H συμβολή της Δίκης της Νυρεμβέργης στην εξέλιξη του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου

Γράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος 11--3-thumb-large

Στόχος του άρθρου , είναι ο αναγνώστης να κατανοήσει την Συμβολή της «Δίκης της Νυρεμβέργης» , στην εξέλιξη του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου. Η ανάλυση του θέματος , θα γίνει με κριτική διάθεση , αφού είναι καλά γνωστό ότι στην συγκεκριμένη δίκη , σε πολλά σημεία υπήρξε υποχώρηση έναντι των άρχων της «Δίκαιης Δίκης» , αλλά και των γενικότερων αρχών του «Ποινικού Δικαίου». Η προσπάθεια θα επικεντρωθεί στο να αναζητηθεί τεκμηριωμένη απάντηση, στο ερώτημα, αν και κατά πόσο η Δίκη της Νυρεμβέργης συνέβαλλε στην εξέλιξη του Διεθνούς ποινικού Δικαίου , ή εάν ήταν απλά μια κατ΄ ευφημισμό «Δίκη» στην οποία απλά αναζητήθηκε «νομικό ένδυμα» προκειμένου να περιβληθεί με αυτό μία ήδη ηλειμένη απόφαση. Στην μετά-Νυρεμβέργης εποχή η εξέλιξη του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, παρά τα όποια προβλήματα , υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Οι μεν υποστηρικτές της «Δίκη» την χρεώνουν στην Νυρεμβέργη, ενώ οι επικριτές της την θεωρούν ως λογική απάντηση κατά πρώτον στα ερωτήματα που είχαν εγερθεί συνεπεία των αγριοτήτων που είχαν διαπραχτεί από τους εμπολέμους, και κατά δεύτερον στην ελλειμματική απονομή της δικαιοσύνης, που υπήρξε στη Νυρεμβέργη. Η απάντηση λοιπόν σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δοθεί σε αυτήν τη μελέτη.

«Vae victis»[1]

  1. 1.      Εισαγωγή

Από το 390 π.χ. όταν και ο Βρέννος , ο Αρχηγός των Γαλατών αναφώνησε το   «Vae victis», η μοίρα του ηττημένου είναι καλά γνωστό ότι κατ ουσία εξαρτάται αποκλειστικά από τις διαθέσεις του νικητή.

Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι η βεβαιότητα του συμπεράσματος είναι τέτοια που θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται πλέον για εθιμικό κανόνα του ΔΔ. Οι Διεθνείς συνθήκες που έχουν υπογραφεί μπορεί να καθορίζουν, την αποφυγή του πολέμου, να ρυθμίζουν την διεξαγωγή του και την συμπεριφορά των εμπολέμων, να κατοχυρώνουν την ατομική ευθύνη των εμπολέμων, αλλά καμία συνθήκη εξ όσον είμαστε  σε θέση να γνωρίζουμε δεν ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο νικητής συμπεριφέρεται στον ηττημένο.

Φυσικά εννοείται  ότι η κατοχύρωση των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε οικουμενικό επίπεδο , σε συνδυασμό με την θεσμοθέτηση των jus cogens κανόνων σε διεθνές επίπεδο, κατοχυρώνει τον ελάχιστο βαθμό προστασίας, των ηττημένων τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο.

 

  1. 2.      Ιστορική αναδρομή

Από αρχαιοτάτων χρόνων ο πόλεμος όπως και οι επιδημίες, θεωρούταν από τους ανθρώπους ως κάτι δεδομένο. Εξ ίσου φυσιολογικό θεωρούταν ο ηττημένος να αποζημιώνει τον νικητή, και ένα μέρος του πληθυσμού του να εξανδραποδίζεται . Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου , έγινε αντιληπτό από την διεθνή κοινότητα ότι η χρήση βίας θα έπρεπε να ελεγχτεί.

Η πρώτη προσπάθεια χειραγώγησης της ένοπλης βίας έγινε το 1899 στην Χάγη με την υπογραφή της ομώνυμης πρώτης σύμβασης[2].

Η πρώτη Σύμβαση έθετε τις βάσεις για την ειρηνική επίλυση των διακρατικών διαφορών . Σύμφωνα με αυτή τα συμβαλλόμενα κράτη θα έπρεπε να επιλύουν τις διαφορές τους, είτε με παραπομπή στις «καλές υπηρεσίες», ή με μεσολάβηση ή συνδιαλλαγή, είτε δια της παραπομπής της διαφοράς σε διεθνή διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου που ιδρύθηκε για αυτόν τον σκοπό καθαρά[3].

Η δεύτερη σύμβαση καθόριζε την υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να προβούν στην κωδικοποίηση των εθίμων του κατά ξηρά πολέμου[4].

Η τρίτη σύμβαση η οποία αφορούσε τους όρους και προϋποθέσεις του κατά θάλασσα πολέμου και περιλάμβανε στο προοίμιο της υποχρέωση των κρατών να προσαρμόσουν την συνθήκη σε αυτήν της Γενεύης για την μεταχείριση και την προστασία των τραυματιών του κατά ξηρά πολέμου του 1864[5].

 

Το 1907 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη διάσκεψη της Χάγης[6] η οποία προέβη στην προπαρασκευή δεκατριών  συμβάσεων , τρεις εκ των οποίων αναθεωρούσαν τις Συμβάσεις της Χάγης του 1899, και περιλάμβαναν όρους για τον περιορισμό της προσφυγής στην ένοπλη βία , και την επαναδιατύπωση των επιβαλλομένων υποχρεώσεων που είχαν τα κράτη κατά τις πολεμικές συγκρούσεις σε ξηρά και θάλασσα[7].

Το δίκαιο του πολέμου το οποίο κατ ουσία αναφέρεται στις διασκέψεις της      Χάγης του 1899 και του 1907 περιέχει τους εξής κανόνες :

  1. Το καθεστώς των Αιχμαλώτων πολέμου
  2. Το καθεστώς της προστασίας των αμάχων από τις συνέπειες των εχθροπραξιών
  3. Τους μηχανισμούς που αφορούν τον έλεγχο και την δίωξη εκείνων που έχουν διαπράξει εγκλήματα πολέμου κατά τον χρόνο διεξαγωγής των ενόπλων συγκρούσεων.
  4. Την εφαρμογή τον Διεθνών κανόνων και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύγκρουση δεν είναι διεθνής αλλά εσωτερική.
  5. Την αποκατάσταση των θυμάτων του πολέμου μάχιμων και μη

 

Η τρίτη Διάσκεψη είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί το 1915, πλην όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, λόγο της έναρξης του Ά παγκοσμίου πολέμου[8], γεγονός που κατά την άποψη του γράφοντος καταδεικνύει την σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι συμβαλλόμενοι τις δεσμεύσεις τις οποίες αναλάμβαναν υπογράφοντας τις εν λόγο συνθήκες.

Το 1919 υπογράφεται η συνθήκη  των Βερσαλλιών, από τους νικητές και ηττημένους του ΆΠΠ.

Το 1924 με το «Περί ειρηνικής διευθετήσεως των διεθνών διαφορών πρωτόκολλο της Κοινωνίας των εθνών»[9]κατοχυρώνει την κρατική ευθύνη σε περίπτωση προσφυγής σε βία.

Με το ίδιο περιεχόμενο ήταν και μία σειρά από συνθήκες όπως αυτή του Λοκάρνο[10] γνωστότερη και ως σύμφωνο του Ρήνου, όπως επίσης και των Παρισίων[11]γνωστότερη και ως – Σύμφωνο Kellog-Briand.

 

2.1 Συνθήκη των Βερσαλλιών , η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της Ατομικής ευθύνης, και η εμφάνιση των πρώτων προβλημάτων.

Το 1919 υπογράφεται η συνθήκη  των Βερσαλλιών, από τους νικητές και ηττημένους του ΆΠΠ. Στα Άρθρα (228-230) της , τέθηκαν για πρώτη φορά δυο πολύ σημαντικά ζητήματα .

Τό πρώτο και κυριότερο απτόταν της αρχής τής μη-επεμβάσεως στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων κρατών. Από τον 19ο Αιώνα, η συνήθης πρακτική των μεγάλων δυνάμεων, ήταν να επεμβαίνουν στίς εσωτερικές υποθέσεις των άλλων κρατών, προς διασφάλιση  της «νομιμότητας» η οποία συνήθως ταυτιζόταν με τα συμφέροντα τους. Αυτό ως είναι γνωστό προκάλεσε το 1823 την διακήρυξη Monroe σύμφωνα με την οποία , «οιαδήποτε επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στα εσωτερικά των Η.Π.Α, θα θεωρούταν ως εχθρική πράξη». Η Αρχή της μη- επεμβάσεως κατοχυρώθηκε ρητώς στο  Σύμφωνο της κοινωνίας των Εθνών στο Άρθρο 21 ,όπως και πολύ αργότερα στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών[12] στο Άρθρο 2(4).

Το δεύτερο ζήτημα ήταν η ατομική ευθύνη των φυσικών προσώπων , που ενεργούσαν για λογαριασμό του Κράτους. Η καινοτομία άπτεται του γεγονότος ότι μέχρι εκείνη την στιγμή υποκείμενα στο ΔΔ, ήταν μόνο τα κράτη και όχι τα άτομα. Οι σύμμαχοι λοιπόν ζήτησαν από την Γερμανία να παραδώσει στις συμμαχικές δυνάμεις του εγκληματίες πολέμου, προκειμένου να δικαστούν από ad hoc συμμαχικά δικαστήρια. H Γερμανία αρνήθηκε, παρά τις προσδοκίες να παραδώσει αυτά τα άτομα, δέχθηκε όμως να παραπέμψει κάποιους από αυτούς, σε ένα δικαστήριο που συστάθηκε στην Λειψία για αυτόν τον σκοπό[13], το οποίο τους έκρινε όλους ενόχους. Ενώ μνημειώδης παραμένει η άρνηση της Ολλανδίας, στο Συμμαχικό Αίτημα για έκδοση του πρώην Αρχηγού του Γερμανικού Κράτους Γουλιέλμου  ΄Β, ο οποίος είχε καταφύγει σε αυτό το κράτος , και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του εκεί.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η πρώτη απόπειρα θεσμοθέτησης, της διεθνούς Ποινικής ευθύνης του Ατόμου , ως και η υπό προϋπόθεσης επέμβαση στα εσωτερικά άλλου κράτους, υπήρξε προβληματική.

 

  1. 3.       Η  Δίκη της Νυρεμβέργης

Το Δικαστήριο που συστάθηκε ήταν αποτέλεσμα μιας συμφωνίας, την οποία υπέγραψαν οι Κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στις 8 Αυγούστου 1945 στο Λονδίνο για την δίκη και πιθανή καταδίκη όλων των εγκληματιών πολέμου των προερχόμενων από τον Άξονα. Το Δικαστήριο απαρτίσθηκε από δύο δικαστές (ένας τακτικός και ένας αναπληρωματικός), και έναν κατήγορο από κάθε Συμμαχική χώρα (Αγγλία , ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλία)[14].

Το κυριότερο πρόβλημα στην δίκη της Νυρεμβέργης υπήρξε η καταστρατήγηση, του Αξιώματος του Ποινικού δικαίου, N.c.n.p.s.l αφού δεν υπήρχε γραπτό δίκαιο που να θεσπίζει τόσο το ποια πράξη ή παράλειψη συνιστά έγκλημα διεθνούς ενδιαφέροντος , αλλά ακόμα χειρότερα δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει  τι συνιστά υπεράσπιση , σε αυτή την κατηγορία. Το δικαστήριο σχετικά ανέφερε ότι «το N.c.n.p.s.l ,είναι μια γενική Αρχή δικαίου η οποία δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να σταθεί εμπόδιο στην τιμωρία των υπευθύνων Εθνικοσοσιαλιστών γιατί τότε θα υπήρχε προφανής αδικία»[15].

Η δε κριτική για την επιλογή των δικαστών υπήρξε έντονη , αφού απουσίαζαν Γερμανοί ή και ουδέτεροι δικαστές, παρόλα αυτά επεκράτησε η άποψη ότι η Νυρεμβέργη καθιέρωσε την δίκαιη δίκη.

Η άποψη μας είναι πως έστω και για το θεαθήναι θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον, ένα μέλος από την πλευρά των ηττημένων αλλά και ένας ουδέτερος. Νοουμένου ότι ένας γερμανός δικαστής , θα μπορούσε να αντιληφθεί , αλλά και να εξηγήσει στους υπόλοιπους  δικαστές πολύ καλύτερα τις συνθήκες , υπό τις οποίες τελέστηκαν τα εν λόγο εγκλήματα αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Είναι καλά γνωστό ότι σε ένα κράτος Δικαίου υπερισχύει το δίκαιο erga omnes. Στην Γερμανία κατά την στιγμή της διάπραξης των εν λόγο εγκλημάτων, το ούτως ή άλλως ελλειμματικό κράτος Δικαίου των Ναζί, είχε υποχωρήσει ακόμη περισσότερο έναντι της Λαϊκής απαίτησης , να ξεπλυθεί η ντροπιαστική ήττα του ΑΠΠ.

Από την άλλη μεριά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην γερμανική κουλτούρα το δόγμα Deutschland uber alles[16], είναι αυτό ου συνέβαλλε οι γερμανοί  να ξεπεράσουν την ντροπιαστική ήττα του ΑΠΠ, και έτσι είναι αδύνατο αναλογιζόμενοι το κλίμα της εποχής, να φανταστούμε κάποιον γερμανό Αξιωματούχο , ο οποίος θα αρνούταν να εκτελέσει μια διαταγή προφασιζόμενος ηθικούς ή άλλους λόγους[17]. Πρόσθετα ένας ουδέτερος δικαστής , θα μπορούσε να προσδώσει στο δικαστήριο, μια ουδέτερη γνώμη , πιθανότατα ευεργετική για τους κατηγορουμένους.

Επίσης είναι γνωστό το αξίωμα του Κοινοδικαίου «Ουδείς κριτής της δικής του υπόθεσης», σε αυτή την δίκη οι σύμμαχοι ήταν παραπονούμενοι, κατήγοροι και δικαστές. Επίσης τα αξιώματα της δίκαιης δίκης για «ανεξάρτητο, αμερόληπτο και δια νόμου οριζόμενου δικαστή», δεν τηρήθηκαν.

Εάν σε όλα αυτά προστεθεί και το γεγονός ότι ουδείς , από το στρατόπεδο των συμμάχων οδηγήθηκε ενώπιον , κάποιου διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, τότε θα λέγαμε ότι το κύριο δόγμα που εδραίωσε η δίκη ήταν το «Vae victis»[18] . Παρόλα αυτά όμως , θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτά τα προβλήματα , που αναφέραμε ήταν αυτά που κατέδειξαν την ανάγκη κωδικοποίησης του ΔΠΔ, και της δημιουργίας ενός μόνιμου Δικαιοδοτικού οργάνου.

 

Οι Αρχές που καθιέρωσε η Δίκη της Νυρεμβέργης

Η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας, σήμανε το τέλος του ΄ΒΠΠ , ταυτόχρονα η ανθρωπότητα βρέθηκε ενώπιον, αποκαλύψεων φρικιαστικών. Οι μαζικές εξοντώσεις Εβραίων , και γενικότερα «μη-αρείων», ήταν φαινόμενα πρωτόγνωρα στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Από την άλλη κατά την άποψη του γράφοντος υπήρξε η ανάγκη εκ μέρους της ηγεσίας των συμμάχων, η κοινή γνώμη να στρέψει την προσοχή της σε άλλα ζητήματα προκειμένου , να «κρυφτεί» ο όλεθρος που προκάλεσαν , οι μαζικοί βομβαρδισμοί Γερμανικών Πόλεων , αλλά και οι ρίψεις ατομικών βομβών στην Χειροσίμα και το Ναγκασάκι στη Ιαπωνία.

         Οι αρχές που καθιέρωσε η Νυρεμβέργη:

Α) Ατομική ποινική ευθύνη για εγκλήματα διεθνούς δικαίου

Β) Το μη παραδεκτό της επιφύλαξης λόγω αντίθετης εθνικής νομοθεσίας

Γ) Η άρση ασυλίας των αρχηγών κρατών και  κυβερνήσεων

Δ) Το μη παραδεκτό της υπακοής στις διαταγές ανωτέρου

Ε) Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη

Στ) Η ποινικοποίηση σε διεθνές επίπεδο 3 κατηγοριών εγκλημάτων (κατά της ειρήνης/κατά της ανθρωπότητας/πολέμου)

Η)  Θέσπιση του τιμωρητού της συνέργειας[19]

 

4.         Η συμβολή της Δίκης  της Νυρεμβέργης στην εξέλιξη του ΔΠΔ

Η συμβολή της δίκης στην εξέλιξη του ΔΠΔ υπήρξε τεράστια αφού για πρώτη φορά ουσιαστικά, δημιουργήθηκε Διεθνές δικαιοδοτικό όργανο Ποινικού χαρακτήρα. Επίσης για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε η ενώπιον διεθνών Δικαστηρίων ,δίκη των υπευθύνων. Υπήρξε η καθιέρωση του διεθνούς ποινικού δικαίου, ως ανεξάρτητου κλάδου δικαίου . Κατοχυρώθηκε η υπό προϋποθέσεις  άρση της Αρχής της Μη-επεμβάσεως στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών για εγκλήματα διεθνούς ενδιαφέροντος. Υπήρξε η κατηγοριοποίηση των Διεθνών  εγκλημάτων (Κατά της Ειρήνης , Κατά της Ανθρωπότητας , Πολέμου). Κατέδειξε την ανάγκη κωδικοποίησης του ΔΠΔ , και της δημιουργίας ενός μόνιμου Ποινικού χαρακτήρα Δικαιοδοτικού οργάνου, προκειμένου να αποφευχθούν τα ελλείμματα δικαιοσύνης που εντοπιστήκαν στην Νυρεμβέργη.

 

4.1 Η πρωτοκαθεδρία της Νυρεμβέργης ως ad-hoc Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου

Παρά τις επικρίσεις γεγονός είναι ότι η δίκη της Νυρεμβέργης , ήταν αυτή που ουσιαστικά καθιέρωσε , τα Ποινικού Χαρακτήρα Διεθνή Δικαιοδοτικά όργανα. Αν και η πρώτη προσπάθεια τυπικά είχε γίνει όπως είδαμε και παραπάνω στην Λειψία το 1922, εν τούτοις η Νυρεμβέργη υπήρξε το πρώτο Ποινικού χαρακτήρα   δικαιοδοτικό όργανο που λειτούργησε με επιτυχία.

Η κριτική που αναπτύχθηκε εναντίον αυτής της άποψης , έχει να κάνει με το γεγονός ότι υπήρξε σωρεία παραβιάσεων των Αρχών του ποινικού δικαίου, με πρώτη και σοβαρότερη την παραβίαση της αρχής N.c.n.p.s.l , αφού το κατηγορητήριο της Νυρεμβέργης βασίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του  στην παραβίαση του συμφώνου των Παρισίων και της διακήρυξης της 26ης Ιανουαρίου του 1930[20].

Οι συνθήκες όμως αυτές απαγόρευαν ορισμένες πράξεις δεν θέσπιζαν σε καμιά περίπτωση, διεθνή εγκλήματα , άρα το ερώτημα  που γεννάται είναι πως σε μια ποινική δίκη, ο κατηγορούμενος μπορεί να βρεθεί ποινικά υπεύθυνος , αφού την στιγμή που διέπραττε τα «αδικήματα», δεν διέθετε την απαιτούμενη «ένοχη διάνοια» , στοιχείο που μαζί με την «ένοχη πράξη» συνθέτουν την «ποινική ευθύνη»;

 

4.2 Συμβολή στην εδραίωση της τιμωρίας των «ποινικά υπεύθυνων», από Διεθνή Δικαστήρια.

Μέχρι την Νυρεμβέργη υποστηριζόταν ότι εάν το κράτος εξουσιοδοτεί ή αναλαμβάνει την ευθύνη , το άτομο παύει να είναι νομικά υπεύθυνο δια την διάπραξη των εν λόγο πράξεων[21]. Είναι καλά γνωστό ως βασική αρχή του Συνταγματικού αλλά και του διοικητικού δικαίου, ότι οι πράξεις όλων των οργάνων της Νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, βαραίνουν το κράτος και όχι τους ίδιους τους αξιωματούχους[22].

Στην δίκη της Νυρεμβέργης οι γερμανοί αξιωματούχοι επικαλεστήκαν , το γενικότερο αξίωμα του κοινοδικαίου , περί απαλλαγής των εκπροσώπων  της δικαστικής εξουσίας, από τυχόν ευθύνες οι οποίες προκύπτουν συνεπεία της ενάσκησης των καθηκόντων τους. Το δικαστήριο απορρίπτοντας τις αιτιάσεις των κατηγορουμένων τόνισε ότι ένα τέτοιο αξίωμα θα είχε εφαρμογή ένα οι δικαστές υπηρετούσαν ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο σύστημα δικαιοσύνης, κάτι το οποίο στο ΄Γ Ράιχ ήταν ανύπαρκτο[23].

Επίσης η Δίκη καθιέρωσε την Άρση των διαφόρων ασυλιών , που από το ΔΔ προβλεπόταν για διάφορους αξιωματούχους του κράτους περιλαμβανομένου και του Αρχηγού του Κράτους. Η άποψη που εδραιώθηκε στην μετά- Νυρεμβέργη εποχή ήταν ότι , εάν οι Αξιωματούχοι ενεργούν η παραλείπουν να ενεργήσουν εν ονόματι του Κράτους , αλλά οι πράξεις τους ή οι παραλείψεις τους είναι αντίθετες με το δίκαιο, τότε οι πράξεις τους δεν θεωρούνται «πράξεις κράτους», αλλά ως πράξεις ή παραλείψεις των ιδίων των προσώπων.

 

4.3 Συμβολή της Νυρεμβέργης στην καθιέρωση των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων ως δικαιοδοτικών οργάνων

Μέχρι και την Νυρεμβέργη , όπως αναφέραμε και πιο πάνω στην περίπτωση του δικαστηρίου της Λειψίας , τα προβλήματα που εγειρόταν είχαν να κάνουν με την άρνηση των κρατών να εκδώσουν υπηκόους τους προκειμένου αυτοί να δικαστούν, σε κάποιο άλλο κράτος. Ακόμη δυσκολότερο ήταν όπως φάνηκε και στην περίπτωση  του Γουλιέλμου΄Β , όταν ο κατηγορούμενος είχε καταφέρει σε ουδέτερο κράτος. Θεωρητικά αυτό το πρόβλημα ξεπεράστηκε μετά την Νυρεμβέργη. Λέμε θεωρητικά γιατί είδαμε ότι όσον αφορά την περίπτωση του  ad hoc δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία[24], ότι η Σερβία δέχτηκε αφόρητες πιέσεις μέχρι να εκδώσει τον Milosevic. Αντίθετα στην περίπτωση του ΔΠΔ της Ρουάντα[25] παρά την από της 24/1/1995 συμφωνία μεταξύ ΔΠΔ-ΗΠΑ[26], και παρά το γεγονός ότι η εν λόγο συμφωνία, είχε μεταφερθεί στη , εσωτερική έννομη Τάξη των ΗΠΑ[27],το αίτημα έκδοσης του Elizaphen Ntakituritama, κατηγορούμενου για εγκλήματα γενοκτονίας ,και εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας , απερρίφθη. Παρά το γεγονός ότι οι Αμερικάνικές Αρχές, προσπάθησαν να εκδώσουν τον Ρουαντανο Υπήκοο, εν τούτοις το περιφερειακό εφετείο, απέρριψε το αίτημα[28]. Στην απόφαση τονίσθηκε , ότι όσες φορές το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ , ασχολήθηκε με παρεμφερείς υποθέσεις αρνήθηκε την εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο των ΗΠΑ , να ενεργεί αυτοβούλως σε περιπτώσεις εκδόσεως. Πρόσθετα λέχθηκε ότι το σύνταγμα των ΗΠΑ , δεν εξουσιοδοτούσε την εκτελεστική εξουσία να προβαίνει σε έκδοση , ξένων υπηκόων που ζούσαν σε Αμερικανικό έδαφος, χωρίς να υπάρχει σχετική  αμφοτεροβαρή συνθήκη[29].

Βλέπουμε λοιπόν ότι ναι μεν  έσπασε για πρώτη φορά το κρατικό «μονοπώλιο» της εθνικής ποινικής δικαιοδοσίας για εγκλήματα διεθνούς ενδιαφέροντος, από την άλλη όμως, η επέμβαση στους εσωτερικούς μηχανισμούς των κρατών ,εξακολουθεί να καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, ακόμη και σήμερα .

Σήμερα   Το καταστατικό του ΔΠΔ  στο Άρθρο 17 περιλαμβάνει την αρχή της συμπληρωματικότητας.  Το δικαστήριο λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με τα εθνικά ποινικά δικαστήρια. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί μιας υπόθεσης μόνο όταν το κράτος, στη δικαιοδοσία του οποίου εμπίπτει η εκδίκαση συγκεκριμένου εγκλήματος, αδυνατεί ή είναι γνησίως απρόθυμο να επιληφθεί.

Το ΔΠΔ δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα εθνικά ποινικά δικαστήρια που είναι a priori αρμόδια να δικάσουν τα πρόσωπα που κατηγορούνται για την τέλεση διεθνών εγκλημάτων. Όπως παρατηρείται και στο προοίμιο του καταστατικού, κάθε κράτος έχει καθήκον να ασκεί την ποινική του δικαιοδοσία επί των υπαιτίων για διεθνή εγκλήματα[30].

 

4.4 Η συμβολή στην καθιέρωση του ΔΠΔ κατηγοριοποίηση των εγκλημάτων διεθνούς ενδιαφέροντος

Οι κατηγορούμενοι στην δίκη της Νυρεμβέργης , αντιμετώπισαν τέσσερα είδη κατηγοριών

Εγκλήματα κατά της Ειρήνης: Συγκεκριμένα ο σχεδιασμός, η προετοιμασία, η έναρξη, η εξαπόλυση πολέμου ή επίθεσης ή πολέμου κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, συμφωνιών ή διαβεβαιώσεων, ή συμμετοχή σε κοινό σχέδιο συνωμοσίας για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους παραπάνω στόχους.

Εγκλήματα Πολέμου: Συγκεκριμένα, παραβιάσεις των νόμων και των κανόνων του πολέμου. Σε αυτά περιλαμβάνονται – δεν περιορίζονται όμως σε αυτά – δολοφονίες, κακομεταχείριση ή εκτόπιση για καταναγκαστική εργασία ή οποιοδήποτε άλλου σκοπό ιδιωτών από κατακτημένη χώρα, δολοφονία ή κακομεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου ή ναυτικών, εκτέλεση ομήρων, λεηλασίες δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, απρόκλητη καταστροφή πόλεων, κωμοπόλεων ή χωριών ή καταστροφές μη υπαγορευόμενες από στρατιωτική ανάγκη.

Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας: Συγκεκριμένα, δολοφονία, εξόντωση, υποδούλωση, εκτόπιση και άλλες απάνθρωπες πράξεις διαπράχθηκαν κατά πολιτών πριν ή κατά τη διάρκεια του πολέμου. διώξεις λόγω πολιτικών, φυλετικών ή θρησκευτικών αιτίων ή σχετικών με οποιοδήποτε έγκλημα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι, εκτελέσθηκε, είτε παραβίασε την τοπική νομοθεσία είτε όχι, της χώρας στην οποία διαπράχθηκε.

Συνωμοσία για το σχεδιασμό και την εξαπόλυση επιθετικών ενεργειών και άλλων εγκλημάτων κατά της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Από τα παραπάνω τα εγκλήματα πολέμου, της Ανθρωπότητας, παρέμειναν ενώ τα εγκλήματα κατά της ειρήνης και της  συνωμοσίας για το σχεδιασμό και την εξαπόλυση επιθετικών ενεργειών, συγχωνεύθηκαν και μετονομάστηκαν σε έγκλημα της επιθέσεως [31] ενώ μετά την Νυρεμβέργη μαζί με το «έγκλημα των εγκλημάτων»[32] , αυτό της γενοκτονίας , θεωρούνται  ως εγκλήματα επί των οποίων έχει αρμοδιότητα το Διεθνές ποινικό Δικαστήριο[33].

 

4.5 Η καθιέρωση των Αρχών της Νυρεμβέργης ως εθιμικό και στην συνέχεια ως συμβατικό Διεθνές  δίκαιο.

Μετά την Νυρεμβέργη διεφάνει αφενός η ανάγκη δημιουργίας ενός μόνιμου δικαιοδοτικού οργάνου σε θέματα ΔΠΔ , αφετέρου δε η ανάγκη κωδικοποίησης του ΔΠΔ. Οι διεργασίες για κωδικοποίηση του ΔΠΔ ξεκίνησαν μετά το τέλος το τέλος της Δίκης, η επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και οι Εθνικές κυβερνήσεις ανέλαβαν την αναθεώρηση των συνθηκών της Χάγης , το αποτέλεσμα ήταν η υπογραφή το 1948 της «Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας[34]»

το 1949 στη Γενεύη τεσσάρων συμβάσεων οι οποίες αφορούσαν τα εξής θέματα:

1.         Την βελτίωση της καταστάσεως των τραυματιών και ασθενών των εμπολέμων εις τον κατά ξηρά πόλεμο .

2.         Την βελτίωση της καταστάσεως των τραυματιών και ασθενών των εμπολέμων εις τον κατά θάλασσα πόλεμο  .

3.         Την μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου .

4.         Την προστασία αμάχων πληθυσμών κατά την διάρκεια του πολέμου[35]

 

To 1977 Το δίκαιο των συμβάσεων της Χάγης καθώς και εκείνο της Γενεύης ενοποιήθηκε με τα δυο πρωτόκολλα των συμβάσεων του 1949.

Το υπ.αρ. 1 πρόσθετο πρωτόκολλο  διευρύνει τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων κυρίως στον τομέα της προστασίας των θυμάτων των ενόπλων συγκρούσεων.

Το υπ.αρ. ΙΙ   εφαρμόζεται στις μη-διεθνείς εσωτερικού χαρακτήρα συγκρούσεις και ιδίως στις εμφύλιές συρράξεις.

Ακολούθησαν τα ψηφίσματα του ΣΑ για την δημιουργία των  ad hoc δικαστηρίων για την πρώην Γιουγκοσλαβία[36], και για την Ρουάντα[37],τα δύο αυτά δικαστήρια στα καταστατικά τους  ενσωμάτωσαν τις αρχές της Νυρεμβέργης, αλλά και υιοθέτησαν τις κατηγορίες εγκλημάτων που θέσπισε η Νυρεμβέργη .

Το αποκορύφωμα ήρθε με την σύσταση του ΔΠΔ στην Χάγη  , και την ψήφισή του καταστατικού του στην Ρώμη[38],όπου και δημιουργήθηκε πλέον ένα μόνιμο δικαιοδοτικό όργανο, και το ΔΠΔ πλέον θεωρείτε ,μετά και την ψήφιση του καταστατικού του , σε υψηλό βαθμό πλέον κωδικοποιημένο.

Εντός του καταστατικού υιοθετούνται οι Αρχές της Νυρεμβέργης , όπως η αρχή Nullum crimen[39] ,η αρχή της Ατομικής Ευθύνης[40], η άρση της Ασυλίας των αρχηγών κρατών και  κυβερνήσεων[41], Το μη παραδεκτό της υπακοής στις διαταγές ανωτέρου, και την θέσπιση του τιμωρητού της συνέργειας[42], Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[43],την  υιοθέτηση των  3 κατηγοριών εγκλημάτων τής Νυρεμβέργης  (κατά της ειρήνης/κατά της ανθρωπότητας/πολέμου), και στην προσθήκη σε αυτά του εγκλήματος της Γενοκτονίας[44].

Επίσης ως θλιβερή παρακαταθήκη από την δίκη της Νυρεμβέργης, (όπου δεν δικάστηκε κανένας από το στρατόπεδο των συμμάχων) θεωρείται το “Vae victis¨» , αφού η μετέπειτα πρακτική των μετέπειτα Διεθνών ποινικών Δικαστηρίων δείχνει ότι ,οι κατηγορούμενοι να είναι πάντα σχεδόν μόνο από την μία πλευρά, συνήθως αυτήν του ηττημένου[45].

Για την ιστορία θα θυμίσουμε ότι οι Ναζί εισέβαλλαν στην Πολωνία μαζί με τους Ρώσους , ενώ είναι γνωστές και οι μαζικές εκκαθαρίσεις στις οποίες προέβει το Σταλινικό καθεστώς εναντίον εβραϊκών ελληνικών και άλλων πληθυσμών, όπως και οι μαζικές διώξεις αντιφρονούντων.

  1. 4.      Επίλογος

Είναι καλά γνωστό ότι  η Δίκη της Νυρεμβέργης , έγινε αντικείμενο κριτική τόσο ως προς την διαδικασία που επιλέχθηκε , τους δικαστές , αλλά και το εφαρμοστέο δίκαιο , που εφάρμοσε το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της εξουσίας του. Είναι γεγονός ότι τα αξιώματα τόσο της Δίκαιης Δίκης ,όσο και των ελαχίστων δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου σε ποινική δίκη, υποχώρησαν με σκοπό να ικανοποιηθεί το περί δικαίου αίσθημα , της παγκόσμιας κοινής γνώμης ,όπως τουλάχιστον πίστευαν οι Δικαστές στην συγκεκριμένη δίκη, από την άλλη είναι κοινώς αποδεκτό , ότι η Δίκη της Νυρεμβέργης συνέβαλε τα μέγιστα στην κωδικοποίηση του ΔΠΔ , όσο και στην δημιουργία των Διεθνών ποινικών Δικαστηρίων.

Τα διεθνή δικαστήρια όπως υποστήριξε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Μπ. Κι- Μουν, στη συζήτηση αποτίμησης του έργου τους, στην έδρα του Οργανισμού στη Νέα Υόρκη «έδωσαν φωνή στα θύματα και στους μάρτυρες εγκλημάτων πολέμου και αποτελούν θεσμούς ζωτικής σημασίας για την συμφιλίωση».

 

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με όσα παραθέσαμε στην παρούσα μελέτη η συμβολή της  Δίκης της Νυρεμβέργης, κατέδειξε αφενός την ανάγκη για την κωδικοποίηση του Διεθνούς ποινικού Δικαίου, αλλά και την δημιουργία ενός μόνιμου Δικαιοδοτικού οργάνου, αφετέρου η συμβολή της στα παραπάνω υπήρξε καθοριστική.

 ==============================

ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος είναι μέλος της συντακτικής ομάδας curia.gr


[1] Η φράση οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις, (στη νεοελληνική: αλίμονο στους ηττημένους, ή τους νικημένους), είναι μια ιστορική λατινογενής φράση που κατά τον Τίτο Λίβιο (V, 48) λέχθηκε, το 390 π.χ., από τον αρχηγό των Γαλατών, Βρέννος, τη στιγμή που, μετά από αντιρρήσεις των Ρωμαίων για το σωστό βάρος χρυσού που θα καταβαλόταν ως λύτρα για την αποχώρηση των Γαλατών από τη Ρώμη, έριξε το ξίφος και τη ζώνη του πάνω στη ζυγαριά των δικών του σταθμών αναφωνώντας Vaevictis.

 

Για την ιστορία του θέματος υπενθυμίζεται ότι επειδή τελικά έλλειπε το 1/3 του απαιτούμενου χρυσού, οι Ρωμαίοι ζήτησαν μικρή πίστωση χρόνου προκειμένου να το συμπληρώσουν. Στον χρόνο αυτό επέστρεψε στο μεταξύ ο τέως φυγάς Μάρκος Φούριος Κάμιλλος επικεφαλής ανασυνταγμένων και ενισχυμένων δυνάμεων και, κηρύσσοντας άκυρη τη συνθήκη, σύναψε σπουδαία μάχη κατά την οποία διέλυσε τους Γαλάτες, ελάχιστοι των οποίων και διασώθηκαν. Τότε ο Καμίλλος αναγνωρίστηκε και αποκλήθηκε από τον δήμο «πατέρας της πατρίδας» και «δεύτερος Ρωμύλος», δηλαδή κτήτορας της Ρώμης.

[2]Πρώτη Σύμβαση της πρώτης συνδιάσκεψης ειρήνης της Χάγης για τον ειρηνικό διακανονισμό των διεθνών  διαφορών (29 Ιουλίου 1899) η οποία στο Άρθρο 1 διελάμβανε ότι:

«Προς το σκοπό να αποφύγουν, κατά το δυνατόν , στις μεταξύ τους σχέσεις την προσφυγή στην βία , οι υπογράφουσες δυνάμεις συμφωνούν να καταβάλλουν τις καλύτερες προσπάθειες τους για τον ειρηνικό διακανονισμό των Διεθνών διαφορών». Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της Χάγης υπογραφήκαν τρεις συνολικά διεθνείς συμβάσεις, και τρεις διακηρύξεις ».

[3]Convention noI Regarding the pacific settlement of international Disputes July 29 1899

[4]Convention noΙΙ  with respect to the laws and customs of war on land , with annex of regulations July 29 1899

[5]Convention Νo ΙΙI  for the adaptation to maritime warfare of the principles of the Geneva Convention of  22 July 1864 July 29 1899

[6]Πρώτη σύμβαση της δεύτερης Συνδιάσκεψης της Χάγης για τον ειρηνικό διακανονισμό των διεθνών  διαφορών (18 Οκτωβρίου 1907)

[7] Πρώτη σύμβαση της δεύτερης Συνδιάσκεψης της Χάγης για τον ειρηνικό διακανονισμό των διεθνών  διαφορών (18 Οκτωβρίου 1907)

[8]Κωνσταντίνος Π. Χορτάτος ,  Νέο Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο των Ενόπλων Συγκρούσεων και τα εγκλήματα πολέμου, Αντ.Ν.Σακκουλας, Αθήνα 2003, σελ.20

[9] Περί ειρηνικής  διευθετήσεως  πρωτόκολλο της ΚτΕ(1924) του οποίο στο Άρθρο 1 διελάμβανε ότι:

«Κράτος που προσφεύγει στην βία κατά παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο πρωτόκολλο θεωρείτε ως επιτιθέμενος,…. Εις περίπτωση εχθροπραξιών οιονδήποτε κράτος θα θεωρείτε ως επιδρομέας εκτός εάν το συμβούλιο με ομόφωνη απόφαση του , αποφασίσει άλλως. ………. Εάν το συμβούλιο αδυνατεί να καθορίσει τον επιτιθέμενο τότε πρέπει να διατάξει την σύναψη ανακωχής μεταξύ των εμπολέμων και να καθορίσει τους όρους για την εκτέλεση της , με πλειοψηφία δυο τρίτων. Εάν οιοσδήποτε των εμπολέμων παραβιάσει την ανακωχή αυτή θα θεωρηθεί ως επιτιθέμενος»

[10] Συνθήκες του Λοκάρνο (1925) –Σύμφωνο του Ρήνου

[11]Συνθήκη των Παρισίων (1928)- Σύμφωνο Kellog-Briand συνθήκη η οποία δέσμευε πέραν των 60 κρατών , περιλαμβανομένων της Γερμανίας  και της Ιαπωνίας

[12] Διεθνής καταστατικός Χάρτης των ΗΕ

[13] Royal institute of international affairs, Bulletin of International News. Vol.22 (1945) pg.15, βλ. Επίσης Κωνσταντίνος Π. Χορτάτος ,  Νέο Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο των Ενόπλων Συγκρούσεων και τα εγκλήματα πολέμου, Αντ.Ν.Σακκουλας, Αθήνα 2003, σελ.85 βλ.επίσης  Κ. ΙΩΑΝΝΟΥ/Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ/Χ. ΡΟΖΑΚΗ/Α. ΦΑΤΟΥΡΟΥ, Δημόσιο διεθνές δίκαιο, Οι φορείς Δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στη διεθνή έννομη τάξη , Αθήνα – Κομοτηνή 1990, Κρ. Ιωάννου/Σ. Περάκη ,Εισαγωγή στην Διεθνή Δικαιοσύνη Τεύχος Ι, γενική θεωρία και θεσμικές εφαρμογές , Αθήνα – Κομοτηνή 1984, Κρ. Ιωάννου/Σ. Περάκη, Τεύχος ΙΙ Διεθνής νομολογία και Πρακτική , Αθήνα – Κομοτηνή 1984

[14] Το Δικαστήριο απαρτίσθηκε από τα εξής μέλη: Αρχιδικαστής (Sir Geoffrey Lawrence) (Μ. Βρετανίας) – Πρόεδρος του Δικαστηρίου, τακτικό μέλος, Δικαστής (Sir Norman Birkett) (Μ. Βρετανία) – Αντιπρόεδρος, αναπληρωματικό μέλος, Δικαστής (Francis Biddle) (ΗΠΑ), Δικαστής  (John Parker) (ΗΠΑ) – αναπληρωματικό μέλος, Καθηγητής Ποινικού Δικαίου (Henri Donnedieu de Vabres) (Γαλλία) – τακτικό μέλος, Εφέτης  (Robert Falco) (Γαλλία) – αναπληρωματικό μέλος, Αντιστράτηγο (Iona Nikitchenko) (Αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιετικού Δικαστηρίου) – τακτικό μέλος, Συνταγματάρχης, καθηγητής Ποινικού Δικαίου  (Alexander Volchkov) – αναπληρωματικό μέλος.

Δημόσιοι Κατήγοροι επελέγησαν οι εξής:   (Sir Hartley Shawcross) (Γενικός εισαγγελέας του κράτους της Μ. Βρετανίας),  (Robert H. Jackson) (Δικαστής των ΗΠΑ),  (François de Menthon) και  (Auguste Champetier) (Υπουργός Δικαιοσύνης της προσωρινής κυβέρνησης της Γαλλίας),  (R. A. Rudenko), στρατηγός της Σοβ. Ένωσης

[15] Will the Judgment in the Nuremberg Trial Constitute a Precedent in International Law? Hans Kelsen The International Law QuarterlyVol. 1, No. 2 (Summer, 1947)

[16] «H Γερμανία πάνω από όλα» αυτό το δόγμα αποτελεί το θεμέλιο της γερμανικής κοινωνίας, και την αρχή του εθνικού ύμνου της Γερμανίας

[17] Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπήρχαν τέτοιοι αξιωματούχοι. Το πιο γνωστό παράδειγμα υπήρξε ο διοικητής του Αφρικακορπ Στρατάρχης Ρόμελ , ο  οποίος ουδέποτε εφάρμοσε την γραπτή διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, για επιτόπου εκτέλεση των βρετανών κομάντο που συλλαμβανόταν από γερμανούς στρατιώτες.

[18] Βλ. υποσημ. 1

[19] Πανεπιστημιακές σημειώσεις Διεθνούς Ποινικού Δικαίου Δρ. Ειρήνη Ανθή διαλ. 4

[20] Σύμφωνο μεταξύ Γερμανίας – Πολωνίας το οποίο προέβλεπε  , την απαγόρευση της χρήσης βίας μεταξύ των δύο κρατών.

[21]W.Harison Moore, Act of state in English Law, New York 32, (1906)

[22] Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 172

[23] Leo gross , the punishment of war criminals, “The Nuremberg trial’’, Nederland Law review, vol.2

[24] Απόφαση 827/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών , κατά την 3217η Σύνοδο του της 25ης Μαρτίου 1993 , για την σύσταση ΔΠΔ για την πρώην Γιουγκοσλαβία

[25] Απόφαση 955/1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών , της 8 Νοεμβρίου 1994 , για την σύσταση ΔΠΔ για την Ρουάντα

[26] Agreement on surrender of persons, January 24 1995. U.N international Tribunal For Rwanda

[27] 1342 Act of congress 1996 , Judicial Assistance to the International Tribunal for Former Yugoslavia, the International Tribunal for Rwanda

[28] Ntakituritama v. Reno  184 F 3d 419, 430 (5th cir.1999)

[29] Valentine v. US 229 US (1936)  , Neely v. Henkel US 109 (1901), William v. Rogers 449 f 2d 513 (8th cir.1971)

[30] Rome Statute of the international Criminal Court , July 17 1998 , UN Doc. A/Conf. 183/9

[31] Τα εγκλήματα κατά της ειρήνης ,στο καταστατικό του ΔΠΔ (Άρθρο 5)  πλέον αναφέρονται ως έγκλημα της επιθέσεως.

[32] Φράση που αναφέρθηκε στην Δίκη των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα  στη Ρουάντα βλ Morris V, Scharf P T, the international criminal court for Rwanda, NY, 1998,  van den Herik, the contribution of the Rwanda tribunal to the development of international law, the hague, 2005

[33] Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου Άρθρο 5

[34] Εγκρίθηκε και παρέμεινε ανοιχτή για υπογραφή, επικύρωση ή προσχώρηση με την

από 9 Δεκεμβρίου 1948 Νο. 260 Α (ΙΙΙ) απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών

[35] Convention No I for the amelioration of the condition of wounded and sick in armed forces in the field, Geneva 12 aug.1949,  Convention No II for the amelioration of the wounded and shipwrecked members of armed forces at the sea , Geneva 12 aug.1949, Convention No III relative to the treatment of prisoners, Geneva 12 aug.1949, Convention No IV Relative to the civilians protection of civilian prisoners in time of war, Geneva 12 aug.1949

[36] Απόφαση 827/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών , κατά την 3217η Σύνοδο του της 25ης Μαρτίου 1993 , για την σύσταση ΔΠΔ για την πρώην Γιουγκοσλαβία

[37] Απόφαση 955/1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών , της 8 Νοεμβρίου 1994 , για την σύσταση ΔΠΔ για την Ρουάντα

[38] Rome Statute of the international Criminal Court, July 17 1998, UN Doc. A/Conf. 183/9

[39] Μέρος ΙΙΙ Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρα 22, 23

[40] Μέρος ΙΙΙ Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρο 25

[41] Μέρος ΙΙΙ Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρο 26

[42] Μέρος ΙΙΙ Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρο 33

[43] Μέρος ΙΙ Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρα 11,20 Μέρος ΙΙΙ 22,23,24

[44] Μέρος Ι Καταστατικού ΔΠΔ Άρθρο 5

[45] Στη συζήτηση αποτίμησης του έργου τους, στην έδρα του Οργανισμού στη Νέα Υόρκη. Ο πρόεδρος της Σερβίας, Τόμισλαβ  Νίκολιτς  σύγκρινε τις δίκες στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY), με αυτές της ιεράς εξέτασης. Ανέφερε σχετικά «Η συμβολή του ICTY σε ορισμένες περιπτώσεις είναι προφανής, αλλά βαριά σκιά στο έργο του ρίχνει το γεγονός ότι οι πολιτικοί ηγέτες μόνον της μίας πλευράς – της σερβικής – στη Χάγη οδηγήθηκαν ως κατηγορούμενοι και έφυγαν ένοχοι», σημείωσε με πικρία. Ο πρόεδρος της Σερβίας είπε ακόμα ότι μέχρι τώρα σε Σέρβους έχουν επιβληθεί ποινές κάθειρξης 1.150 χρόνων και ότι εκπρόσωποι άλλων λαών έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα σε βάρος Σέρβων σε συνολικά 55 χρόνια κάθειρξη. Ο κ. Νίκολιτς τόνισε ότι αθωώθηκαν οι Κροάτες στρατηγοί Μάρκατς και Γκοτόβινα αν και οι κροατικές δυνάμεις εκδίωξαν περισσότερους από 300.000 Σέρβους από τις περιοχές στις οποίες κατοικούσαν επί αιώνες οι πρόγονοί τους και πρόσθεσε ότι πάνω από 2.000 θύματα από το Μπρατούνατς και την Κράβιτσα στην ανατολική Βοσνία, όπου επιχειρούσαν οι μουσουλμανικές δυνάμεις υπό τις εντολές του Νάσερ Όριτς, αναμένουν να τιμωρηθεί τουλάχιστον ένας από τους δράστες. «Χιλιάδες εκδιωχθέντες, δολοφονηθέντες και απαχθέντες Σέρβοι στο Κόσοβο δεν ήταν επαρκής λόγος για το ICTY για να τιμωρηθούν διοικητές και μέλη του αποκαλούμενου ”Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσόβου” και στη διάρκεια της δίκης, επιτράπηκε στον κατηγορούμενο Ραμούς Χαραντινάι να ασχοληθεί με την πολιτική, αυτό δεν έχει προηγούμενο», είπε ο πρόεδρος της Σερβίας. Το ICTY δεν εκπλήρωσε το βασικό διακηρυγμένο στόχο του: τη συμφιλίωση στην περιοχή. Γι αυτό δεν μπορεί να είναι το μέλλον του διεθνούς δικαίου, παρά μόνον το άσχημο παρελθόν του» πρόσθεσε ο κ. Νίκολιτς. Ασπασία  Χαλκιαδάκη «Η συμπληρωματικότητα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο: οι περιπτώσεις του Σουδάν και της Λιβύης» http://www.curia.gr/?p=916

 

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.