Η δυνατότητα ενέργειας ως προϋπόθεση για την κατάφαση παράλειψης, με αφορμή το παράδειγμα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο.

γράφει η Μαριάνθη Δ. Νούσκαλη*lawyer


Σύμφωνα με το α. 14 παρ. 2 ΠΚ ο όρος «πράξη» στις νομοτυπικές μορφές των κυρωτικών κανόνων περιλαμβάνει και τις παραλείψεις. Οι ιδιομορφίες που εμφανίζει η αρνητική μορφή της πράξης είχε οδηγήσει κατά τις αρχές του 20ου αιώνα στη διατύπωση της θέσης ότι η τελευταία, ως λογική άρνηση της ενέργειας που παραλείπεται, στερείται θετικής υποστάσεως. Ωστόσο, η αποδοχή αυτής της θεώρησης συνεπάγεται αναπόδραστα ότι πράξη και παράλειψη δεν έχουν τίποτα το κοινό και συνεπώς δεν μπορούν να υπαχθούν κάτω από την κοινή έννοια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εάν η παράλειψη συνιστά την απόλυτη αντίθεση και άρνηση της ενέργειας, αποκλείεται να είναι και στις δυο όμοιο το άδικο και ο καταλογισμός σε ενοχή του δράστη, σε σχέση δε με τη μία θα πρέπει να ισχύει ακριβώς το αντίθετο εκείνου που ισχύει στην άλλη. Εφόσον η παράλειψη ισούται με το μηδέν, δεν μπορεί να βαστάξει κανέναν προσδιορισμό σχετικά με τον τρόπο, το χρόνο, τον τόπο κ.ο.κ. και ενόψει τούτου, αποβαίνει αναγκαία η αντιστροφή όλων των μεγεθών του ποινικού δικαίου στην περιοχή της παράλειψης. Έτσι, είναι αδιανόητη λ.χ. η πρόθεση παράλειψης ∙ στο δόλο ενεργείας δεν μπορεί παρά να αντιστοιχεί στην περιοχή της παράλειψης η «παράλειψη πρόθεσης ενέργειας», στην απόπειρα ενέργειας η «παράλειψη απόπειρας ενέργειας», στη συνέργεια με θετική πράξη η «παράλειψη συνέργειας δι’ ενεργείας»[1].

Οι δογματικές επιπλοκές και η αδικαιολόγητη σύγχυση που προκλήθηκε στο χώρο της παράλειψης συνεπεία των ανωτέρω θέσεων, οδήγησαν στην απόρριψή τους και στην απόλυτα κρατούσα σήμερα άποψη ότι η παράλειψη δεν ισούται με το μηδέν, αλλά εμφανίζει αυτοτελώς και όλα τα χαρακτηριστικά της έννοιας της πράξης, έχει δηλαδή τη δική της θετική υπόσταση, η οποία απαρτίζεται από τα κάτωθι στοιχεία[2]: το ανθρώπινο[3] και εξωτερικό[4]  της συμπεριφοράς, το χαρακτήρα αυτής ως κοινωνικώς ενδιαφέρουσας[5] και την αντικειμενική δυνατότητα ενέργειας της πράξης που παραλείφθηκε.

Ειδικότερα, η προϋπόθεση της φυσικής δυνατότητας ενέργειας της παραληφθείσας πράξης, προκύπτει από τη θεμελιώδη αρχή impossibilium nulla est obligatio, σύμφωνα με την οποία η προστασία των εννόμων αγαθών μπορεί να λάβει χώρα μόνον στο πλαίσιο του ανθρωπίνως δυνατού. Η αναγωγή σε ποινικώς αξιόλογη αδικοπραγία μιας κατάστασης που αντικειμενικά  δεν ήταν εφικτό να ελεγχθεί, ανατραπεί από το δράστη,  μόνον ως απαράδεκτη βαναυσότητα, που δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές και την αποστολή  του Ποινικού Δικαίου, θα μπορούσε να εκληφθεί. Συνεπώς, σε όσες περιπτώσεις δεν υφίσταται δυνατότητα ενέργειας της συμπεριφοράς που παραλείφθηκε, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του περί ου πρόκειται εγκλήματος παράλειψης, εφόσον δεν πληρούται το minimum των προϋποθέσεων για την ύπαρξη εγκλήματος, ήτοι η τέλεση πράξης, και οποιαδήποτε επιβολή ποινής στερείται νομιμότητας, αφού  έρχεται σε ευθεία παραβίαση των διατάξεων των α. 14 ΠΚ, 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Σ.

Αν και οι ανωτέρω παραδοχές θα έπρεπε να είναι αυτονόητες στα πλαίσια ενός πολιτισμένου νομικά κράτους, η ελληνική νομολογία φαίνεται να τις αγνοεί  κατά την μαζική εκδίκαση υποθέσεων για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Τα τελευταία χρόνια επιβάλλονται καθημερινά ποινές σε δεκάδες κατηγορουμένους που βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία πληρωμής, η οποία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, ενώ οι ελάχιστες αθωώσεις που έχουν λάβει χώρα μέχρι στιγμής εδράζουν την αιτιολογία τους στην έλλειψη δόλου και όχι στην ανυπαρξία παράλειψης! Ενδεικτικά στο σκεπτικό της πολυσυζητημένης υπ’ αριθμ. 14813/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης αν και γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά από αντικειμενική αδυναμία, η αθώωσή του λαμβάνει χώρα λόγω έλλειψης δόλου και όχι λόγω μη πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του α.  18 παρ. 1 β’ του Ν. 2523/1997.

Τις δε δογματικές αστοχίες της νομολογίας, έρχονται να συμπληρώσουν οι άνευ νοήματος κυβερνητικές δεσμεύσεις για αποποινικοποίηση της πράξης σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας αποπληρωμής, που χαιρετίστηκαν με ένα αίσθημα ανακούφισης από τον ταλαιπωρημένο ελληνικό λαό, ο οποίος αγνοεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του ότι οι ποινές που έχουν επιβληθεί μέχρι στιγμής σε πραγματικά αδύναμους οικονομικά οφειλέτες είναι  παράνομες. Καμία νομοθετική μεταβολή δεν είναι απαραίτητη, καθώς το Ποινικό Δίκαιο  δεν έχει αδιέξοδα. Η πιστή τήρηση των βασικών αρχών του είναι αρκετή για να εξασφαλίσει την αποτροπή επιβολής ποινής σε ανθρώπους που δεν έχουν θέσει άδικο και δε χρήζουν ειδικής πρόληψης. O νομοθέτης του παρελθόντος υπήρξε φωτισμένος. Ο εφαρμοστής του παρόντος;

*Η Μαριάνθη Νούσκαλη είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ Σερρών.

[1] Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος I, Θεωρία για το έγκλημα, 2006, σελ. 159-160.  Για την αντίκρουση της αρχής της αντιστροφής βλ. αναλυτικά Ανδρουλάκη Ν., Η παράλειψη ως μορφή αξιόποινης συμπεριφοράς, 1985, σελ. 16 επ.

[2] Βλ. Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, Α. 1-49 ΠΚ, Επιτομή γενικού μέρους, ΣΤ’ έκδ, 2001, σελ. 151 – 153, Ανδρουλάκη Ν. ΠΔ, ό.α.π., σελ. 160-164,  Μαγκάκη Γ.Α., Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα Γενικού μέρους, Γ’ Έκδοση, 1984, σελ. 144 επ., Κωστάρα Α., Έννοιες και θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, 2001, σελ. 333 κ.ε., Χαραλαμπάκη Α., Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, 2003, σελ. 148-149.

[3] Δεν αποτελεί παράλειψη η συμπεριφορά των νομικών προσώπων. Τα τελευταία αποτελούν μεν υποκείμενα δικαίου, δεν έχουν όμως τη φυσική ιδιότητα του προσώπου. Αντί για τα νομικά πρόσωπα πράττουν οι άνθρωποι που τα στελεχώνουν, στα πρόσωπα των οποίων ελέγχεται in concreto η πλήρωση ή μη των στοιχείων που απαρτίζουν την έννοια του περί ου πρόκειται εγκλήματος.

[4] Η παραληφθείσα μυϊκή ενέργεια πρέπει να λάβει τη μορφή μιας ορατής προς τα έξω και αντικειμενικά αναμφισβήτητης μεταβολής. Αναλυτικά βλ. Κωστάρα Α., ό.π., σελ. 334.

[5] Η διάγνωση της παράλειψης προϋποθέτει αναγωγή στο συγκεκριμένο κοινωνικό νόημά της, δηλαδή στις κοινωνικές επιπτώσεις της, η αποφυγή των οποίων είχε εγείρει την αξίωση εναντίον του δράστη να τελέσει εκείνο παρέλειψε.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.