χρήσης της κατοικίας και της περιουσίας των προσφευγόντων καθώς και η συνεπακόλουθη απώλεια κάθε ελέγχου επ’ αυτών συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου από μόνα τους ή σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης. Η υπόθεση είχε παραπεμφθεί και με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκικής κυβέρνησης για ακρόαση ενώπιον του τμήματος ευρείας σύνθεσης του ΕΔΑΔ[22].

Στις 18 Νοεμβρίου του 2009 οι διάδικοι κατέρχονται σε ακρόαση η Κυπριακή δημοκρατία προβάλει την θέση της παρανομίας οποιουδήποτε ένδικου μέσου συσταθεί από την λεγόμενη «κυβέρνηση» της ΤΔΒΚ , επιλέγοντας να έρθει σε άμεση ρήξη με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ η οποία προτρέπει και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συστήνουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα , προκειμένου να επανορθώσουν τις βλάβες που προκαλούνται από την εκ μέρους τους παραβίαση των διατάξεων της συνθήκης.

Τελικά αυτή η επιλογή είχε τραγικά αποτελέσματα , το ΕΔΑΔ απορρίπτει το επιχείρημα ότι η εξάντληση των «ενδίκων μέσων» της ΤΔΒΚ νομιμοποιεί την παράνομη κατοχή και επικαλούμενο την εδραιωμένη νομολογία του παραμένει «στην πάγια θέση του πως το να επιτραπεί στο Καθ’ ου Κράτος να διορθώσει τα λάθη που του αποδίδονται δεν συνεπάγεται έμμεση νομιμοποίηση ενός παράνομου καθεστώτος κάτω από το διεθνές δίκαιο[23]» ενώ στην παράγραφο 111 της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι «Με την πάροδο του χρόνου το δικαίωμα που δίδει ο τίτλος ιδιοκτησίας εξασθενεί» ενώ στην παράγραφο 118 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι « δεν θα ήταν λογικό να διαταχτεί η επιστροφή μίας περιουσίας στον ιδιοκτήτη της χωρίς να ληφθεί υπόψη για ποιο σκοπό χρησιμοποιείτε πλέον η περιουσία».

Επίσης το ΕΔΑΔ Στην παράγραφο 85 το Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν μπορεί να αγνοήσει τις πολιτικές πραγματικότητες ενός προβλήματος που θα έπρεπε να λυθεί πολιτικά και όχι νομικά, δεν είναι καθόλου πειστικός ο συλλογισμός του ΕΔΔΑ (μόλις μία παράγραφος, §120) σχετικά με την αμεροληψία  της λεγόμενης «Επιτροπής.» επισημαίνει ότι τα δύο από τα μέλη της πρέπει υποχρεωτικά να προέρχονται από χώρες εκτός της Ελλάδας, Τουρκίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Τουρκίας και ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν την παντελή  απουσία αμεροληψίας της Επιτροπής.

Το όλο σκεπτικό της απόφασης βασίζεται στην αρχή του ΔΔ γνωστή και ως «αρχή της Ναμίμπια» η οποία επιτρέπει στις κατοχικές αρχές μιας χώρας ,να λαμβάνουν όλα εκείνα τα διοικητικά ,νομοθετικά ,και δικαστικά μέτρα που είναι απαραίτητα προκειμένου να διατηρηθεί η Δημόσια τάξη , χωρίς αυτό να αποτελεί έμμεση αναγνώριση των συγκεκριμένων οργάνων[24].

 

Εν πάση περίπτωση με την Δημόπουλος έκλεισε ένας κύκλος στον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία επεχείρησε δια μέσου του ΕΔΑΔ να εκθέσει την Τουρκία στην Διεθνή Κοινότητα ως άμεσα υπεύθυνη για την ύπαρξη του Κυπριακού προβλήματος ,ανεξαρτήτως εάν μας αρέσει ή όχι ,αυτή υπήρξε η απόφαση του ΕΔΑΔ και πλέον είναι μια πραγματικότητα την οποία πρέπει να αποδεχτούμε

 

 

1.2 Η εποχή μετά την απόφαση Δημόπουλος

Η απόφαση Δημόπουλος έτυχε σφοδρής κριτικής[25] τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό , η προσωπική μας άποψη είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμα από την 4η Διακρατική προσφυγή όταν το ΕΔΑΔ προέτρεπε και υποχρέωνε την Τουρκία να συστήσει στα κατεχόμενα , αποτελεσματικά ένδικα μέσα ικανά να παρέχουν αποτελεσματική θεραπεία , αυτό θα έπρεπε να ταρακουνήσει την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά ακόμα και αργότερα στην Ξενίδη – Αρέστη όπου στην ουσία το ΕΔΑΔ εμμέσως πλην σαφώς καθοδηγούσε την Τουρκία για το ποιες προϋποθέσεις θα έπρεπε να πληροί η λεγόμενη «Επιτροπή» ούτος ώστε να χαρακτηριστεί αποτελεσματικό ένδικο μέσο, θα έπρεπε να κινητοποιήσει την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ο πρώην Δικαστής του ΕΔΑΔ Χρ. Ροζακής αναφέρει χαρακτηριστικά “Αν συγκρίνετε την υπόθεση Λοϊζίδου με την τρέχουσα, θα διαπιστώσετε ότι στην πρώτη περίπτωση το κύριο αντικείμενο της διεκδίκησης δεν ήταν η επιστροφή του περιουσιακού στοιχείου, αλλά η αδυναμία πρόσβασης σε αυτό. Το δικαστήριο έδωσε αποζημίωση όχι για το περιουσιακό στοιχείο καθεαυτό, αλλά για την απώλεια των δυνατοτήτων πρόσβασης και απόλαυσης. Στη διάρκεια των χρόνων, υπήρξε θα έλεγα ένα “γλίστρημα” προς την κατεύθυνση του ίδιου του περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή της διεκδίκησης της κυριότητας. Αυτό είναι ένα σφάλμα, το οποίο έγινε και από την πλευρά των προσφευγόντων, και το οποίο εκμεταλλεύτηκε η τουρκική πλευρά”[26].

Κατά την άποψη μας η διαρκής εμμονή της πλευράς μας γύρω από το περιουσιακό θέμα , έδωσε στην ουσία την εντύπωση ότι το Κυπριακό είναι θέμα «τιμής» δηλαδή η Τουρκία εφόσον πληρώσει για την κατοχή των περιουσιών μας όλα καλώς , ενώ από κάποια φάση και πέρα πιστέψαμε ότι θα ήταν δυνατή και η επαναδιεκδικηση της κυριότητας των περιουσιών.

Αυτή η επιλογή θα τολμούσα να πω ότι ήταν ατυχέστατη αντί να επιλέγει να προβληθούν αποφάσεις όπως η Βαρνάβα[27] που αφορά αγνοουμένους που εξαφανίσθηκαν, μετά από την κατάπαυση του πυρός και το θέμα έχει τεράστιο ενδιαφέρον από νομικής πλευράς, διότι μόλις το 2008 κατάφερε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μετά από 18 χρόνια να εκδώσει απόφαση η οποία τελικά ήταν καταδικαστική για την Τουρκία , ή θα μπορούσε να προβληθεί η καταδίκη της Τουρκίας στην 4η Διακρατική για παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ , όπου κρίθηκε ότι η παράλειψη της να ενημερώσει τους συγγενείς των αγνοούμενων για την τύχη των προσφιλών τους προσώπων συνιστούσε απάνθρωπη μεταχείριση[28].

2.1 Η εισχώρηση της ΕΣΔΑ στην Εσωτερική Έννομη τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Η εισχώρηση της ΕΣΔΑ στην Κυπριακή έννομη Τάξη είναι διττή , για τον εξής λόγο , το σύνταγμα της κυπριακής Δημοκρατίας συντάχτηκε το 1960, η συντάκτες του επηρεασμένοι από το κλίμα της εποχής έχοντας ως πρότυπο την ΕΣΔΑ , κατοχύρωσαν τα κυριότερα δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ στο μέρος ΙΙ του Συντάγματος (Άρθρα 6-35)  , επιπλέον όλη η Συνθήκη και το Πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο επικυρώθηκαν με τον κυρωτικό νόμο «Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωτικός) Νόμος» Ν.39/(ιιι)/1962, ο οποίος με βάση το Άρθρο 169.3 ως κυρωτικός Διεθνούς Συνθήκης Νόμος έχει αυξημένη Τυπική Ισχύ .

Αρκετές φορές λόγω της εσωτερικής έννομης Τάξης η εφαρμογή της ΕΣΔΑ καθίσταται προβληματική είτε λόγο των Συνταγματικών διατάξεων όπως συνέβη στην υπόθεση Egmez [29] όπου είχαμε καταδίκη της Κύπρου λόγο παράλειψη του Γενικού Εισαγγελέα να διεξαγάγει τη δέουσα έρευνα προκειμένου  να ερευνηθεί η υπόθεση κακοποίησης υπόπτου και ποινικής δίωξης των υπευθύνων αστυνομικών, πάρα το γεγονός ότι το σύνταγμα δίνει  αυτήν την ευχέρεια στον Γενικό εισαγγελέα[30] .

Στην υπόθεση Rantsev[31] παρά το γεγονός ότι οι Αστυνομικές αρχές εφάρμοσαν τον τότε ισχύοντα νόμο , η Κυπριακή δημοκρατία καταδικάστηκε για παραβίαση των Άρθρων 2,3,4,5 της ΕΣΔΑ , από όσα είμαι σε θέση να γνωρίζω είναι από τις λίγες φορές που κράτος παραπέμπεται για παραβίαση του Άρθρου 4[32]η μοναδική φορά που κράτος καταδικάζεται για παραβίαση του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ που απαγορεύει την δουλεία.

Με όσα είδαμε λοιπόν καταδεικνύετε ότι παρά το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει είτε συνταγματική είτε νομοθετική κάλυψη , σε περιπτώσεις που παραβιάζονται διατάξεις της ΕΣΔΑ αυτό όμως δεν μειώνει σε τίποτα την ευθύνη που υπέχει η Δημοκρατία ενώπιων του ΕΔΑΔ.

2.1.2 Η Έμμεση Εισχώρηση στο Κυπριακό Σύνταγμα

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο μέρος ΙΙ του Συντάγματος (Άρθρα 6-35) κατοχυρώνονται τα θεμελιώδη δικαιώματα με πρότυπο την ΕΣΔΑ , ως αποτέλεσμα της ρητής πρόνοιας του Άρθρου 5 της Συνθήκης εγκαθίδρυσης.

Αποτελεί νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι Συνταγματικές διατάξεις οι οποίες πηγάζουν από Διεθνείς συνθήκες ερμηνεύονται σύμφωνα με τον τρόπο που τυγχάνουν ερμηνείας από τα καθ ύλη Διεθνή δικαιοδοτικά όργανα που έχουν το καθήκον ερμηνείας και εφαρμογής  των συγκεκριμένων διατάξεων των συνθηκών[33].

Το Κυπριακό Σύνταγμα από ότι αναφέρεται στα άρθρα 6,146,139 , υιοθετεί την οργανική θεωρία, αφού τα συγκεκριμένα άρθρα αναφέρονται σε όργανα και αρχές της Δημοκρατίας, ο Όρος «όργανα και αρχές» έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Dr. Fuat celaledin a.o v. The Republic[34] από το τότε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο απεφάνθη ότι οι λέξεις όργανα ή  αρχές σύμφωνα με το Άρθρο 139 έχουν την έννοια «συγκεκριμένων θεσμικών δημιουργημάτων που έχουν τα χαρακτηριστικά ξεχωριστών και συγκεκριμένων οργάνων της κυβέρνησης και τα οποία λειτουργούν για και εκ μέρους της Δημοκρατίας της Κύπρου , της οποίας είναι όργανα και αρχές με την συνήθη έννοια του όρου».

Σε αυτές τις Αρχές (νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές) λοιπόν με το Άρθρο 35 του Συντάγματος επιβάλλεται η θετική υποχρέωση[35] να διασφαλίζουν η κάθε μία εντός των ορίων της τα από το Μέρος ΙΙ προστατευόμενα δικαιώματα  χωρίς καμία απόκλιση[36], η ανάγνωση του Άρθρου 35 πρέπει να γίνεται σε συνδυασμό με το Άρθρο 34, το οποίο στερεί στον οποιοδήποτε  την ελευθερία να υπονομεύει ή καταργήσει οποιαδήποτε από τα δικαιώματα και της , που κατοχυρώνονται από το μέρος ΙΙ . Στην ιστορική υπόθεση Georgiades[37]κρίθηκε ότι η ενδεχόμενη αναγνώριση διακριτικής ευχέρειας στα δικαστήρια να κάνουν αποδεκτή μαρτυρία που λήφθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, ήταν αντίθετη με το Άρθρο 34 , όσο και το Άρθρο 35 που επιβάλει θετική υποχρέωση σε όλες της Αρχές της Πολιτείας , να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ , του Συντάγματος[38]

Το Σύνταγμα εγγυάται αυτά τα δικαιώματα σε κάθε άτομο χωρίς καμία δυσμενή διάκριση ,άμεσης ή έμμεσης ,λόγω θρησκείας , φύλου, γλώσσας , πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων , εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, εκτός των περιπτώσεων που η ίδια η συνταγματική διάταξη θεσπίζει περιορισμούς όπως για παράδειγμα το Άρθρο 14 που προβλέπει ότι το δικαίωμα εισόδου στην δημοκρατία και η απαγόρευση έκδοσης ισχύει μόνο για τους πολίτες της Δημοκρατίας[39].

Τα εκ του  συντάγματος  προστατευόμενα δικαιώματα , όπως και η πρωτογενής και δευτερογενής νομοθεσία που πηγάζει εκ του συντάγματος πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτερη έννοια από εκείνη που εγγυάται το κείμενο τους, ενώ η αμφιβολία ως προς την ερμηνεία πρέπει να είναι οδηγεί σε ερμηνεία υπέρ του πολίτη[40].

2.2 Ο Κυρωτικός Νόμος 39/62

Με τον κυρωτικό νόμο εισέρχονται στην κυπριακή έννομη τάξη όλες οι διατάξεις της σύμβασης οι οποίες  δεν έχουν μεταφερθεί στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος , οι διατάξεις αυτές έχουν αυξημένη ισχύ έναντι των ημεδαπών νόμων , με βάση το Άρθρο 169.3 , κάτι που αναφέρθηκε και στην υπόθεση Isaac Mizrahi[41].

H σύμβαση προστατεύει τα άτομα από αυθαιρεσία και κατάχρηση εκ μέρους της πολιτείας και των οργάνων της[42].

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι είναι σπάνιο το γεγονός να γίνεται επίκληση των  διατάξεων του εν λόγο νόμου , εξαιτίας του γεγονότος ότι , προτιμάται τόσο από τους δικηγόρους όσο και από τους δικαστές η επίκληση των ανάλογων Συνταγματικών διατάξεων , είτε της ίδιας της ΕΣΔΑ.

2.2.2 Η εισχώρηση της νομολογίας του ΕΔΑΔ ,  στην κυπριακή Νομολογία

Σε αυτό το τμήμα της Εργασίας θα ασχοληθούμε με την Νομολογία του Ανώτατου όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος που πηγάζουν από την ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλα αυτής , για λογούς έκτασης της εργασίας δεν μπορούμε να αναλύσουμε διεξοδικά την εφαρμογή της Σύμβασης γενικότερα από τα κυπριακά Δικαστήρια και ιδιαίτερα από το Ανώτατο Δικαστήρια , για τον λόγο αυτό θα αναφερθούν οι πιο γνωστές αποφάσεις , στις οποίες έγινε εφαρμογή της Νομολογίας του ΕΔΑΔ , αλλά και σε αυτές κατά τις οποίες το ΑΔ προχώρησε και ένα βήμα παραπέρα καθιερώνοντας υπέρτερη προστασία του Δικαιώματος από αυτήν του ΕΔΑΔ.

Όπως αναφέρει[43] και ο Πρώην Δικαστής του ΕΔΑΔ, και του Ανωτάτου, Α. Λοΐζου «όχι μόνο η Σύμβαση στην ουσία ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα , αλλά και τα κυπριακά δικαστήρια αναφέρονται στην νομολογία των οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης , ως βοήθημα στην ερμηνεία των αντίστοιχων Άρθρων του Συντάγματος».

Η εισχώρηση της Νομολογίας του ΕΔΑΔ , στην κυπριακή νομολογία θα τολμούσαμε να πούμε ότι υπήρξε αρκούντως ικανοποιητική.

Όπως λέχτηκε στην υπόθεση Varnavas [44] «Είναι γνωστό ότι αποτελεί νομολογιακή Αρχη , ότι Συνταγματικές διατάξεις που προέρχονται από διεθνείς Συνθήκες ερμηνεύονται σύμφωνα με την Νομολογία των δικαιοδοτικών γανών που έχουν την καθ΄υλη αρμοδιότητα της ερμηνείας των συνθηκών αυτών».

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι η ΕΣΔΑ καθορίζει την ελάχιστη προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων , την οποία οφείλουν να παρέχουν οι Αρχές και τα Όργανα , μιας Πολιτείας .

Όπως απεφασίσθη στην υπόθεση Fina[45] «Τα εκ του  συντάγματος  προστατευόμενα δικαιώματα , όπως και η πρωτογενής και δευτερογενής νομοθεσία που πηγάζει εκ του συντάγματος πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτερη έννοια από εκείνη που εγγυάται το κείμενο τους, ενώ η αμφιβολία ως προς την ερμηνεία πρέπει να είναι οδηγεί σε ερμηνεία υπέρ του πολίτη».

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο  μέχρι την υπόθεση Georgiades [46] , δεχόταν ότι η σύμβαση προστατεύει το Άτομο μόνο από την επέμβαση των Αρχών της πολιτείας[47].

Στην Georgiades  απεφασίσθη ότι οι Συνταγματικές διατάξεις προστατεύουν το Άτομο οποθενδήποτε και αν προέρχεται η επέμβαση είτε από  το κράτος είτε από ιδιώτη , με την συγκεκριμένη απόφαση επίσης διαχωρίστηκαν οι περιπτώσεις λήψης Μαρτυρίας κατά παράβαση Συνταγματικής διάταξης ή κατά Παράβαση Νομοθετικής Διάταξης , στην ίδια υπόθεση λέχτηκε ότι δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια το Δικαστηρίου να δεχθεί , κατά παράβαση του Συντάγματος ,επέμβαση σε Συνταγματικό Δικαίωμα  προκειμένου να προστατεύσει υπέρτερο Συνταγματικό δικαίωμα , έτσι βλέπουμε ότι τόσο οι αρχές του Ηπειρώτικου δικαίου , όσο και του Κοινοδικαίου που δικαιολογούν την επέμβαση , στις περιπτώσεις που προέχει η προστασία υπέρτερου δικαιώματος δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη Κυπριακή Νομολογία[48].

Στην υπόθεση Γιάλλουρος[49] είχαμε από το Ανώτατο την Αποδοχή της «Τριτενεργειας» των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ΙΙ Μέρους του Συντάγματος , δηλαδή ότι οι Συνταγματικές διατάξεις μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης ακόμη και στα πλαίσια ιδιωτικής διαφοράς , έτσι είχαμε την επικύρωση αποζημιώσεων που είχε επιδικάσει πρωτόδικο δικαστήριο σε ιδιώτη για παραβίαση Συνταγματικών του δικαιωμάτων από άλλο ιδιώτη.

Στην υπόθεση Andronicou[50]  η οποία κατέληξε στο Ε.Δ.Α.Δ κρίθηκε (σημειώνεται ότι ο Κύπριος Δικαστής ψήφισε υπέρ της Καταδίκης της Κυπριακής Δημοκρατίας) , κρίθηκε ότι η από Αστυνομικά όργανα ασκηθείσα βία, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο θύτη και θύματος δεν υπερέβη το επιτρεπόμενο όριο σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης και δεν συνιστούσε παραβίαση, του από το Άρθρο 2 προστατευόμενου[51]  δικαιώματος στην Ζωή.

Στην Υπόθεση Kantara[52] κρίθηκε ότι η αυτόματη επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης 5% με βάση τον περί εισπράξεως Φόρων Νόμο του 1962 ,  δεν συνιστά του προστατευόμενου από το Άρθρο 3[53] δικαιώματος στην , μη υποβολή σε απάνθρωπη μεταχείριση και βασανιστήρια.

Σε σχέση με το Άρθρο 10 του Συντάγματος  που αντιστοιχεί στο Άρθρο 4 της Συνθήκης και δημιουργεί ,θετική υποχρέωση στα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν μέτρα για την  απαγόρευση της Δουλείας[54] , το Ανώτατο στην Υπόθεση Μichael Andreou Pitsilides a.o[55], κρίθηκε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και λόγοι συνειδήσεως δεν ήσαν «εύλογη αιτία» , αν ο νόμος δεν τους απάλλασσε άλλως πως από την ποινική ευθύνη λόγω μη κατάταξης στην Εθνική Φρουρά. Στην υπόθεση Σύνδεσμος Αστυνομίας Κύπρου [56]κρίθηκε ότι η παράταση της Υπηρεσίας των λοχιών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου[57], κρίθηκε ότι δεν είναι εκτέλεση αναγκαστικής  ή υποχρεωτικής εργασίας με την έννοια του Άρθρου 10.2[58] του Συντάγματος .

Το Άρθρο 11 του Συντάγματος αντιστοιχεί στο Άρθρο 5 της Σύμβασης που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε ατόμου για ελευθερία προσωπική ασφάλεια, εκτός των εξαιρέσεων που προβλέπει το ίδιο το Άρθρο στην δεύτερη παράγραφο του  και σύμφωνα με την διαδικασία που ορίζεται σε αυτό . Όπως ελέχθη στην υπόθεση Σάββα Νικηφόρου Ηλία[59] «είναι θεμελιώδους σημασίας και με δεδομένη την ευθύνη των Αρχών να λογοδοτούν για τα άτομα που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο τους. Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη»

Το Άρθρο 12 του Συντάγματος αντιστοιχεί στο Άρθρο 7 της Σύμβασης κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κατηγορουμένου σε ποινική δίκη[60] , εδώ θα πρέπει να ,οι βασικές αρχές που καθιερώνει αυτό το άρθρο παρέχουν υπέρτερη προστασία , γιατί κανένας δεν μπορεί να καταδικαστεί για αδίκημα το οποίο κατά την στιγμή τέλεσης του , δεν ήταν ποινικά κολάσιμο την στιγμή της τέλεσης του κατά το ημεδαπό  , έτσι λοιπόν ακόμα και αν η συγκεκριμένη πράξη θεωρούταν έγκλημα κατά το Διεθνές Δίκαιο ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 7 θα μπορούσε[61].

Σύμφωνα με την νομολογία του Ανώτατου στην υπόθεση Georgiades [62]η αρχή nullum crimen nulla poena sine legge , δεν τυγχάνει εφαρμογής σε πειθαρχικά παραπτώματα , διότι αυτά δεν θεωρούνται αδικήματα. Στην Raftis[63]  απεφασίσθη ότι «Ποινή» συνιστούν οι αποφάσεις , οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των ελευθεριών του Ατόμου. Στην υπόθεση Κυριακίδης [64] κρίθηκε ότι η αρχή  non bis in indem[65] , τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια του Άρθρου 12 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Hadjigianni[66] κρίθηκε ότι ποινική διάταξη που προέβλεπε την επιβολή σοβαρής ποινής , σε όλες της περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος παραβίαζε την αρχή της μη επιβολής δυσανάλογης ποινής σε σχέση με το αδίκημα , που επιβάλει το Άρθρο 12. Το τεκμήριο Αθωότητας που καθιερώνει το Άρθρο 12.4 στην αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατιας ν. Βουλής Αντιπροσώπων [67] κρίθηκε ότι εμπερικλείει το δικαίωμα στην μη αυτοενοχοποίηση.

To από το Άρθρο 13 του Συντάγματος δικαίωμα στην ελεύθερη διακίνηση και διαμονή, προστατεύεται από το 4ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (Άρθρο 1.2, 1.3), στην υπόθεση Mamas ellia[68], κρίθηκε ότι η εκ περιτροπής κυκλοφορία οχημάτων με μόνους ή ζυγούς Αριθμούς εγγραφής, ήταν αντισυνταγματική καθώς περιόριζε το δικαίωμα στην ελεύθερη διακίνηση.

Το Άρθρο 14 όπως αναφέραμε ήδη[69] αφορά το δικαίωμα εισόδου των πολιτών της Δημοκρατιας στο έδαφος της , και την απαγόρευση εξορίας τους . Στην Aframis[70] κρίθηκε ότι «εξορία» σημαίνει την υποχρεωτική εκδίωξη ενός πολίτη από το έδαφος της Δημοκρατιας, και ως επακόλουθο η έκδοση φυγόδικου δεν αποτελεί εξορία με την έννοια του Άρθρου 14.

Το Άρθρο 15 του Συντάγματος ,προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή , η Σύμβαση προστατεύει το συγκεκριμένο δικαίωμα μαζί με το Άσυλο της κατοικίας,  και το απόρρητο της Αλληλογραφίας στο Άρθρο 8 , αντίθετα στο Σύνταγμα τα συγκεκριμένα Άρθρα προστατεύονται με 3 διαφορετικά Άρθρα[71].Στην Γνωμάτευση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων [72]κρίθηκε ότι τα περιουσιακά στοιχειά του ατόμου αποτελούν μέρος της ιδιωτικής του ζωής και ότι η αποκάλυψη και ο έλεγχος τους τον οποίο προβλέπει ο υπό κρίση νόμος συνιστούν επέμβαση στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Στην Αστυνομία ν. Γιάλλουρου[73],κρίθηκε ότι η μαγνητοφώνηση τηλεφωνικών συνομιλιών συνιστά παραβίαση τόσο του Δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή , όσο και του από το Άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευομένου δικαιώματος του απόρρητου της επικοινωνίας. Στην Enotiades[74]κρίθηκε ότι η εμπορική δραστηριότητα δε συνιστά μέρος της Ιδιωτικής Ζωής.

Η Από το Άρθρο 16 του Συντάγματος προστασία του Απαραβίαστου της κατοικίας , κρίθηκε στην Psaras[75] ότι το δωμάτιο του ξενοδοχείου που διαμένει κάποιος προσωρινά  θεωρείτε ως «κατοικία» , αντίθετα το αυτοκίνητο ή το γραφείο δεν θεωρείτε κατοικία.

Το από το Άρθρο 17 δικαίωμα στην επικοινωνία δεν μπορεί να περιοριστεί  εκτός στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2(α),(β),(γ). Στην Πολιτική Αίτηση του  Χρίστου Μάτσια[76] υπογραμμίστηκε ότι το περιεχόμενο τηλεπικοινωνιακής επικοινωνίας του οποίου η προσαγωγή ως μαρτυρία απαγορεύεται, περιλαμβάνει και τους αριθμούς κλήσεων , όπου τονίστηκε ότι το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας της οποίας η προσαγωγή ως μαρτυρίας απαγορεύεται, περιλαμβάνει όχι μόνο το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας, αλλά και τα εξωτερικά γνωρίσματα των κλήσεων. Στην Σιαμισης η διεύθυνση πρωτοκόλλου διαδικτύου (ip address) αποτελεί στοιχείο του απόρρητου της επικοινωνίας του χρήστη, καθώς αποτελεί εξωτερικό γνώρισμα . Στην Δημοκρατία ν. Αεροπόρων κ.α[77]δεν επετράπη να δοθεί μαρτυρία που αποκάλυπτε τις τελευταίες 10 κλήσεις από τηλέφωνο που βρέθηκε στην σκηνή του Εγκλήματος.

Το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης συνείδησης και θρησκείας κατοχυρώνεται από το Άρθρο 18 ,που είναι το αντίστοιχο του Άρθρου 9 της Σύμβασης. Στην Pitsilides[78] η δια νόμου υποχρέωση των αντιρρησιών συνείδησης για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά κρίθηκε ότι δεν ερχόταν σε αντίθεση με το Άρθρο 18 διότι ο περιορισμός του Δικαιώματος δικαιολογούταν από το Άρθρο 18.6 , ως αναγκαίο για την ασφάλεια της Δημοκρατιας.

Το Άρθρο 19 του Συντάγματος αντιστοιχεί στο Άρθρο 10 της Σύμβασης και προστατεύει την ελευθερία του λόγου και την με οποιοδήποτε τρόπο  έκφρασης. Στην υπόθεση Cyprus sulphur [79]λέχτηκε ότι «Η ελευθερία της γνώμης και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών , αποτελεί την λύδια λίθο της δημοκρατίας». Η εμπορική διαφήμιση εμπίπτει στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης[80]. Στην υπόθεση Constantinides[81] ο εφεσίβλητος επικαλέστηκε το γεγονός , ότι εκκρεμούσης της έφεσης ο Εφέσιων δημοσίευε Άρθρα με τα οποία αμφισβητούσε την εντιμότητα των Δικαστών συνιστούσε καταφρόνηση δικαστηρίου , και επίσης εισηγήθηκε ότι ο Εφεσείων δεν έπρεπε να ακουστεί από το εφετείο εάν δεν ανακαλούσε , το εφετείο αποφάσισε ότι δεν πρέπει να ακουστεί εάν δεν ανακαλέσει ο εφεσείων κατά τρόπο που να αποκαθίσταται το κύρος της Δικαιοσύνης, ο εφεσείων δεν ανακάλεσε με αποτέλεσμα την αναβολή της δίκης επ αόριστο. Στην Φάντης[82]οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν ότι το από το Άρθρο 30 του Συντάγματος δικαίωμα σε δίκαιη δίκη τυχόν να παραβιαστεί λόγο των δημοσιευμάτων ,καθημερινών εφημερίδων , το Ανώτατο απεφάνθη ότι στην Κύπρο η Δικαστική εξουσία ασκείτε από επαγγελματίες δικαστές μόνον και δεν υπάρχει πιθανότητα επηρεασμού τους. Με μεταγενέστερη απόφαση του, όμως στην υπόθεση Δώρος Γεωργιάδης [83] ο κανόνας αυτός δεν είναι τόσο απόλυτος , καθώς το δικαστήριο δέχτηκε ότι υπήρξε πιθανότητα επηρεασμού των Δικαστών , από το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στα Μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Το από το Άρθρο 20 προστατευόμενο δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην παροχη εκπαίδευσης ,  το οποίο προστατεύεται κατά ποιο γενικό τρόπο από το Άρθρο 2 του πρώτου  πρόσθετου πρωτοκόλλου. Στην υπόθεση Ειρήνη Τοφίδου [84]δεν περιορίζεται όταν καθιερώνονται τα απαραίτητα προσόντα για συμμετοχή και εισδοχή στα πανεπιστήμια άλλης χώρας. Η προϋποθέσεις που Έθετε ο «Περί Ιδρωτικών Σχολείων και φροντιστηρίων νόμος [85]» κρίθηκε στην υπόθεση Γενικός εισαγγελέας ν. Τάκη Μανώλη[86]κρίθηκε ότι δεν αντιβαίνει στις πρόνοιες των Άρθρων 19 και 20 του Συντάγματος , γιατί έχει εποπτικό χαρακτήρα που σχετίζεται με την ποιότητα της παρεχομένης εκπαίδευσης.

Το από το Άρθρο 21 του Συντάγματος προστατευόμενο δικαίωμα του συνέρχεσθε ειρηνικώς προστατεύεται από το Άρθρο 11 της Σύμβασης . Στην γνωμοδότηση[87] για την κατάργηση του περιορισμού που επιβαλλόταν με το Άρθρο 71.2 του «Περί δημοσιας υπηρεσίας νόμου» σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν στους κατέχοντες μισθολογική θέση Α13 και πάνω να είναι απλά μελή κόμματος , κρίθηκε ότι δεν είναι αντίθετη με τους περιορισμούς που επιβάλει το Άρθρο 21.2 του Συντάγματος, χαρακτηριστικά αναφέρθηκε ότι «η δυνατόν μεροληπτική συμπεριφορά ενός ατόμου κατά τρόπο αντίθετο προς την πιστή και νόμιμη Ακάσι των καθηκόντων του δεν είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχειό κήρυξης ενός νόμου ως αντισυνταγματικού.

Το από το Άρθρο 22 δικαίωμα του Γάμου και της ίδρυσης οικογενείας αντιστοιχεί σο Άρθρο 12 της Σύμβασης . Στην υπόθεση Panayides[88] απεφασίσθη ότι το δικαίωμα σύναψης Γάμου εξυπακούει και το δικαίωμα μη σύναψης γάμου, ενώ δεν συνεπάγεται την επιβολή διακρίσεων εναντίον μη έγγαμων προσώπων , σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι το δικαίωμα στον γάμο σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Johnston[89] δεν εξυπακούει και δικαίωμα στο διαζύγιο. Επίσης στην υπόθεση Renos Venglis  λέχτηκε ότι το δικαίωμα που καθιερώνει το Άρθρο 22 ασκείτε σύμφωνα με το απορρέων από τις διατάξεις του Συντάγματος, εφαρμοστέο δίκαιο  για κάθε πρόσωπο . Έτσι για τους Γάμους μεταξύ μελών της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας και για γάμους μεταξύ  μελών των θρησκευτικών Ομάδων εφαρμόζεται το Άρθρο 111 του Συντάγματος , ενώ αναφορικά με τους γάμους μελών της Τουρκικής κοινότητας , εφαρμόζονται οι σχετικοί κοινοτικοί νόμοι, για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις εφαρμόζεται το Άρθρο 22[90].

Το από το άρθρο 23 δικαίωμα στην ιδιοκτησία προστατεύεται από το Άρθρο 1 του πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης , στην υπόθεση Ali Rattip[91]κρίθηκε ότι στερήσεις και περιορισμοί που επιβάλλονται από το ΚΕΦ.224, με τους οποίους ρυθμίζονται αστικά και μόνο δικαιώματα άσκησης του δικαιώματος της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν έρχονται σε αντίθεση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Στην Παφιτης[92]κρίθηκε ότι περιορισμοί που επιβαλλόταν με τον Περί αρχαιοτήτων νόμο[93],δικαιολογούνταν από την συνταγματική επιφύλαξη υπέρ της δημοκρατίας του Άρθρου 23.1 του Συντάγματος. Στην Μεστάνα [94]ότι οι αρχές της χρήστης διοίκησης επιβάλουν στην διοίκηση να μην προχωρεί σε απαλλοτρίωση ακίνητης περιουσίας εάν ο σκοπός της μπορεί να επιτευχτεί με μέσο λιγότερο επαχθές για τον διοικούμενο.

Το Από το άρθρο 28 δικαίωμα στην Ισότητα ενώπιων της διοίκησης και του νόμου , αντιστοιχεί στο Άρθρο 14 της Σύμβασης, όπου και εδώ έχουμε υπέρτερη προστασία από αυτήν που καθιερώνει η Σύμβαση αφού όπως αναφέρει το ΕΔAΔ στην απόφαση Thlimmenos[95] «Το Άρθρο 14 της σύμβασης δεν τυγχάνει αυτόνομης εφαρμογής , για να μπορεί να εφαρμοστεί θα πρέπει τα γεγονότα της υπόθεσης να εμπίπτουν στα όρια άλλη ουσιαστικής πρόνοιας της Σύμβασης και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της», αντίθετα το Άρθρο 28 τυγχάνει αυτόνομης εφαρμογής [96]. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει αρκετά νομοθετήματα για τα οποία εγειρόταν θέμα   παραβίασης της Αρχης της ισότητας . Στην Leandros Zachariades[97]  κρίθηκε ότι ο περί εκλογής των μελών του κοινοβουλίου νόμος που καθιέρωνε το αναλογικό σύστημα που εφαρμόστηκε στις εκλογές του 1981 δεν ερχόταν σε αντίθεση με το Άρθρο 28. Στην στην Pavlou [98] κρίθηκε ότι η διαφοροποίηση στην οποία είχε προβεί η νομοθετική εξουσία, παρεμποδίζοντας την ανάληψη αξιώματος δημοτικού συμβούλου από δημόσιους υπάλληλους, εκπαιδευτικούς ή υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ήταν εύλογα επιτρεπτή και δεν ερχόταν σε αντίθεση με το Άρθρο 28, έχοντας υπόψη την φύση των θέσεων που κατείχαν οι αιτούντες και εκείνη του αξιώματος του δημοτικού συμβούλου.

Το Άρθρο 30 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη , και αντιστοιχεί στο Άρθρο 6 της σύμβασης. Στην υπόθεση Γιωργαλλά[99]όπου και έγινε αναφορά στην νομολογία του ΕΔΑΔ κρίθηκε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο μπορεί να περιοριστεί με την μορφη προθεσμιών που προβλέπονται από δικονομικούς κανόνες. Στην υπόθεση Demand ship [100]κρίθηκε ότι έκτακτα είναι τα δικαστήρια των οποίων η σύνθεση δεν καθορίζεται δια νόμου εκ των προτέρων γενικά , αλλά ad hoc εκ των υστέρων προκειμένου να δικάσουν συγκεκριμένη υπόθεση και πρόσωπα. Ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα που θεσπίζεται από την σύμβαση στα πλαίσια του συγκεκριμένου άρθρου είναι το δικαίωμα της δίκης εντος εύλογου χρόνου , στην Agapiou [101]αποφασίστηκε ότι το καθήκον για έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης βαρύνει τις δικαστικές Αρχές. Σε ότι αφορά το εύλογο χρονικό διάστημα  στην Mavronichis[102]κρίθηκε ότι η πάροδος πέντε ετών για τον ορισμό ακρόασης Πολιτικής έφεσης συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 6 της Σύμβασης.

Επίλογος

Με βάση λοιπόν όσα αναλύσαμε στο παρόν κεφάλαιο είδαμε ότι η εισχώρηση της ΕΣΔΑ τόσο σε επίπεδο νομοθετικό όσο και σε επίπεδο νομολογίας , είναι αρκούντως ικανοποιητική . Είναι πρέπον να αναφερθεί ότι ενίοτε, η προσήλωση στην νομολογιακά καθιερωμένη αρχή της Georgiades , συμφωνά με την οποία για να γίνει δεκτός περιορισμός δικαιώματος που ορίζεται από συνταγματική διάταξη , είναι δυνατόν  μόνο εάν προβλέπεται από τις πρόνοιες της συγκεκριμένης διάταξης , και με την διαδικασία που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη.  Οι  πρόνοιες που αφορούν την προστασία του Συνταγματικού Δικαιώματος πρέπει να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας , ενώ αντίθετα οι περιορισμοί αυστηρής ερμηνείας.

Με τις πρόσφατες αποφάσεις[103] επιβεβαιώθηκαν οι αρχές της Georgiades ότι δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια το Δικαστηρίου να δεχθεί , κατά παράβαση του Συντάγματος ,επέμβαση σε Συνταγματικό Δικαίωμα  προκειμένου να προστατεύσει υπέρτερο Συνταγματικό δικαίωμα , έτσι βλέπουμε ότι τόσο οι αρχές του Ηπειρώτικου δικαίου , όσο και του Κοινοδικαίου που δικαιολογούν την επέμβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα, στις περιπτώσεις που προέχει η προστασία υπέρτερου δικαιώματος, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη Κυπριακή Νομολογία.

Οι καταδίκες στις υποθέσεις Ranchev  και Εgmez θα πρέπει να χαρακτηριστούν ως μελανή παρένθεση , στην καθιερωμένη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το εσωτερικό δίκαιο της Κύπρου , είτε δια μέσου της νομοθεσίας είτε δια μέσου των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών.

Συμπέρασμα

Στα πενήντα τρία χρόνια που τυγχάνει εφαρμογής η ΕΣΔΑ στην κυπριακή δημοκρατία , αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο επάνω στον οποίο , κυρίως δια μέσου της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου οικοδομήθηκε ο μηχανισμός προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της Κυπριακής Δημοκρατιας . Ενώ ο μηχανισμός του ΕΔΑΔ αποδείχθηκε ένα πολύτιμο μέσο διεθνοποίησης του Κυπριακού προβλήματος κυρίως δια μέσου της απόφασης loizidou , ανεξαρτήτως εάν δεν έτυχε της κατάλληλης εκμετάλλευσης από τις κατά καιρούς πολιτικές ηγεσίες.

*ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος είναι φοιτητής νομικής στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας της Κύπρου



[1] Με τον Όρο ΕΣΔΑ εννοούμε το αρχικό κείμενο της Σύμβασης , και επιπλέον τα πρόσθετα πρωτόκολλα της Σύμβασης τα οποία έχει υπογράψει η κάθε χώρα.

[2] . Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ανθρώπινα Δικαιώματα 50 χρόνια Εφαρμογής σελ.24 , Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ανθρώπινα Δικαιώματα 50 χρόνια Εφαρμογής , Αθήνα Κομοτηνή 2004

[3] Κρ. Ιωάννου/Σ. Περάκη ,Εισαγωγή στην Διεθνή Δικαιοσύνη Τεύχος Ι σελ.205, γενική θεωρία και θεσμικές εφαρμογές , Αθήνα – Κομοτηνή 1984

[4] Το Άρθρο 64 της ΕΣΔΑ περιορίζει το δικαίωμα της επιφύλαξης του κράτους μέλους , μόνο σε συγκεκριμένη διάταξη της σύμβασης, στην περίπτωση που την στιγμή  της υπογραφής , υπό τον όρο ότι την συγκεκριμένη στιγμή ισχύει επί της επικράτειας του εν λόγω κράτους ,νόμος αντίθετος προς την συγκεκριμένη διάταξη. Οι επιφυλάξεις γενικής φύσεως δεν επιτρέπονται.

[5] Με Το πρόσθετο πρωτόκολλο υπ’ αριθμ. 11 της 11.5.1994 στη Σύμβαση είχαμε  Συγχώνευση της Επιτροπής και του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε ένα δικαιοδοτικό όργανο .

[6] Όπως υπ.3

[7] Το 1969 οι Δανία, Ολλανδία, Νορβηγία και Σουηδία κατήγγειλαν την Ελλάδα (Denmark, Norway, Sweden, Holland v Greece 5.11.69) , λόγο σωρείας παραβιάσεων των διατάξεων της συνθήκης , ενόψει της επικείμενης απόφασης της Επιτροπής Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περί αναστολής του δικαιώματος εκπροσώπησης  το τότε Στρατιωτικό καθεστώς έλαβε την θλιβερή απόφαση με την οποία στις 12 Δεκεμβρίου 1969 αποχώρησε καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την ΕΣΔΑ, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επανήρθε επικυρώνοντας την ΕΣΔΑ (ΝΔ53/19/9/74 ΦΕΚ Ά256)

[8] Άρθρο 24 ΕΣΔΑ , βλ.επίσης Χρ. Ροζάκη, Η ΕΣΔΑ και η εφαρμογή της από το ευρωπαϊκό δικαστήριο, σελ.24  Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ανθρώπινα Δικαιώματα 50 χρόνια Εφαρμογής , Αθήνα Κομοτηνή 2004

[9] Cyprus v. Turkey Rep.com 10.5.76 , Cyprus v. Turkey Rep.com 10.5.76 , Κυπριακή Δημοκρατία V Τουρκίας, Αρ. 25781/94, 10/05/2001

[10] όταν και πλέον η Τουρκία αναγνώρισε την κατά το Άρθρο 46 αρμοδιότητα του ΕΔΑΔ να επιλαμβάνεται υποθέσεων που αφορούν σε παραβιάσεις των διατάξεων της σύμβασης από μέρους της , με την επιφύλαξη να έχουν γίνει εντός του εδάφους της

[11] Λοϊζίδου ν. Τουρκίας, Αρ. 15318/89 (επί της ουσίας), 18/12/1996

[12] Οπ.σημ.35 παρ.56

[13] Το ΣτΕ αποφάσισε να αναστείλει την εκτέλεση του συγκεκριμένου σκέλους της απόφασης βλ.σχετ. Αχιλλέας Αιμιλιανίδης , Δίκαιο Ακίνητης Ιδιοκτησίας , Πανεπιστημιακές Σημειώσεις σελ.24 ,Τεύχος 1

[14] Λοϊζίδου ν. Τουρκίας, Αρ. 15318/89 (επί της ουσίας), παρ 58-64 18/12/1996

[15] Κληρίδης Χ. , Η Τέταρτη διακρατική προσφυγή Κύπρου κατά Τουρκίας , Λευκωσία 1998

[16] Κυπριακή Δημοκρατία V Τουρκίας, Αρ. 25781/94, 10/05/2001

[17]. Αχιλλέας Αιμιλιανίδης , Δίκαιο Ακίνητης Ιδιοκτησίας , Πανεπιστημιακές Σημειώσεις σελ.26 ,Τεύχος 1 , βλ. επίσης Κώστα Παρασκευά, Η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ , για τις κυπριακές υποθέσεις περιουσιών σελ.226-228 ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ Διεθνής διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα (Α. Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2011)

[18] Κυπριακή Δημοκρατία ν Τουρκίας, Αρ. 25781/94,10/05/2001, παρά. 101, 102, 194 «Θα ήταν δύσκολο να γίνει δεκτό πως ένα κράτος καθίσταται υπεύθυνο για τις πράξεις που λαμβάνουν χώρα σε επικράτεια η οποία κατέχεται παράνομα και διοικείται από αυτό και να αρνείται σε αυτό την δυνατότητα να προσπαθήσει να αποφύγει αυτή την

ευθύνη διορθώνοντας τα λάθη που του αποδίδονται ενώπιον των δικαστηρίων του. Το να επιτραπεί αυτή η δυνατότητα στο Καθ’ ου κράτος στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος το οποίο είναι παράνομο κάτω από το διεθνές δίκαιο»

[19] Ξενίδη-Αρέστη ν. Τουρκίας, Αρ. 46347/99, 22/12/2005, παρα.38

[20] Κώστα Παρασκευά, Η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ , για τις κυπριακές υποθέσεις περιουσιών σελ.231 ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ Διεθνής διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα (Α. Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2011)

[21] Δημόπουλος και Άλλοι ν. Τουρκίας, Αρ. 46113/99, 05/03/2010

[22] Κώστα Παρασκευά, Η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ , για τις κυπριακές υποθέσεις περιουσιών σελ.234 ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ Διεθνής διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα (Α. Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2011)

[23] Δημόπουλος και Άλλοι ν. Τουρκίας, Αρ. 46113/99,παρ.96 ,  05/03/2010

[24] Κρ. Ιωάννου/Σ. Περάκη, Τεύχος ΙΙ Διεθνής νομολογία και Πρακτική ,σελ.142, Αθήνα – Κομοτηνή 1984

[25] Βλ.σχετ  Polyvios polyviou and levon arakelian, fall of the guardians, the European court of human rights and the case of Demopoulos, university of Nicosia press 2011 και  Loukis loukaides, is the ECHR still a principled court of human rights after the Demopoulos case?, (2011) 24 Leiden journal of international law 435-465

[26] Χρήστος Ροζάκης: «Μετέωρο το ψευδοκράτος στην Κύπρο», Συνέντευξη στον

Γιώργο Χρηστίδη, Εφημερίδα «Μακεδονία», 13/04/2010

[27] Βαρνάβα και Άλλοι ν. Τουρκίας, 16064/90, 16065/90, 16066/90, 16068/90,16069/90, 16070/90, 16071/90, 16072/90 και 16073/90, 18/09/09

[28] Βλ.σχετ. Αχιλλέα Δημητριάδη,  Οι υποθέσεις Κυπρίων αγνοουμένων στο ΕΔΑΔ σελ.179-190, ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ Διεθνής διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα (Α. Σάκκουλας Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2011), και Βλ.σχετ. Πανεπιστημιακές Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου Αλ. Φρ. Μαρκίδη Διάλεξη Αρ.7 σελ.11

[29] Egmez v. Cyprus (Application No. 30873/96)

[30] Άρθρο 112 , Βλ. επίσης ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΡ. 1/2012, 2/2012 ΚΑΙ 3/2012 , 29.6.2012 (Αναφορικά με την Αίτηση της Μαρίας Ιωαννίδη, Νικόλα Ιωαννίδη, Κυριακής Ιωαννίδη και του Χριστόφορου Ιωαννίδη μέσω της μητέρας του Μαρίας Ιωαννίδη, συζύγου και παιδιών αντίστοιχα του Αποβιώσαντος Πλοιάρχου Ανδρέα Ιωαννίδη για εξασφάλιση άδειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση τον Κανονισμό 15(2)(β) των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 για έναρξη διαδικασίας με βάση το Άρθρο 149(β) του Συντάγματος).

[31] Rantsev v. Cyprus and Russia, Application No. 25965/04, 01. 07.2010 ,

[32] Οι άλλες δυο γνωστές περιπτώσεις είναι Van Der Mussele v. Belgium Judgment 23.11.74 , Karlheinz Schmidt v. Germany Judgment 18.7.1994

[33] 14. Α. Λοΐζου , Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας , σελ 38 ,Λευκωσία 2000

Κρ. Τορναρίτη , Το Πολιτειακό Σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας ,σελ.12  Λευκωσία 1970 Criton Tornaritis QC 2nd ed. Cyprus and its Constitutional and other legal problems (1980) και Γεώργιος Μ. Πικής, ‘Σημαντικότερες Αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαίου στην Κύπρο: 1960-2010’ επίσης Isaac Mizrahi v. The republic (1968) 3 CLR 406, Kantara shipping company v. the Republic (1971) 3 CLR 176

[34] 5 R.S.C.C 102

[35] In re Ellinas (1988) 1 C.L.R 57

[36] Ηλίας Κυριακίδης κ.α ν. Υπουργικού Συμβουλίου Υποθ. 298/299/300/96, 26.11.1997 βλ. επίσης Α. Λοΐζου , Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας , σελ 220 ,Λευκωσία 2000

[37] Police v. Georgiades (1983) C.L.R 33

[38] Police v. Georgiades (1983) C.L.R 33 στην σελ.66, επίσης (Απ. Ολομ.) Δημοκρατία ν. Δημήτρη Κυπριανίδη και άλλων (1994)2 Α.Α.Δ 37

[39]Attorney general v. Andreas Kostas Afamis 1 R.S.C.C pg. 125

[40] Fina (Cyprus) Ltd v. The Republic 4 R.S.C.C 26 pg.31

[41] Isaac Mizrahi v. The republic (1968) 3 CLR 406

[42] Varnavas Christofi Fouri a.o v. The Republic (1982) 2 C.L.R 120 ,Η συγκεκριμένη νομολογία τροποποιήθηκε αρχικά στην Georgiades όπου αποφασιστεί ότι μαρτυρία ή οποία ληφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Συντάγματος του Συντάγματος , ανεξαρτήτως εάν αυτή η παράβαση έγινε από το κράτος είτε από ιδιώτη

[43] Α. Λοΐζου , Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σελ.38 , Λευκωσία 2000

[44] Varnavas Christofi Fouri a.o v. The Republic (1982) 2 C.L.R 120 , όπως και υποσημ. 57

[45] Fina (Cyprus) Ltd v. The Republic 4 R.S.C.C 26 pg.31

[46] Οπ.υποσημ. 62

[47] Οπ.υποσημ 68

[48] Βλ.σχετ Αναφορικα με την Αίτηση Χρήστου Ματσια ,Πολ Αίτηση 65/2009 κ.α. ημερ. 1.2,2011, Σιάμισιης ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 135/2008, ημερ. 21.7.2011, Δημοκρατία ν. Αεροπόρων κ.α (1996) 3 ΑΑΔ 468

[49] Γιάλλουρου ν. Νικολάου (2001) 1α Α.Α.Δ 558

[50] Andronicou and Constantinou v. Cyprus judgment 09.10.1997

[51] Άρθρο 7 του Συντάγματος

[52] Kantara shipping Ltd v. The Republic (1971) 3 C.L.R 176

[53] Άρθρο 8 του Συντάγματος

[54] Rantsev v. Cyprus and Russia, Application No. 25965/04, 01. 07.2010

[55] Michael Andreou Pitsilides a.o v. The Republic

[56] Σύνδεσμος Αστυνομίας Κύπρου ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ 146

[57] Ν.248(Ι)/1988

[58] Άρθρο 4.2 ΕΣΔΑ

[59] Γενικός εισαγγελέας ν. Σάββα Νικηφόρου Ηλία (1996) 1 ΑΑΔ 146

[60] Νicolaos d. Harros . The Republic 4 R.S.C.C 31 «όπου ελέχθη ότι τα συγκεκριμένα συνταγματικά δικαιώματα δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε πειθαρχικές διαδικασίες , αλλά μόνο σε ποινικές»

[61] Πανεπιστημιακές Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου Αλ. Φρ. Μαρκίδη Διάλεξη 9 σελ.1

[62] Oπ. Υποσημ.62

[63] Raftis & Co. v. Municipality of pafos (1982) 2 C.L.R 1

[64] Ηλίας Κυριακίδης κ.α ν. Υπουργικού Συμβουλίου Υποθ. 298/299/300/96, 26.11.1997

[65] Ουδείς ποινικά υπεύθυνος δυο φορές για τα ίδια γεγονότα

[66] District officer Nicosia v. Georgios hadjigianni 1 RSCC 79

[67] (1994) 3 ΑΑΔ 1

[68] Mamas ellia v. The Republic 2 CLR 251

[69] Παρ. 2.3.1

[70] The Attorney General v. Andreas Kostas Aframis 1RSCC 121

[71] Άρθρα 15,16,17

[72] Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (2000) 3 ΑΑΔ 238

[73] Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 ΑΑΔ 147

[74] Enotiades a.o (1986) 2 CLR 64 , βλ. επίσης Γενικός εισαγγελέας ν. Natalia kozina , Ποιν. Έφεση Αρ.6498 , 21 Οκτωβρίου 1999

[75] Psaras a.o v. The Republic (1987) 2 CLR 132

[76] Πολ Αίτηση 65/2009 κ.α. ημερ. 1.2,2011

[77] Δημοκρατία ν. Αεροπόρων κ.α (1996) 3 ΑΑΔ 468

[78] Pitsilides a.a v. The Republic (1983) 2 C.L.R 374

[79] Cyprus sulphur and copper company Ltd. V.  ΠΑΡΑΠΛΑΜΑ ΛΤΔ (1990)1 ΑΑΔ 1051

[80] Α.Μ Π’’κυριακου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 6204 14.11.1997

[81] Constantinides v. Ekdotiki etairia Vima LTD a.o (1983) 1 CLR 348

[82] Αστυνομία ν. Άκη Φάντη κ.α (1994) 2 ΑΑΔ 160

[83] Δώρος Γεωργιάδης ν. Δημοκρατιας (2003) 2 ΑΑΔ 1

[84] Ειρήνη τοφίδου κ.α ν. Δημοκρατίας (1994) 3 ΑΑΔ 263 σελ.272

[85] Ν.5 (ι)/1971

[86] Γενικός εισαγγελέας ν. Τάκη Μανώλη (1995) 2 ΑΑΔ 207

[87] Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (1991) 3 ΑΑΔ 611

[88] Panayides v. The Republic (1965) 3 CLR 107

[89] Johnston a.o v. Ireland judgment 18.12.1996

[90] Αχιλλέας Αιμιλιανίδης , Οικογενειακό  Δίκαιο , Πανεπιστημιακές Σημειώσεις σλ.9 Τεύχος 1

[91] In Re Ali Rattip 3 RSCC 102

[92] Παφίτης ν. Κακουρή (1992) 1 ΑΑΔ 1154

[93] ΚΕΦ.31

[94] Μεστάνα ν. Δημοτικού Συμβουλίου Αθηαίνου

[95] Thlimmenos v. Greece παρ.40 judgment 6.4.2000 και με το ίδιο  περιεχόμενο Larkos v. Cyprus Judgment 18.2.1999

[96] Α. Λοΐζου , Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σελ.173-174, Λευκωσία 2000

[97] Leandros Zachariades v. demetrios liveras a.o (1987) 1 CLR 397

[98] Pavlos Pavlou v. Returning officers a.o (1987) 1 CLR 178

[99] Παντελής Γιωργαλλάς ν. Σούλας Χριστοδούλου Νομ. Ερωτ. 346 20.12.2000

[100] Δημοκρατία ν. Demand ship Co. Ltd (1994) 3 AAΔ 460 σελ.473

[101] Yiannakis Agapiou v. Anneta panayiotou (1988)1 CLR 257

[102] Mavronichis v. Cyprus judgment 24.4.1998

[103] Βλ. Υποσημ. 48

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.