H άρση του τηλεφωνικού απορρήτου ως προανακριτική πράξη στα κακουργήματα

Όντας σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογία εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, η επικοινωνία έχει καταστεί όλο και πιο άμεση. Από την σταθερή τηλεφωνία στην κινητή, και από την κινητή στην ηλεκτρονική, μέσω e-mails, fax, ακόμα και μέσω στιγμιαίων μηνυμάτων (viber, messenger, whats app κλπ). Το Σύνταγμα προστατεύει το απόρρητο των επικοινωνιών στο άρθρο 19. Επίσης, η προστασία του απορρήτου από επεμβάσεις ιδιωτών προστατεύεται από τον Ν. 2225/194 (« Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις»), τον Ν. 2472/1997 (« Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»), τον Ν. 2774/1999 («Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα»), την κοινή νομοθεσία περί ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών, τον Ν. 3115/2003, το Προεδρικό Διάταγμα 47/2005, τον Ν. 3674/2006, τον Ν.3674/2008, από κανονισμούς της Α.Δ.Α.Ε, καθώς και από την ποινική νομοθεσία (α. 248, 249, 250, 370, 370Α ΠΚ). Σε ποιες περιπτώσεις όμως κάμπτεται το απόρρητο;

Ήδη με τον Ν. 2225/1994, στο άρθρο 4, ορίζεται μια σειρά από εγκλήματα στα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση τέλεσης κακουργημάτων. Αναλυτικά, το άρθρο, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 περ. α` του Ν 3115/2003, ορίζει: «Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από: α) τα άρθρα 134,135 παρ. 1,2, 135Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146,148 παρ. 2, 150,151, 157 παρ. 1, 187 παρ. 1, 2, 207, 208 παρ. 1,264 περ. β`, γ, 270, 272,275 περ. β`, 291 παρ. 1 εδ. β`, γ, 299,322,324 παρ. 2,3,374, 380, 385 του Ποινικού Κώδικα, β) τα άρθρα 26, 27, 28, 29, 31, 32, 33,34,35,39,40,41,63, 64,76,93 και 97 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν 2168/1993, δ) τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 του Ν 1729/1987, ε) τα άρθρα 89, 90 και 93 του Ν 1165/1968. Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα.

Η άρση στις περιπτώσεις αυτές είναι επιτρεπτή μόνο αν αιτιολογημένα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διαπιστώσει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτήν. Την αίτηση για άρση υποβάλλει στο Συμβούλιο ο αρμόδιος Εισαγγελέας, ο οποίος εποπτεύει την προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, ή ο ανακριτής, ο οποίος διενεργεί τακτική ανάκριση, και το Συμβούλιο οφείλει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες να αποφασίσει για την άρση ή μη του απορρήτου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η άρση του απορρήτου δύναται να διαταχθεί από τον Εισαγγελέα ή τον Ανακριτή, οι οποίοι όμως υποχρεούνται όπως εισαγάγουν το ζήτημα με σχετική αίτησή τους στο Δικαστικό Συμβούλιο, μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών.

Η απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών αποτελεί προανακριτική πράξη, και ως εκ τούτου συντάσσεται η σχετική κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 148 επ. ΚΠΔ έκθεση. Στην πράξη ζήτημα τίθεται σχετικά με το αν ή σε ποια έκταση η απομαγνητοφώνηση πρέπει να καλύπτει το σύνολο των τηλεφωνικών επικοινωνιών ή τμήματα αυτών. Η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου πρέπει να στρέφεται μόνο έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων, ανάλογα με την υπόθεση, και σύμφωνα πάντα με συγκεκριμένα στοιχεία που τους καθιστούν ύποπτους διάπραξης ενός ή περισσοτέρων κακουργημάτων. Κατά την ορθότερη κατ’ εμέ άποψη που έχει διατυπωθεί, «η άνευ όρων διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που θίγονται από τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων εμφανίζεται υπό δικαιοκρατικό πρίσμα ως ασύμβατη με τις βασικές νομοθετικές σταθμίσεις που καθορίζουν τη μορφή, τα όρια και τον κατασταλτικό χαρακτήρα του δικονομικού μας συστήματος. Τούτο, γιατί η κανονιστική επέκταση των –λαμβανομένων κατά κανόνα σε βάρος του κατηγορούμενου- επεμβάσεων σε τρίτα ανύποπτα πρόσωπα αντιστρατεύεται ευθέως τη θεμελιώδη αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας και την εξ αυτής απορρέουσα αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών τέλεσης ενός εγκλήματος, η οποία συνιστά δικαιολογητική βάση για την επιβολή μέτρων καταναγκασμού στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας» (Θ. Δαλακούρα, Οι ειδικές ανακριτικές πράξεις του άρθρου 6 του ν. 2928/2001, ΠοινΧρον ΝΑ/1022).

Ερώτημα τίθεται επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία απαλλάσσεται ο κατηγορούμενος με βούλευμα για το κακούργημα για το οποίο επετράπη η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, μπορεί το συλλεγέν υλικό να αξιοποιηθεί στη συνέχεια για την διερεύνηση άλλων αξιόποινων πράξεων; Απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει το α.5 του Ν. 2225/1994, σύμφωνα με το οποίο το περιεχόμενο της επικοινωνίας που έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο, απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη.

Ως εκ τούτου, η άρση του απορρήτου θα πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο για την αναζήτηση της αλήθειας και την εξακρίβωση τέλεσης κακουργημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, και μη πληρούντων των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, ορθώς θα πρέπει να μην ληφθούν υπόψη στην ποινική διαδικασία κατά το άρθρο 177 παρ.2 ΚΠΔ, καθώς η μη τήρηση των προϋποθέσεων συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη (370Α ΠΚ). Άλλωστε, οι αποδεικτικές απαγορεύσεις σκοπό έχουν να προστατεύουν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και έννομα αγαθά, που ενδεχομένως θυσιάζονται στο βωμό της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας.

 

Βαγγέλης Μιλιλής, Δικηγόρος Αθηνών.

 

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.