Η αξιοπιστία της ανάλυσης του D.N.Α. Αρκεί η ταύτιση των συγκρινόμενων βιολογικών δειγμάτων για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί ενοχής ;;

 Γράφει ο Νίκος Κουμουλέντζος, Δικηγόρος Δ.Σ.Α

 

Στον Ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έχουν ευχερώς τεθεί στο άρθρο 200α ΚΠΔ οι όροι και οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες  μπορεί να ενεργοποιηθεί η διαδικασία εξέτασης του DNA ενός ατόμου.  Η εν λόγω διαδικασία είναι σχετικά πρόσφατη στα ελληνικά νομικά δεδομένα  καθώς εισήχθη με το Ν. 2928/2001, ενώ μάλιστα με το Ν. 3727/2008 έλαβε χώρα μια τροποποίηση της διάταξης, κυρίως σε επίπεδο επέκτασης του πεδίου διενέργειας αυτής της ιδιόμορφης πραγματογνωμοσύνης.

Όπως είναι γνωστό,  το σύνολο των μορίων DNA που υπάρχουν σε ένα  ανθρώπινο κύτταρο αποτελούν το γενετικό υλικό του. Το DNA είναι ο φορέας των γενετικών πληροφοριών του κυττάρου, όχι μόνον με την έννοια της μεταβίβασης χαρακτηριστικών, αναλλοίωτων από γενεά σε γενεά, αλλά και της ρύθμισης της φυσιογνωμίας εξειδίκευσης κάθε  κυττάρου για την επιτέλεση των ιδιαίτερων λειτουργιών του. Κάθε άνθρωπος φέρει σε σημαντικό ποσοστό ξεχωριστό γενετικό υλικό σε σημείο που τον διαφοροποιεί από κάθε συνάνθρωπό του.

Οι σύγχρονες επιστημονικές μέθοδοι μας επιτρέπουν όχι ολόκληρη την εξέταση του μορίου του DNA. Η ανάλυση όμως των επαναλήψεων κάποιων νουκλεοτιδίων (STR) του γενετικού αποτυπώματος, είναι κατά το μάλλον ή το ήττον ξεχωριστή για κάθε άτομο και γι αυτό ακριβώς η σύγκριση ενός STR του DNA ενός ατόμου μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με το STR του DNA οποιουδήποτε άλλου ατόμου. Αν οι δύο τύποι ακολουθιών των νουκλεοτιδίων ( του Α και Β δείγματος ) εμφανίσουν  ταύτιση τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότης να πρόκειται για το αυτό άτομο. Προκειμένου ωστόσο να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο πρόκειται για ταυτοπροσωπία, πρέπει πρώτα να διαφωτίσουμε το ερώτημα πόσο συχνά εμφανίζεται στον πληθυσμό ο συγκεκριμένος τύπος STR. Προκειμένου να αιτιολογηθεί η συχνότητα ενός τύπου STR στον πληθυσμό, υπολογίζεται ξεχωριστά η συχνότητα εμφάνισης της κάθε περιοχής STR στον ίδιο πληθυσμό όπως προκύπτει από τις βάσεις δεδομένων[1]. Στην Ελλάδα η σχετική διαδικασία για δημιουργία εθνικής βάσης δεδομένων, έχει ανατεθεί στο 7ο Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών, το ο οποίον επιλαμβάνεται κατόπιν προηγούμενης αίτησης των αρμοδίων διωκτικών αρχών και εξετάζει, αναλύει με διεθνώς αποδεκτές επιστημονικές μεθόδους ίχνη και πιεστήρια βιολογικής προέλευσης από εγκληματικές πράξεις. Συγκεκριμένα το εν λόγω τμήμα, περιλαμβάνει Εργαστήριο Ανάλυσης DNA και Εργαστήριο Ανάλυσης Πρωτεϊνών[2].

Παρότι η ανάλυση του DNA φαίνεται με το πέρασμα του καιρού να αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς στο χώρο της δικαστικής απόδειξης, έχουν από μακρού διατυπωθεί δυσμενείς κρίσεις για την διαδικασία ταυτοποίησης, με πολλούς τεχνοκράτες να κρούουν το κώδωνα του κινδύνου σχετικά με εγγενείς αδυναμίες που μειώνουν την αξιοπιστία αυτής καθ εαυτή της διαδικασίας.  Κατ αρχάς η ίδια η διαδικασία της ταυτοποίησης στηρίζεται σε ένα στατιστικό υπολογισμό, που ούτως ή άλλως φέρει πιθανότητες σφάλματος. Πως είναι λοιπόν δυνατόν, να διαμορφώνεται δικανική κρίση επί τη βάσει μιας «ένδειξης» που πιθανόν σφάλει; Ήδη από τούτο το σημείο της προβληματικής καθίσταται φανερό ότι μάλλον απίθανο είναι να θεμελιωθεί η κατάγνωση της  ενοχής του κατηγορουμένου μόνο σε ένα δείγμα DNAαπό το τόπο του εγκλήματος που ταυτίστηκε με αυτό του υπόπτου.

Επιπροσθέτως, προείπαμε ότι η ίδια η διαδικασία της ανάλυσης του δείγματος είναι αδύναμη αποδεικτικά.  Και τούτο διότι ουσιαστικά στο εργαστήριο συγκρίνονται μόνο 16 έως 24 τμήματα ενός δείγματος DNA με το δείγμα που ελήφθη από τον ύποπτο. Αν εμφανίζουν στοιχεία ταυτοποίησης τα δύο δείγματα τότε σε δεύτερο επίπεδο γίνεται έλεγχος πόσο συχνά απαντάται η εν λόγω ακολουθία νουκλεοτιδίων στον ελληνικό πληθυσμό. .  Σε αυτό το στάδιο  πιθανολογείται πόσα άτομα στον ελλαδικό χώρο φέρουν γενετικό αποτύπωμα όμοιο με του υπόπτου και του δείγματος. Ωστόσο  η ανάλυση ενός τόσο πολύ μικρού αριθμού τμήματος του ανθρωπίνου DNA, σε σχέση με το όλον, δε μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν μόνο τα 16-24 τμήματα να εξαρκούν για να βεβαιώσουμε ότι τα δύο δείγματα DNA προέρχονται από το ίδιο πρόσωπο, καθώς είναι πολύ πιθανό αυτά τα ελάχιστα τμήματα του DNA να είναι κοινά σε πολλούς Έλληνες.

Επιπλέον το τεστ DNA συγκρίνει ανάμεσα στα δύο συγκρινόμενα δείγματα μόνον το μήκος και όχι τον συνολικό αριθμό των συνδέσμων ή το είδος τους ή τη σειρά με την οποία ενώνονται. Το τεστ, λοιπόν, επειδή χρησιμοποιεί μόνο το 1 από τα 3 κριτήρια ταύτισης είναι αναξιόπιστο. Και διερωτάται ο καθηγητής Χρ. Γεωργίου [3] «Eπειδή ο 2ος παράγοντας αναξιοπιστίας του τεστ DNA είναι από τους πιο σημαντικούς, παρατίθεται το ακόλουθο σχηματικό παράδειγμα για να μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε. Έστω ότι το τεστ πρόκειται να συγκρίνει ένα εκ των τμημάτων του «γενετικού αποτυπώματος» στο DNA που βρέθηκε στον τόπο κάποιου εγκλήματος, με το αντίστοιχο τμήμα του στο DNA δύο υπόπτων. Ας υποθέσουμε ότι και τα 3 αντίστοιχα τμήματα αποτελούνται από τα ίδια είδη κρίκων, έχουν το ίδιο μήκος, αλλά κάποιοι από τους κρίκους διαφέρουν ως προς την σειρά με την οποία ενώνονται μεταξύ τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι: υπάρχει περίπτωση το τεστ να πιστοποιήσει λανθασμένη ταύτιση μεταξύ και των τριών αυτών τμημάτων, παρότι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την πλήρη σύστασή τους; Ας συγκεκριμενοποιήσουμε λοιπόν ότι το τμήμα στο DNA από τον τόπο του εγκλήματος έχει μήκος 16 κρίκων, ενωμένων μεταξύ τους σε δυάδες, επαναλαμβανόμενες 8 φορές. Επειδή το τεστ DNA συγκρίνει μόνο το μήκος μεταξύ των τμημάτων DNA, θα πιστοποιήσει λανθασμένα ότι το τμήμα DNA στο δείγμα από τον τόπο του εγκλήματος είναι το ίδιο με τα αντίστοιχα τμήματα του DNA των δύο υπόπτων (με βάση το ίδιο μήκος τους), παρότι και τα τρία τμήματα διαφέρουν μεταξύ τους στη σειρά των κρίκων της 3ης δυάδας !!!!»

Είναι λοιπόν αυτόδηλο το γεγονός ότι μόνη η ταύτιση του μήκους των δύο δειγμάτων, δεν είναι αρκετή ως κριτήριο για να πούμε με απόλυτη σιγουριά ότι το δείγμα που ευρέθη στο τόπο του εγκλήματος είναι ίδιο και πανομοιότυπο με το δείγμα γενετικού υλικού του εξεταζόμενου προσώπου. Δεν χωρεί ούτε στη κοινή λογική η σιγουριά με την οποία αντιμετωπίζουν κάποτε τα ανακριτικά όργανα και οι δικαστικές αρχές την ταύτιση των δειγμάτων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υφίσταται ταύτιση όταν απλά τα δύο δείγματα έχουν ίδιο μήκος, ενώ αγνοούμε αν είναι πανομοιότυπα ή όχι ως προς τα λοιπά κριτήρια.

Τρίτος παράγοντας αναξιοπιστίας αποτελεί το γεγονός ότι στην Ελλάδα, το διαθέσιμο δείγμα για τον έλεγχο της συχνότητας εμφάνισης της μορφής και του χαρακτήρα του εξεταζόμενου δείγματος στον ελληνικό πληθυσμό είναι εξαιρετικά μικρό, ώστε να ελέγξουμε πόσο συχνά ή πόσο σπάνια απαντάται τέτοια αλληλουχία νουκλεοτιδίων στους Έλληνες.  . Είναι προφανές ότι αν είναι ιδιαίτερα σύνηθες, τότε οι δράστες μπορεί να είναι πάμπολλοι και όχι μόνο ο εξεταζόμενος ύποπτος.

Πάντως επαναλαμβάνουμε ότι το δείγμα που διαθέτουν τα εγκληματολογικά μας εργαστήρια είναι πολύ μικρό και επιπλέον, ουδείς γιγνώσει με απόλυτη ακρίβεια αν αυτό το δείγμα είναι πράγματι αντιπροσωπευτικό και αν προέρχεται από όλες τις πληθυσμιακές ομάδες του ελληνικού πληθυσμού, ώστε να είναι ασφαλές και το συμπέρασμα στο οποίο θα οδηγηθεί ο ερευνητής.

Τέταρτο σημείο μομφής επί της αξιοπιστίας της διαδικασίας μπορεί να λογιστεί το γεγονός ότι η ανεύρεση και η διασφάλιση του γενετικού υλικού εξαρτάται επικίνδυνα από την κατάρτιση, τη γνώση και την πείρα των αστυνομικών οργάνων. Η ίδια , μάλιστα, η διαδικασία συλλογής του υλικού είναι ιδιαίτατα δύσκολη και απαιτεί τήρηση τελετουργικής διαδικασίας ώστε αφενός να μην υποστεί οιαδήποτε αλλοίωση ή νόθευση. Η κακή , λοιπόν, συλλογή του δείγματος μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα αναξιοπιστίας.

Πέμπτο σημείο αναξιοπιστίας της εν λόγω διαδικασίας είναι ότι οι διωκτικές αρχές ούτως ή άλλως κατά τη διαδικασία συλλογής του βιολογικού υλικού που περιέχει γενετική πληροφορία, συλλέγουν μόνο μερικά από τα τμήματα DNA που ελέγχονται κατά τη διενέργεια της εξέτασης, με αποτέλεσμα οι αρχές να έχουν μόνο μέρος και όχι όλο το γενετικό αποτύπωμα του ατόμου από το οποίο προέρχεται το δείγμα ώστε να συγκριθεί με αυτό κάποιου που λογίζεται ύποπτος.

Υποστηρίζεται μάλιστα συχνά, ότι η ανεύρεση βιολογικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος δε σημαίνει ότι αυτό ανήκει κατ ανάγκη και στον δράστη της αξιόποινης πράξης, καθώς μπορεί πολύ απλά να εντοπίζεται στο σημείο βιολογικό υλικό του, επειδή έτυχε πριν τη τέλεση της παράνομης πράξης να διήλθε από το σημείο. Άρα λοιπόν και υπό το φώς αυτής της σκέψης καθίσταται προφανές ότι πρέπει η εύρεση του βιολογικού υλικού να αποτελεί μονάχα μια ένδειξη και όχι να δημιουργεί δικονομική αναγκαιότητα. Εξ άλλου και ένας έμπειρος εγκληματίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός χρησιμοποιώντας τον κατάλληλο εξοπλισμό ώστε να μην αφήσει πίσω του το παραμικρό βιολογικό ίχνος, διασκορπίζοντας όμως βιολογικό υλικό τρίτων.

Είναι νομίζω ώρα, να πούμε το προφανές: η εξέταση DNA, με βάση τα παρόντα τεχνολογικά και επιστημονικά δεδομένα δεν είναι όσο αξιόπιστη απαιτείται για την κατάγνωση της ενοχής του υπόπτου.  Και τούτο διότι όπως αναλύθηκε προηγούμενα, είναι τα ζητήματα αξιοπιστίας τόσα πολλά, που οδηγούν σε ένα σημαντικά αμφίβολο και αμφισβητούμενο συμπέρασμα, το οποίο υπό το πρίσμα της θεμελιώδους αρχής «dubioproreo» πρέπει να λειτουργεί υπέρ και όχι κατά του κατηγορουμένου.  Η άποψη του γράφοντος λοιπόν, είναι ότι μάλλον θα ήταν ασφαλέστερο να χρησιμοποιείται το τεστ για την αθώωση του κατηγορουμένου, παρά για την κατάγνωση ενοχής  του, στη περίπτωση βέβαια που υφίσταται έστω και η μία διαφορά ανάμεσα στα συγκρινόμενα δείγματα. Αντίθετα φρονώ ότι η ταύτιση του μήκους των δύο δειγμάτων δε μπορεί να αξιολογείται ως στοιχείο αποδεικτικό ενοχής καθώς κάτι τέτοιο κρίνεται και ως επισφαλές από την βιοχημική επιστήμη, αλλά έρχεται και σε ευθεία αντιπαράθεση με βασικούς άξονες εις τους οποίους έχει δομηθεί ο νομικός μας πολιτισμός. Εξάλλου και στο ΠορισμΑναφΕισΕφΘεσ της 14.10.2013[4] τονίζεται ότι «Η σύγκριση των στοιχείων στα ευρήματα και στο ληφθέν DNA ενδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν την ταυτότητα του φερομένου ως δράστη, αφού δι’ αυτού αποδεικνύεται η παρουσία του δράστη στον τόπο του εγκλήματος, αλλά όχι όμως και την τέλεση αυτού ή συμμετοχή στην τέλεση αυτού. Ο συνδυασμός όμως των ηλεκτρονικών αποτυπωμάτων με άλλα στοιχεία αποδεικνύουν πλήρως την τελεσθείσα εγκληματική πράξη από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο.

 

[1] Γ. Συλίκος, Ενστάσεις και ενέργειες του συνηγόρου στο πεδίο της απόδειξης, Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2002, σελ 248.

[2] Χ. Δημόπουλος, Ανακριτική, σελ. 551 επ. Νομική Βιβλιοθήκη.

[3] Χρ. Γεωργίου, Το τεστ DNAστη ποινική διαδικασία: παράγοντες αναξιοπιστίας και όρια χρήσης του, Ποινική Δικαιοσύνη 6/2003, σελ. 679.

[4]  Ποιν Δικ 10/2013, σελ 903.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.