H ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

symbolaiografeio-744x538 Γράφει ο Γιάννης Γεράσιμος*

 

Η αρχή της επικουρικότητας σε επίπεδο φιλοσοφικής πραγμάτευσης ανάγει την προέλευση της στην παπική εγκύκλιο Quadrigesimo anno του 1931 και την περσοναλιστική φιλοσοφία του Γάλλου υπαρξιστή  Emannouel Mounier1 και αναφέρεται στη συνύπαρξη περισσοτέρων επιπέδων διακυβέρνησης έχοντας ως σκοπό την υπόδειξη του επιπέδου στο οποίο θα πρέπει τελικά να ληφθεί μια απόφαση με κριτήριο συνήθως την εγγύτητα της προς τους πολίτες (ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της διακυβέρνησης) και την αποτελεσματικότητα εφαρμογής των πολιτικών αποφάσεων2. Ειδικότερα, ως συνταγματική ρήτρα κατανομής αρμοδιοτήτων η αρχή της επικουρικότητας απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των συνταγμάτων των ομοσπονδιακών κρατών (όπου και δρα εγγυητικά υπέρ της αυτονομίας των περιφερειακών επιπέδων διακυβέρνησης) ήδη από την περίοδο της αμερικανικής επανάστασης3.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρχή της επικουρικότητας ως μέσο οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων που κατανέμονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως ρήτρα διασφάλισης της συνταγματικής αυτονομίας και της πολιτικής αυθυπαρξίας των κρατών μελών ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1980 με την πρωτοβουλία του Jacques Delors και κατοχυρώθηκε ρητά για πρώτη φορά στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986  (με το άρθρο 130ΙΙ αναφορικά με τον τομέα του περιβάλλοντος) και εν συνεχεία στη συνθήκη του Μάαστριχτ4. Η αρχή της επικουρικότητας, η οποία θεσμικά κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 5 παρ. 3 ΣΕΕ και στο πρωτόκολλο υπ’ αριθμόν 2 για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και αναλογικότητας σηματοδοτεί ότι στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά της, η Ένωση παρεμβαίνει μόνο εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, μπορούν όμως λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης.  Με δεδομένο ότι η οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε μια σταδιακή εκχώρηση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη στην Ένωση το ερώτημα αναφορικά με τη φύση και τα όρια αυτής της εκχώρησης και την εγγυητική λειτουργία της αρχής της επικουρικότητας ως ρήτρας (από κοινού και συνδυαστικά με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας της Ένωσης) διαφύλαξης της συνταγματικής αυτονομίας και πολιτικής αυθυπαρξίας των κρατών μελών, καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμο.

Η ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

Βασικό στοιχείο οικοδόμησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί η μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στην ένωση με τη συνεπακόλουθη σταδιακή επανανοηματοδότηση του περιεχομένου και του τρόπου θεώρησης της εθνικής κυριαρχίας και την ανάδυση ενός υπερεθνικού πλαισίου οργάνωσης και συγκρότησης της διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μιας μορφής ευρωπαϊκού συνταγματισμού πρώτη ύλη της οποίας αποτελούν τα εθνικά συντάγματα των κρατών μελών (μέσω των κοινών συνταγματικών παραδόσεων). Συγκεκριμένα, μολονότι έχει υποστηριχθεί με αξιοπρόσεκτα επιχειρήματα ότι τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της σύναψης και επικύρωσης των ευρωπαϊκών συνθηκών μεταβίβασαν στην ένωση όχι απλώς ορισμένες κυριαρχικές αρμοδιότητες αλλά ένα τμήμα της συντακτικής τους εξουσίας (λόγω της απώλειας κυριαρχίας που συνεπάγεται η ανακατανομή κυριαρχιών στο πλαίσιο μιας συγχώνευση κρατών σε μία νέα μορφή κρατικής οργάνωσης που με τη σειρά της προϋποθέτει και απαιτεί μια νέα διάκριση των εξουσιών), η άποψη αυτή δε μπορεί να γίνει δεκτή5. Κι αυτό διότι αποτελεί μια μορφή λήψης του αιτουμένου ερχόμενη σε θεμελιώδη αντίθεση με τον αναπαλλοτρίωτο και αδιαίρετο χαρακτήρα της κυριαρχίας ως εγγενές στοιχείο της μακράς πορείας ιστορικής διάπλασης της έννοιας της κυριαρχίας6.

Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι έχει υποστηριχθεί και η άποψη σύμφωνα με την οποία λόγω του αυτόνομου χαρακτήρα της ενωσιακής έννομης τάξης τα κράτη μέλη δεν έχουν στην πραγματικότητα μεταβιβάσει κυριαρχικές αρμοδιότητες στην ενωσιακή έννομη τάξη, αλλά απλώς αναγνωρίσει μέσω των συνταγμάτων τους τις αρμοδιότητες της Ένωσης. Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 28 Συντάγματος που κάνει λόγο για αναγνώριση αρμοδιοτήτων, καθώς και στο επιχείρημα ότι οι αρμοδιότητες της Ένωσης (όπως αυτές που αφορούν την εσωτερική αγορά) είναι generis και δεν αποτελούσαν προηγουμένως αρμοδιότητες των κρατών μελών (Κυπραίος Μιχάλης, «Σχέση Συντάγματος και ευρωπαικού κοινοτικού δικαίου Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 1987). Η άποψη αυτή κατά το μέτρο που στηρίζεται στη μεθοδολογική προαποδοχή της οπτικής γωνίας του ευρωπαϊκού δικαίου αγνοεί μια περισσότερο σύνθετη πλουραλιστική προσέγγιση που θα λάμβανε υπόψη και την οπτική των εθνικών συνταγματικών εννόμων τάξεων και ειδικότερα την αρχή του δοτού χαρακτήρα των ενωσιακών αρμοδιοτήτων που στηρίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ και ότι η αναγνώριση των αρμοδιοτήτων της ένωσης συνοδεύεται από έναν αντίστοιχο περιορισμό των κυριαρχικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στο πλαίσιο της κυρίαρχης βούλησης τους να συμμετάσχουν στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Επομένως, ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προχωρά όχι ως προϊόν της μεταβίβασης ενός τμήματος κυριαρχίας των κρατών μελών από τη μία πλευρά ή μίας αδέσμευτης και αυτόνομης εγγενούς δυναμικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που απορρέει από την εξυπηρέτηση μιας εσωτερικής τελεολογικής αναγκαιότητας, αλλά μέσω της μεταβίβασης από τα κράτη μέλη επί μέρους κυριαρχικών αρμοδιοτήτων. Οικοδομείται έτσι μεν μια υπερεθνική και αυτόνομη ευρωπαϊκή έννομη τάξη όπως καταφαίνεται από την αρχή της υπεροχής και της αμεσότητας εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου και από το ότι φορείς δικαιωμάτων είναι και ιδιώτες, η έννομη αυτή τάξη δε διαρθρώνεται όμως ως μια μορφή ιεραρχικών εννόμων σχέσεων και δικαιοδοσιών, αφού η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έγκειται κυρίως σε «κανονολογικό» και όχι σε «οργανικό επίπεδο», αποτελώντας έτσι κάτι λιγότερο από «την ομοσπονδιακή εξουσία επί των ομόσπονδων κρατών εντός του ομοσπονδιακού κράτους»7. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομείται όχι στο πλαίσιο ενός πλέγματος ιεραρχικών σχέσεων αλλά αμοιβαίας ανεκτικότητας και διαλόγου μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων και της ευρωπαϊκής που έχει έντονα στοιχεία υπερεθνική υφής. Η Ευρωπαϊκή ένωση δε διαθέτει ένα γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας (η αρχή της δοτής αρμοδιότητας κατοχυρώνεται πλέον ρητά στο άρθρο 5 ΣΕΕ) διαμορφωνόμενη εξελικτικά στο πλαίσιο μιας κυριαρχικής συνδιάθεσης των κρατών μελών επί τη βάση μιας σχέσης δυναμικής ισορροπίας βασικοί πυλώνες της οποίας αποτελούν αφενός η διασφάλιση της υπεροχής και της ιδιαιτερότητας της ευρωπαϊκής έννομης τάξης μέσω της ομοιόμορφης και αποτελεσματικής εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου επί τη βάση μιας τελεολογικής αντίληψης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με έντονο το στοιχείο της αγοράς και αφετέρου από την αναγκαιότητα διασφάλισης της ακεραιότητας και της συνταγματικής αυτονομίας των εθνικών εννόμων τάξεων επί τη βάση της παραμένουσας σε αυτά κυριαρχίας.

Η ορθότερη συνεπώς προσέγγιση του ενωσιακού φαινομένου είναι αυτή του συνταγματικού πλουραλισμού, γιατί διασφαλίζει το διφυή θεσμικό χαρακτήρα της ένωσης παρέχοντας ταυτόχρονα ένα πλαίσιο ευελιξίας και δυναμικής ισορροπίας συμβατής με τον εξελικτικό χαρακτήρα της οικοδόμησης της Ένωσης.

Ειδικότερα, η εθνική κυριαρχία ως λειτουργική προϋπόθεση της οργάνωσης και κατανομής των συνταγματικών αρμοδιοτήτων υφίσταται στη σύγχρονη εποχή μια ουσιώδη μετάλλαξη και ανανοηματοδότηση υπό το βάρος της «κανονιστικής δύναμης του πραγματικού» της τεχνολογικής επανάστασης, της προϊούσας εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της παγκοσμιοποίησης8. Καθίσταται έτσι από μια αδιαίρετη, αναπαλλοτρίωτη και ακαταγώνιστη συντακτική δύναμη σε «έναν ανοικτό τόπο και πεδίο συνάντησης και συνάρθρωσης πολλαπλών ανταγωνιστικών δυνάμεων και αρχών, με μια διαδικαστική εστία εγγύησης και διασφάλισης της ενότητας και κατίσχυσης μιας κοινής πολιτικής διαβίωσης, που είναι όμως ανοικτή, επικοινωνεί με άλλες πολιτικές ενότητες, οι οποίες μοιράζονται μαζί της την ευθύνη της δημόσιας διαχείρισης των κοινών υποθέσεων»9. Άμεση συνέπεια αυτής της ριζικής μετεξέλιξης της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας είναι ότι το συνταγματικό δίκαιο αποκόπτεται από το παραδοσιακό του περιβάλλον, αυτό του έθνους κράτους και μπορεί να ιδωθεί ως έκφανση ενός αναδυόμενου ευρωπαϊκού συνταγματικού πλουραλισμού, ο οποίος προτάσσει όμως την αμοιβαία ανοχή και συνεχή επικοινωνία και διάδραση των εθνικών εννόμων τάξεων με την αναδυόμενη ευρωπαϊκή και άρα όχι μια σχέση ιεραρχικής υποταγής σε μια μορφή ομοσπονδιακής ολοκλήρωσης10.

Συνεπώς, όπως ιδιαίτερα εύστοχα επισημαίνεται: «η σχέση μεταξύ του εθνικού και του ευρωπαϊκού Συντάγματος δεν είναι σχέση ιεραρχική, αλλά σχέση διακριτότητας του πεδίου εφαρμογής των συνταγμάτων αυτών που τοπικά, εδαφικά μεν συνυπάρχουν, διαχωρίζονται όμως «χωρικά» με την έννοια του πλέγματος αρμοδιοτήτων» ως στοιχείου της αυτονομίας των εννόμων τάξεων11. Βασικός γνώμονας της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθίσταται έτσι η διαφύλαξη του διττού χαρακτήρα της Ένωσης ως ένωσης πολιτών και κρατών12 και η αρχή της επικουρικότητας, η οποία διασφαλίζει (σε συνδυασμό με την αρχή του δοτού χαρακτήρα των ενωσιακών αρμοδιοτήτων) πέρα από το δημοκρατικό χαρακτήρα της ενάσκησης των συναφών αρμοδιοτήτων (αφού αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στους πολίτες) το σεβασμό των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών ως έκφανση της δημοκρατικής αρχής και του σεβασμού της πολιτισμικής πολυμορφίας και πολιτικής τους αυθυπαρξίας των κρατών μελών ως διακριτών και αυτοτελών οντοτήτων. Μία τέτοια μορφή σεβασμού της αρχής της επικουρικότητας δεν απορρέει από μια κρατικογενή προσέγγιση των αρμοδιοτήτων και της κυριαρχίας των κρατών μελών, αλλά από μια ανοιχτή στην πολιτισμική πολυμορφία και δημοκρατική αυτοδιάθεση τους (η οποία δεν προϋποθέτει απαραίτητα μια πολιτισμική ομοιογένεια που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση διακρίσεων- το έθνος ως ταξινεμητική κατηγορία- γιατί λαμβάνει υπόψη τη διαφοροποίηση μεταξύ οργανικής και πολιτικής εθνοκεντρικής προσέγγισης εκπρόσωπος της τελευταίας υπήρξε ο Neil MacCormick)13. Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός ότι η εφαρμογή της αρχή της επικουρικότητας παρουσιάζει εγγενείς δυσχέρειες λόγω του συνεχώς επεκτεινόμενου εύρους του κανονιστικού φάσματος και του πεδίου αρμοδιοτήτων της ΕΕ (λόγω της προώθησης της κοινής αγοράς και λόγω του δικαστικού ακτιβισμού του ΔΕΕ) στο πλαίσιο μιας όλο και στενότερης ένωσης λαών παραβλέπει τον δοτό χαρακτήρα των αρμοδιοτήτων της ένωσης και το γεγονός ότι παρά τις αρχικές δυσκολίες οι αρμοδιότητες της Ένωσης αποκλειστικές και συντρέχουσες σε αντιδιαστολή προς τις προηγούμενες συνθήκες απαριθμούνται πλέον ρητά στη συνθήκη της Λισαβόνας14.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΡΗΤΡΑΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Η αρχή της επικουρικότητας στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου διατυπώθηκε αρχικά στο πλαίσιο της έκθεσης της Επιτροπής αναφορικά με το σχέδιο Tindemans και στο σχέδιο Spinelli, κατοχυρώθηκε όμως για πρώτη φορά θεσμικά ειδικά για τον τομέα του περιβάλλοντος στο άρθρο 130 της Ενιαίας Ευρωπαικής Πράξης το 1986 και μετέπειτα ως διάταξη με γενικό χαρακτήρα στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Η συνθήκη της Λισαβόνας κατοχυρώνει την αρχή της επικουρικότητας στο άρθρο 5 παρ. 3 ΣΕΕ σύμφωνα με το οποίο: «Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, στους τομείς οι οποίοι δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Ένωση παρεμβαίνει μόνο εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, μπορούν όμως λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης», καθώς και στο πρωτόκολλο για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και αναλογικότητας.

Έτσι, η αρχή της επικουρικότητας αναφέρεται σε ήδη κατανεμημένες αρμοδιότητες στο επίπεδο της Ένωσης και συγκεκριμένα άπτεται των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων της ένωσης (όπου τα κράτη έχουν αυτόνομη εξουσία δράσης) (άρθρο 2 παρ. 2 ΣΛΕΕ) και των συμπληρωματικών ενωσιακών αρμοδιοτήτων (άρθρο 2 παρ. 5 ΣΛΕΕ), στο πλαίσιο των οποίων η ένωση ενισχύει ή συμπληρώνει την εθνική δράση, αλλά δε μπορεί να την αντικαθιστά. Η αρχή της επικουρικότητας κατοχυρώνεται συνεπώς ως ρήτρα άσκησης κατανεμημένων αρμοδιοτήτων, ως πολιτική αρχή εξυφαινόμενη με τη δημοκρατική εγγύτητα της λήψης των αποφάσεων (μείωση δημοκρατικού ελλείμματος της Ένωσης και άντληση ουσιαστικής νομιμοποίησης) και ως οιονεί συνταγματική αρχή (εντασσόμενου σε ένα πλαίσιο αμοιβαίων ελέγχων και ισορροπιών – checks and balances) που εγγυάται τη θεσμική αυτονομία και υπόσταση των κρατών μελών δρώντας ανασχετικά προς μια συνεχώς διευρυνόμενη σε νέα πεδία αρμοδιότητα της Ένωσης15. Αναπτύσσει μάλιστα ως αρχή κανονιστικά αποτελέσματα δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου υπ’ αριθμ 2 το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφαίνεται επί προσφυγών ακύρωσης κατά νομοθετικών πράξεων της Ένωσης για παραβίαση της επικουρικότητας, έστω κι αν από τις έως τώρα αποφάσεις του συνάγεται ότι περιορίζει την εφαρμογή της αρχής αυτής σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις κατάφωρης παραβίασης της αρχής της επικουρικότητας16.

Κατά τον τρόπο αυτό η αρχή της επικουρικότητας, όπως και η αρχής της δοτής αρμοδιότητας των αρμοδιοτήτων της Ένωσης αποτελεί ένα θεσμικό όριο και μία οιονεί συνταγματική ρήτρα ελέγχου έναντι της συνεχούς επέκτασης του πεδίου αρμοδιοτήτων της Ένωσης που θα ερχόταν σε αντίθεση με τη συνταγματική αυτονομία και την αναγκαιότητα προστασίας της πολιτικής, θεσμικής και δικαιοδοτικής αυτονομίας των κρατών μελών17. Ταυτόχρονα, όμως συνιστά και μία διαδικαστική αρχή που αποτελεί όρο δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης (λήψη των αποφάσεων όσο το δυνατόν εγγύτερα στους ευρωπαίους πολίτες) και πρόσληψης χαρακτηριστικών συνταγματικής αρχής του ευρωπαϊκού συνταγματισμού18. Παρά την αδιαμφισβήτητη αξία της λειτουργίας και του ρόλου που επιτελεί η αρχή της επικουρικότητας θα πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας «υπερβολικής πολιτικοποίησης» της που θα αποτελούσε την αφορμή για τα κράτη μέλη να αποκλίνουν από την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου επικαλούμενα πιθανές σχετικές εξαιρέσεις και υπονομεύοντας την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου18. Για το λόγο αυτό, ο ρόλος του ΔΕΕ στην εξειδίκευση και στον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας είναι κρίσιμος. Στο πλαίσιο αυτό το ΔΕΕ χρειάζεται να εξετάζει κατά πόσο η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική ή συντρέχουσα, κατά πόσο η συγκεκριμένη διάταξη της συνθήκης που προβλέπει την αρμοδιότητα παρέχει ενδείξεις για το επίπεδο και τον τρόπο ασκήσεως της και αν ορίζει τυχόν συναφείς εξαιρέσεις και τέλος αν υπάρχει επαρκής αιτιολογία για την ανάληψη δράσης από την Ένωση στον συγκεκριμένο τομέα19.

Τέλος, και η συμβολή των εθνικών κοινοβουλίων στον έλεγχο εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας  στο πλαίσιο του μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης είναι ιδιαίτερα κρίσιμος και λόγω της άντλησης δημοκρατικής νομιμοποίησης από τη συμμετοχή των κοινοβουλίων στη διαδικασία θέσπισης του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και λόγω της ασφαλιστικής δικλείδας που παρέχεται για την οριοθέτηση των πεδίων αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το πρωτόκολλο υπ’ αριθμόν 2 για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και αναλογικότητας όλα τα σχέδια νομοθετικών πράξεων περιλαμβάνουν υποχρεωτικά εμπεριστατωμένη έκθεση για την τήρηση των κριτηρίων του άρθρου 5 παρ. 3 και διαβιβάζονται υποχρεωτικά στα εθνικά κοινοβούλια που διατυπώνουν εντός οκτώ εβδομάδων τη θέση τους σχετικά με την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας (άρθρο 6). Αν το ένα τρίτο των κοινοβουλίων διατυπώσουν την άποψη ότι μια σχεδιαζόμενη πράξη δε συμβιβάζεται προς την αρχή αυτή, η πράξη χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση και υπόκειται σε επανεξέταση, ενώ είναι πιθανόν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ματαιώσουν την έκδοση της, αν αποδεχθούν τα επιχειρήματα των εθνικών κοινοβουλίων. Με τον τρόπο αυτό η αρχή της επικουρικότητας καθίσταται κεντρικής σημασίας στην όλη διαδικασία παραγωγής και θέσπισης του ευρωπαϊκού δικαίου προλαμβάνοντας τυχόν αντιδράσεις ή επιφυλάξεις των εθνικών κοινοβουλίων που θα μπορούσαν να δράσουν ανασταλτικά της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τα οποία πλέον καθίστανται (έστω και σε περιορισμένη έκταση και μέσω ελέγχου ορίων) συνδιαμορφωτές του ευρωπαϊκού δικαίου και εγγυητές της μη επέκτασης των αρμοδιοτήτων της ένωσης πέραν των προκαθορισμένων από τις συνθήκες ορίων εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αρχής της επικουρικότητας .

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η αρχή της επικουρικότητας αναφέρεται στη συνύπαρξη περισσοτέρων επιπέδων διακυβέρνησης έχοντας ως σκοπό την υπόδειξη του επιπέδου στο οποίο θα πρέπει τελικά να ληφθεί μια απόφαση με κριτήριο συνήθως την εγγύτητα της προς τους πολίτες (ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της διακυβέρνησης) και την αποτελεσματικότητα εφαρμογής των διακυβερνητικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο της ΕΕ η αρχή της επικουρικότητας αποτελεί όριο στην επέκταση των αρμοδιοτήτων της ένωσης πέραν όσων προβλέπονται ρητά από τις συνθήκες που θα μπορούσε να υπονομεύσει τη συνταγματική αυτονομία των κρατών μελών, παράγοντα δημοκρατικής νομιμοποίησης και διασφάλισης της αποτελεσματικότητας της δράσης της Ένωσης και ταυτόχρονα μία θεμελιώδη συνταγματική αρχή για τη λήψη των αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και για την όλη δομή του τρόπου ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.

  1. Κασιμάτης Γ., «Περί της αρχής της επικουρικότητας του κράτους», Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 1974, Endo Ken, «The principle of subsidiarity: from Johannes Althusius to Delors», Hokkaido Law Review vol. 44 (6), pages 1964- 1965
  2. Grainne de Burca, «Reappraising subsidiarity’s significance after Amsterdam», Jean Monnet working paper 7/99
  3. Τσίρος Διονύσης, «Ο δικαστικός έλεγχος της κατανομής των αρμοδιοτήτων στα ομοσπονδιακά κράτη», Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 2002, 41- 73, Παντελίδη Άντη, «Ομοσπονδιακά Συντάγματα και η κατανομή των εξουσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ της ομοσπονδίας και των πολιτειών», Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1987, Bermann George, «Taking subsidiarity seriously: federalism in the EU and USA», Columbia Law Review vol. 94 no. 2, March 1994, pages 331- 456
  4. Delors Jacques, «Le principe de subsidiarite: contribution au debat» στο «Subsidiarite: defi di changement- actes du colloque Jacques Delors», 1991, Maastricht Institut Europeen d Administration Publique (IEAP), 1991, pg 7
  5. Pescatore, «Le droit de l’ integration», Leiden, 1972, Pescatore, «L’ apport du droit communautaire au droit international public», 6 C.D.E 1970, pg 501
  6. Δρόσος Γ., «Ελληνική Συνταγματική τάξη και ευρωπαικές κοινότητες στις διεθνείς σχέσεις», Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1987, σ. 24- 27
  7. Σκανδάμης Νίκος, «Το παράδειγμα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης: μεταξύ κυριαρχίας και αγοράς», Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2006, σ. 73, Σκανδάμης Νίκος, «Η κατά το Σύνταγμα παραχώρηση αρμοδιοτήτων προς την ΕΕ ως εξαιρετική πράξη- Το μετέωρο βήμα του πελαργού», σε Μανιτάκη/ Παπαδοπούλου (επιμ.), «Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη», Σάκκουλας Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2003
  8. Σπυρόπουλος Φ., «Η κανονιστική δύναμη του πραγματικού», ΤοΣ 1983, σ. 105
  9. Μανιτάκης, «Τι είναι κράτος?», Σαββάλας, Αθήνα, 2007 Χρυσοχόου Δ., «Η άδηλος κυριαρχία», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2008
  10. MacCormick Neil, «Questioning sovereignty, Law, state and nation in the European commonwealth», Oxford University Press 1999, Walker Neil, «The idea of constitutional pluralism», MLR 2002, pg 317, Pernice Ingolf, «Multilevel constitutionalism and the treaty of Amsterdam: European constitution making revisited?”, CMLRev 1999, pg 703, Maduro Poiares, «Contrapanctual law: Europe’s constitutional pluralism in action», σε Walker Neil, «Sovereignty in transition», pg 501, Τσάτσος Δημήτρης, «Ευρωπαική Συμπολιτεία», εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα, 2007, σ. 123 130- 138
  11. Παπαδοπούλου Λίνα, «Η συνταγματική οικοδόμηση της Ευρώπης από τη σκοπιά του ελληνικού Συντάγματος», σε Μανιτάκη/ Παπαδοπούλου (επιμ.), «Η προοπτική ενός Συντάγματος για την Ευρώπη», Σάκκουλας Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2003
  12. Τσάτσος Δημήτρης, «Ευρωπαική Συμπολιτεία», εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα, 2007, σ. 123 και 130- 138
  13. MacCormick Neil, «Liberalism, Nationalism and the post- sovereign state”, σε Bellamy/D. Castiglione, «Constitutionalism in transformation: European and theoretical perspectives», Oxford, Blackwell, 1996, pg 141
  14. Μανιτάκης Α., «Τα όρια της κοινοτικής αρμοδιότητας και η συνταγματική θεώρησή τους», ΤοΣ 1984, σ. 482, 485, Μανιτάκης Α., « Εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Συντάγματος», ΕΕΕυρΔ 2003, σ. 754- 758, Emiliou N., «Subsidiarity: an effective barrier against the enterpise of ambition?», European Law Review 17, 1992, pg 384, Dehousse R., «Community competences: are there limits to growth?», στο Dehousse (ed.), «Europe after Maastricht: an ever closer union?», Law Books in Europe, Maastricht 1994, pg 103
  15. Μαριάς Ε., «Η συνθήκη της Λισσαβώνας. Η αρχή της επικουρικότητας και ο νέος θεσμικός ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων»,
  16. ΔΕΚ 13.05.1997, Γερμανία/Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, C-233/94, Συλλ, σελ. Ι-2405, σκ 26- 29, 10.12.2002, ΒΑΤ, C-491/01, Συλλ, σ. Ι-11453, σκ 181- 185, 12.07.2005, Alliance for Natural Health and Nutri- link, C-154/04, C- 155/04, συλλ. Σ. Ι-6451, σκ. 104- 108
  17. Constantinesco V., «La subsidiarite comme principe constitutionnel de l integration europeenne», Aussenwirtschaft, 1991, Kirchnerr Christian, «Competence catalogues and the principle of subsidiarity in a European Constitution», Constitutional political economy 8, pg 71- 87, Schilling Theodor, «Subsidiarity as a rule and a principle or taking subsidiarity seriously», Jean Monnet working paper 10, Kumm M., «Constitutionalising subsidiarity in integrated markets: the case of tobacco regulation in the European Union», European Law Journal 2006, pg 503, Πουρνάρας Ευ., «Η εθνική συνταγματική ύλη που δεν μπορεί περαιτέρω να διασπαστεί: Η διττή ουσία του εθνοκρατικού Συντάγματος ως δήλωση κυριαρχίας και ως κυρίαρχη δήλωση», ΘΠΔΔ 2014, σ. 359- 371, E. Young, «Protecting Member States autonomy in the EU: some cautionary tales from American Federalism», New York University Law Review vol. 77, 2002, pg 1612, Μανιτάκης Α., «Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο Ι»,  Σάκκουλας Αθήνα Θεσσαλονίκη, 2004
  18. Deborah Cass, «The word that saves Maastricht? The principle of subsidiarity and the division of powers within the EC», CML Rev. 29, pg 1107- 1136, Grainne de Burca, «Reappraising subsidiarity’s significance after Amsterdam», Jean Monnet working paper 7/99, Gonzalez Joge Palacio, «The principle of subsidiarity», European Law Review vol. 20, 1995, pg 355- 370, Barber N., «Τhe limited modesty of subsidiarity», European Law Journal vol. 11 issue 3, 2005, pg 308- 325, Estello Antonio, «The EU priniciple of subsidiarity and its critique», Oxford Studies in European Law
  19. Ράντος Αθανάσιος, «Η έννοια της αρχής της επικουρικότητας κατά την συνθήκη της Ευρωπαικής Ένωσης», ΕΕΕυρΔ 1995, σ. 36
  20. Παπαδοπούλου Ρ-Ε, «Τα εθνικά κοινοβούλια στο θεσμικό σύστημα της Ευρωπαικής Ένωσης μετά τη συνθήκη της Λισσαβώνας», Ευρωπαίων Πολιτεία 1/2008, σ. 136, Met- Domestici A., «Les parlements nationaux et le controle du respect du principe de subsidiarite», Revue du Marche Commun et de l’ Union Europeen 2009, pg 88

Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών.

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.