Γλώσσα και νομική επιστήμη : μια γλωσσική ανάλυση των δικανικών συλλογισμών

 

Γράφουν η Λυδία Κρίκη και ο Χρήστος Μονοκρούσος

Όσον αφορά την παραδοσιακή μεθοδολογία, στο επίκεντρο της βρίσκεται η γραμματική ερμηνεία, όπου προτάσσονται οι ορισμοί. Έτσι, θα πρέπει να εξετάσουμε τη γλώσσα και τη σχέση της με την πραγματικότητα, δηλαδή, την απεικονιστική λειτουργία της γλώσσας. Σύμφωνα με αυτήν, οι λέξεις είναι κομμάτια – επίπεδα της πραγματικότητας, και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της γλώσσας δεν είναι παρά συμβάσεις. Για τη γλώσσα και τη σχέση της με την πραγματικότητα έχουν αναπτυχθεί δύο δέσμες θεωριών: οι απεικονιστικές θεωρίες και οι θεωρίες του νοήματος.

 

Κατά πρώτον, όσον αφορά τις απεικονιστικές θεωρίες, αυτές ξεκινούν με τον Αριστοτέλη. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος νους είναι παθητικός, σχηματίζει, δηλαδή, παραστάσεις (εικόνες) των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου. Οι παραστάσεις αυτές, υποστηρίζει ο Σταγειρίτης είναι κοινές για όλους τους εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους, πλην εκείνων που πάσχουν από κάποια πνευματική ασθένεια, και ονομάζονται »παθήματα» της ψυχής. Η ψυχή φαίνεται, έτσι, να είναι παθητικός δέκτης παραστάσεων. Φιλοσοφικά, λοιπόν, το πρώτο βήμα είναι η εγχάραξη των παραστάσεων στην »tabula rasa» του ανθρώπινου νου. Αμέσως μετά, ακολουθεί η πράξη της »ονοματοδοσίας», μέσω των λέξεων, που είναι τα σύμβολα των παραστάσεων. Έτσι, για παράδειγμα, η έννοια άλογο ονοματίζεται μέσω της λέξης »άλογο», που είναι μία συμβατική ονομασία, ανάλογα με το ποια είναι η κοινότητα στην οποία ανήκει το άτομο που ονοματίζει. Ο Πλάτων, πάλι, σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη υποστήριξε ότι οι λέξεις έχουν να κάνουν με την ποιότητα των αντικειμένων που προσδιορίζουν ( παραδείγματος χάρη: ρυάκι < ρέω). Η σχέση, λοιπόν, γλώσσας και πραγματικότητας που πραγματευόμαστε ενισχύθηκε από τις επιστήμες, οι οποίες είναι επιτυχημένες όταν περιγράφουν τον κόσμο σε αντιστοιχία με τη γλώσσα.

 

Ο πλέον γνωστός φιλόσοφος που καταπιάστηκε με αυτήν την προβληματική, ο Αυστριακός Ludwig Wittgenstein, τουλάχιστον στα πρώιμά του βήματα διαπίστωσε ότι οι εκφράσεις που μιλάνε για τα πιο σημαντικά πράγματα δεν έχουν κανέναν νόημα, ακριβώς γιατί δεν περιγράφουν κάτι. Έννοιες ουσιώδεις και θεμελιακές, όπως εκείνες του καλού ή του κακού, δεν είναι έννοιες που μπορούν να περιγραφούν. Άρα καταλήγουμε ότι εν τέλει μόνον η γλώσσα των μαθηματικών και της φυσικής είναι ακριβής, αφού σε τελική ανάλυση ταυτολογεί και δε χαράσσει καινούργιες γραμμές στο μονοπάτι της ανθρώπινης σκέψης. Φυσικά, γι’ αυτές τις σκέψεις του Wittgenstein διατυπώθηκαν και οι αντίστοιχες αντιρρήσεις. Αυτές υποστήριξαν πως δεν αντιστοιχούν όλα τα γεγονότα του πραγματικού κόσμου μονοσήμαντα σε κάποια λέξη. Κι αυτό εξηγείται εύκολα από το ότι ο αντικειμενικός κόσμος είναι άπειρος, ενώ η γλώσσα μας πεπερασμένη, και χαρακτηριζόμενη από περιορισμένη δομή. Έτσι, τελικά, για να ανταποκριθούμε στις πρακτικές αυτές ανάγκες επιλέγουμε έννοιες, όπου υπάγουμε ομοειδή αντικείμενα. Αυτό οδηγεί στη σύλληψη ότι η πραγματικότητα αντανακλάται μέσω εννοιών. Οι έννοιες εν τέλει φαίνονται να »τακτοποιούν» τον κόσμο μας. Η δεύτερη αντίρρηση στηρίχθηκε στην εύλογη απορία »πώς μπορούμε να μιλάμε με νόημα για πράγματα ανύπαρκτα;»( παραδείγματος χάρη: πώς μπορώ να μιλάω με όρους γλώσσας για πλάσματα φανταστικά, όπως έναν πήγασο;) Ακόμη, οι δευτερεύουσες ιδιότητες των πραγμάτων, όπως το χρώμα ή το σχήμα τους, απλά γίνονται αντιληπτές από τον άνθρωπο -τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Κανείς, δε, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι λέξεις, η γλώσσα και το μυαλό μας μπορούν να διαπλάθουν τον κόσμο και την πραγματικότητα( λόγου χάρη, η δύναμη της λέξης »υπόσχομαι»), όπως και το ότι κάποιες έννοιες ( π.χ.: τα κύρια ονόματα), μπορούν να αποδειχθούν ψέμα, αλλά και πάλι, θα τις χρησιμοποιούμε προκειμένου να καταδείξουμε κάποιον. Τέλος, με λέξεις όπως σύνδεσμοι ή άρθρα, δε γνωρίζουμε τι συμβαίνει, δεν είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι απεικονίζουν – αν απεικονίζουν κάτι. Συνεπώς, επανερχόμαστε κυκλικά και με συνέπεια στο ερώτημα »πώς λειτουργεί τελικά η γλώσσα;» Δηλαδή, αν στο επίκεντρο της γλώσσας είναι η ίδια απεικόνιση τότε πώς και γατί αλλάζουν ανά τους αιώνες, οι φυσικές επιστήμες παραδείγματος χάριν; H αλήθεια, είναι, πάντως, πως είναι αδύνατον να συλλάβουμε την πραγματικότητα όντες εκτός γλώσσας.

 

Βέβαια, προκειμένου να διερευνήσουμε την σχέση γλώσσας-πραγματικότητας πρέπει να ανατρέξουμε στη σχέση της γλώσσας με την νόηση, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Στην προσπάθεια προσδιορισμού της σχέσης μεταξύ γλώσσας και σκέψης θα πρέπει να αρχίσουμε από την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τον τρόπο που την προσδιορίζουμε γλωσσικά. Η γλώσσα χρησιμοποιείται μόνο για τον γλωσσικό προσδιορισμό της πραγματικότητας, ο οποίος εκτός του ότι συντελεί στην διεκπεραίωση της επικοινωνιακής λειτουργίας, επηρεάζει τόσο την ερμηνεία των εμπειριών του ατόμου όσο και την έκφραση της σκέψης.

 

Οι διάφορες απόψεις που κατά καιρούς έχουν υπερισχύσει σχετικά με τη σχέση γλώσσας-σκέψης συνοψίζονται στα εξής: πρώτον, έχει υποστηριχθεί ότι η σχέση γλώσσας και σκέψης είναι αιτιώδης αλλά μονόδρομη, με την έννοια ότι η γλώσσα είναι αναγκαία για τη σκέψη, σε βαθμό μάλιστα που να την καθορίζει. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε απ τη σχολή του μπιχεβιορισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Skinner. Η θεωρία αυτή είναι μια ακραία εκδοχή του εμπειριοκρατισμού, της γενικότερης αντίληψης που θέλει την επιστήμη να διαφυλάττει την αντικειμενικότητά της μελετώντας μόνο τα φαινόμενα που είναι προσιτά στις αισθήσεις και αποφεύγοντας αναφορές σε υποθετικά φαινόμενα. Δεύτερον, έχει υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη της σκέψης προηγείται και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη της γλώσσας. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από μελέτες της εξελικτικής-γνωστικής ψυχολογίας με κυριότερο εκπρόσωπο τον Piaget. Τρίτον, έχει επίσης υποστηριχθεί η ανεξαρτησία μεταξύ γλωσσικής ικανότητας και γνωστικής ικανότητας. Από τους πρωτοπόρους αυτής της υπόθεσης υπήρξε ο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος θέτει το ζήτημα της αυτονομίας της γλωσσικής ικανότητας (modularity of language), διότι ενώ η γλώσσα παράγεται έμφυτα, σύμφωνα με την Τσομσκιανή θεωρία, αυτά τα οποία λέμε είναι αποτέλεσμα και άλλων νοητικών διεργασιών. Επομένως, ο έμφυτος μηχανισμός γλωσσικής κατάκτησης είναι ανεξάρτητος απ τον νοητικό μηχανισμό. Τέταρτη και τελευταία προσέγγιση για τη σχέση γλώσσας και σκέψης αποτελεί το ότι οι δύο τελευταίες ακολουθούν ανεξάρτητη πορεία στα πρώτα στάδια ανάπτυξης τους, ενώ αργότερα θα αναπτύξουν σχέση αμοιβαίας επίδρασης, προσέγγιση που υποστηρίχθηκε έντονα απ’ το Ρώσο ψυχολόγο Vygotsky. Ο τελευταίος, σε αντίθεση με τον Piaget, υποστήριξε πως η μάθηση προηγείται της ανάπτυξης. Η γλώσσα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, ακόμα και στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης. Η σκέψη αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο, ενώ γλώσσα και σκέψη έχουν διαφορετικές απαρχές.

 

Η θεωρία της αλήθειας ως ανταπόκρισης, πάλι, πρεσβεύει μία διαφορετική κατασκευή: Αν από μία οποιαδήποτε φράση ( »το χιόνι είναι λευκό»), αφαιρέσει κανείς τα εισαγωγικά , τότε η φράση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε το περιεχόμενο της φράσης αυτής είναι αληθές. Αν πάλι η απάντηση είναι αρνητική, τότε το περιεχόμενο της φράσης είναι ψευδές. Κατά την παραδοσιακή αντίληψη της μεθοδολογίας, ο συνομιλητής χρησιμοποιεί σύμβολα τα οποία εμείς αποκωδικοποιούμε ( λειτουργούμε, δηλαδή, σημασιολογικά), κι εν τέλει αντιλαμβανόμαστε τις ίδιες έννοιες. Κατά την αντίληψη αυτή, δε, η πολυσημία συνεπάγεται ασάφεια, η οποία και μειώνεται με το να μην έχουμε πολυσημίες ( κάτι τέτοιο συμβαίνει, ας πούμε, στη γλώσσα των μαθηματικών). Η αλήθεια είναι ότι συλλαμβάνουμε το νόημα της γλώσσας πλήρως σε δύο επίπεδα, το συντακτικό και το νοηματικό/σημασιολογικό. Με αυτόν τον τρόπο συντελείται η επικοινωνία. Συνεπώς, με τις εξωγλωσσικές παραστάσεις κάνουμε άλμα μέσω των λέξεων, που είναι συμβάσεις, και βρισκόμαστε μέσα στη γλώσσα. Άρα, εξ ορισμού η γλώσσα πρέπει να είναι δημόσια, γιατί είναι μία σύμβαση για συνεννόηση( δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ιδιωτική γλώσσα). Η γλώσσα είναι εγγενής, διότι όταν σκεφτόμαστε ήδη κατέχουμε τη γλώσσα. Άρα, η επικοινωνία, η οποία χαρακτηρίζεται ως μάλλον ενδογλωσσική δραστηριότητα, προηγείται της απεικονιστικής θεωρίας. Ο σκοπός της επικοινωνίας προηγείται οποιασδήποτε σύλληψης της πραγματικότητας. Μετά την πραγματολογική στροφή του Ludwig Wittgenstein, ο φιλόσοφος, στο όψιμο έργο του, δίνει πλέον σημασία στην πραγματολογική διάσταση της γλώσσας. Οι λέξεις πρωτίστως αποκτούν νόημα σε πραγματολογικό επίπεδο ( υπό τις περιστάσεις), κι όχι σε επίπεδο συντακτικό ή άλλο. Άλλωστε, ο μεγάλος φιλόσοφος έλεγε πως για ζητήματα ειδικά ή αμιγώς θρησκευτικά »πρέπει κανείς μόνο να σωπαίνει». Μέσα από την εμπειρία του, δε, ο φιλόσοφος συνάγει πως τελικά το νόημα των λέξεων αντιστοιχεί στη χρήση τους, κι όχι στα αντικείμενα ή τα γεγονότα του περιβάλλοντος κόσμου. Συνεπώς, υπό αυτήν την άποψη η θεωρία της αλήθειας ως ανταπόκρισης δεν ισχύει σε σχέση με ζητήματα αλήθειας. Πιο κατάλληλη θεωρείται η θεωρία της αλήθειας ως συναίνεσης, που πρεσβεύει ότι συμφωνούμε σε συμβάσεις για ιδεώδη επικοινωνία. Ο Putnam, πάντως, δεν μπορεί να δεχτεί ότι το νόημα μιας λέξης είναι η χρήση της, ότι όλα δηλαδή, περιστρέφονται γύρω από την έννοια της χρήσης. Και χαρακτηριστικά, αναφέρει το παράδειγμα της »δίδυμης Γης». Έστω, δηλαδή, ότι υπάρχει ένας πλανήτης πανομοιότυπος με τον δικό μας, μία »δίδυμη Γη», όπου επίσης εντοπίζεται κι ένα στοιχείο υγρό και ομοιάζον με νερό. Αντίθετα, όμως, με τη Γη, όπου το νερό συνίσταται ως H2O, στη δίδυμη Γη, το νερό συνίσταται ως ΧyΩ. Έτσι, ενώ ως τώρα, πριν την ανακάλυψη αναφερόμασταν στο ίδιο στοιχείο, πλέον το νόημα είναι διαφορετικό – δεν πρόκειται για νερό. Έτσι, συμπεραίνουμε ότι η γλώσσα μας στον πυρήνα της έχει να κάνει με διαπλαστικά γλωσσικά ενεργήματα (παράδειγμα το ρήμα ‘‘ισχυρίζομαι»). Εν τέλει, οι παραστάσεις είναι ασήμαντες για τη δημιουργία μίας γλωσσικής θεωρίας.

 

Εξετάζοντας το θέμα της αλήθειας των προτάσεων απ’ τη γλωσσολογική σκοπιά, αξίζει να ειπωθεί ότι η έννοια μιας δηλωτικής πρότασης είναι αυτή που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε υπό ποιες συνθήκες η πρόταση είναι αληθής. Οι συνθήκες αυτές ονομάζονται συνθήκες αληθείας της πρότασης και είναι οι ίδιες με την έννοια της πρότασης. Σε έναν κόσμο, δηλαδή, όπως τον γνωρίζουμε η πρόταση: «o Β Παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε το 1939» είναι αληθής, ενώ η πρόταση: «ο Β Παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε το 1965» είναι ψευδής. Γνωρίζοντας καλά τη σημασία και των δύο προτάσεων γνωρίζουμε και την έννοια ή τις συνθήκες αληθείας τους. Εν συνεχεία, συγκρίνοντας τις τελευταίες με τον «πραγματικό κόσμο», είμαστε τελικά σε θέση να πούμε ποια πρόταση είναι αληθής και ποια ψευδής. Η αλήθεια ή το ψέμα των προτάσεων αποτελούν την αναφορά ή έκταση των προτάσεων.

 

Ωστόσο, μπορούμε να καταλάβουμε τις προτάσεις της γλώσσας μας που είναι ορθά σχηματισμένες χωρίς να γνωρίζουμε την τιμή αληθείας τους (π.χ. κατανοούμε την πρόταση ο δέκατος ένατος αυτοκράτορας του Βυζαντίου χωρίς να γνωρίζουμε την αναφορά). Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι η γνώση των συνθηκών αληθείας δε συνεπάγεται τη γνώση των γεγονότων, απλά μέσω των συνθηκών αληθείας έχουμε τη δυνατότητα να εξετάζουμε τον κόσμο. Έτσι, μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αν μια πρόταση βρίσκεται σε άλλη γλώσσα και δε γνωρίζουμε τη σημασία της, δε μπορούμε ποτέ να προσδιορίσουμε την τιμή αληθείας της, ακόμα κι αν οι γνώσεις μας είναι αρκετά αυξημένες.

 

Παράλληλα, υπάρχει περίπτωση μια ολόκληρη πρόταση να είναι αληθής ακόμα κι αν ένα ή περισσότερα τμήματά της είναι ψευδή, και αντίστροφα. Το νόημα μιας πρότασης προσδιορίζεται από τους σημασιακούς κανόνες που μας επιτρέπουν τόσο να συνδυάσουμε τις διάφορες λέξεις που αποτελούν την πρόταση, όσο και να γνωρίσουμε υπό ποιες συνθήκες η πρόταση αυτή είναι αληθής ή ψευδής.

 

Όσον αφορά στο ζήτημα πώς μαθαίνουμε τη γλώσσα, ο γνωστός Αμερικανός γλωσσολόγος Noam Chomsky, κατέρριψε τη θεωρία που ως τότε ήθελε να βλέπουμε τη γλώσσα ως παθητικό σύστημα, επειδή παρακολουθεί δευτερογενώς τον κόσμο, με την απλή αιτιολογία ότι αποτελούμε μία κοινότητα. Η γλώσσα είναι μία ικανότητα έμφυτη στον άνθρωπο, κι ένα απλό παράδειγμα που καταδεικνύει αυτήν την αυταπόδεικτη αλήθεια είναι ότι τα παιδιά δημιουργούν λέξεις από μόνα τους και αυτοβούλως, ανεξαρτήτως του τι τα έχουμε διδάξει. Συνεπώς, τι είναι εν τέλει η γλώσσα; Καθαρά απεικονιστική ή περιφερειακά απεικονιστική και στον πυρήνα της ενυπάρχουν τα γλωσσικά φαινόμενα που αναφέραμε, όπως η ενέργειες της διάπλασης του κόσμου; Σύμφωνα λοιπόν με τον Τσόμσκι, τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα μ’ ένα πλούσιο σύστημα γλωσσικής γνώσης η οποία κατευθύνει τα νήπια στην ανάλυση των γλωσσικών ερεθισμάτων. Η γλώσσα κατακτάται ως καθολική γραμματική. Η καθολική γραμματική αποτελεί το σύνολο των περιορισμών με τους οποίους είναι προικισμένοι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι εκ γενετής και ευθύνονται για τη διαδικασία γλωσσικής κατάκτησης. Η καθολική γραμματική είναι αυτή που καθορίζει το εύρος της ποικιλίας και συνεπώς χαρακτηρίζει την έννοια της πιθανής ανθρώπινης γλώσσας. Άρα, η κατάκτηση της ανθρώπινης γλώσσας είναι αποτέλεσμα της διεπίδρασης των έμφυτων παραγόντων και του περιβάλλοντος. Η γλώσσα δεν μαθαίνεται, αλλά «προκύπτει», «αναδύεται» την κατάλληλη στιγμή δεδομένου ότι το παιδί εκτίθεται σε κάποια μορφή της (ομιλούμενη ή νοηματική). Για τον Τσόμσκι η γλώσσα είναι εγγενής γνωσιακή ιδιότητα του ανθρώπινου είδους. Πρόκειται δηλαδή για έμφυτη γνώση (με έμφυτους περιορισμούς κοινούς για όλες τις γλώσσες) η οποία εξηγεί και γιατί είναι δυνατή η κατάκτηση γλώσσας, δεδομένης της διαφοροποίησης στις συνθήκες εκμάθησης αλλά και τις διάφορες ομοιότητες σε όλες τις γλώσσες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο μάθησής τους. Ο Τσόμσκι θεωρούσε ότι όλες οι ανθρώπινες γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους επιφανειακά και ότι αποτελούν διαφορετικές όψεις μιας καθολικής γλωσσικής δομής, την οποία καλείται το παιδί ν’ ανακαλύψει και να μάθει. Το παιδί το κατορθώνει αυτό χάρη σ’ έναν έμφυτο μηχανισμό που διαθέτει, τον οποίο ο Τσόμσκι ονομάζει language acquisition device. Η έμφυτη κατοχή αυτού του μηχανισμού καθιστά, με άλλα λόγια, ικανό το παιδί να κατακτά τη γλώσσα που μιλιέται στο περιβάλλον που ζει. Η εσωτερική δομή του έμφυτου αυτού μηχανισμού περιλαμβάνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλες τις γλώσσες. Επομένως, κάνουμε λόγο για έμφυτη ικανότητα με τη βοήθεια της οποίας το παιδί μπορεί να μάθει οποιαδήποτε γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι βασικές γραμματικές σχέσεις ή δομές (υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγόρημα) θα είναι κοινές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Όσον αφορά ειδικότερα τη νομική γλώσσα, η οποία είναι και αυτή που μας αφορά αμεσότερα, αυτή σχετίζεται μάλλον περισσότερο με έννοιες και χρήσεις διαπλαστικές, όπως αυτές των ρημάτων »αξιώνω’‘ ή »ισχυρίζομαι». Πρέπει να κατανοήσει κανείς ότι δεν υπάρχει συμφωνία εκ του μηδενός, κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που και μία τεχνητή γλώσσα θα ήταν αποτυχημένη. Είναι αδύνατον η γλώσσα αυτή να βρει λέξεις ( από πού;), όπως και να αποφύγει την οποιαδήποτε πιθανή ασάφεια. Εξάλλου, στη νομική επιστήμη, η ασάφεια είναι αίτημα. Αντίθετα κατά τα φαινόμενα, στη νομική επιστήμη πηγή της διαφωνίας, δεν είναι οι γλωσσικοί ορισμοί των εννοιών. Είναι κάτι βαθύτερο, η ίδια η ονομαστική τους αξία, το περιεχόμενό τους, δηλαδή, που οδηγεί στις συγκρούσεις. Είναι ορατή ξεκάθαρα η προτεραιότητα που δίνεται στο αντικείμενο της αναφοράς και όχι στον ορισμό του, και ο ρόλος αυτού ως γενεσιουργού λόγου της διαφωνίας. Με άλλα λόγια, ο νομικός δεν προτείνει εναλλακτικό ορισμό όταν εμβαθύνει στα φερόμενα ενώπιων του ζητήματα – προσπαθεί να επιλύσει την υπόθεση. Και γι’ αυτό ακριβώς επικαλείται κάποιους συγκεκριμένους λόγους, που ανασύρονται από κάποιες κοινές παραδοχές, για να θεμελιώσει την κρίση του, και οι οποίοι λόγοι έχουν πολιτική και κοινωνική προέλευση και ήταν τελικά, κατά την άποψή του, οι καλύτεροι μεταξύ άλλων. Άρα, δεν υπάρχει απεικόνιση, ούτε σύμβαση – απλά ο καθένας επικαλείται διαφορετικούς λόγους. Οδηγούμαστε επομένως στο συμπέρασμα ότι δε θα έπρεπε να δώσουμε βάση ούτε στις απεικονιστικές, ούτε στις μη απεικονιστικές θεωρίες, αλλά αντίθετα, θα έπρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε στη θεωρία της »αλήθειας ως συνοχής», η οποία εκφράζει μία πιο συνθετική και γι’ αυτό πιο ορθή αντίληψη. Έτσι, δεν κάνουμε τελικά παραχωρήσεις σ’ ενός είδους πλατωνισμό που θα μας υποβάλλει στη λογική ότι οι αξίες υπάρχουν αντικειμενικά και αντίστοιχα οι έννοιες τις απεικονίζουν. Το νόημα της λέξης δε γίνεται να μην ανταποκρίνεται σε κάτι αντικειμενικό. Από την άλλη, η γλώσσα είναι και μία πρακτική αυτενέργειας.

 

Οι δύο επικρατούσες θεωρήσεις, λοιπόν, της γλώσσας ως προς τα ηθικά φαινόμενα, είναι οι θεωρίες απεικονίσεως και οι θεωρίες του νοήματος ως χρήσεως. Στην Αγγλία του 20ου αιώνα διεξάγεται μία φιλοσοφική συζήτηση με αφετηρία το βιβλίο του G.E. Moore “’ Ηθικές αρχές», ο οποίος και υποστήριζε ότι είναι λογικό σφάλμα να εξισώνεις φράσεις με ηθική χροιά όπως » η άμβλωση είναι κακή», με φράσεις με συναισθηματική απόχρωση όπως »η άμβλωση είναι δυσάρεστη». Η αναγωγή λέξεων όπως οι πρώτες, σε λέξεις όπως οι δεύτερες, αποτελεί σφάλμα λογικής τάξεως. Οι ηθικές μας κρίσεις πρέπει να είναι αυτοτελείς ( βλ. ανάλογα το αξίωμα του Hume). Αυτό βέβαια, οδηγεί αναπόφευκτα στη θέση περί ανοιχτού ερωτήματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν περιγράφουμε κάτι με όρους φυσιοκρατικούς ( δηλαδή αν είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, συμφέρον ή ασύμφορο, κ.λπ.) μένει πάντα αναπάντητο το ερώτημα αν αυτό είναι αγαθό/καλό ή κακό. Πρόκειται για έννοιες θεμελιώδεις, μη αναγώγιμες ( αλλιώς δε θα ήταν αντικειμενικές) και μη σημασιολογικά ενδιαφέρουσες.

 

Το ρεύμα της ενορασιοκρατίας ( το οποίο και συλλαμβάνει την ηθική ως Μαθηματικά – την πλέον αξιόπιστη επιστήμη, πλην μη περιγραφική), θεωρεί πως κάποιες ηθικές έννοιες είναι εγγενώς αξιόπιστες, δηλαδή αξιόπιστες απλά από το περιεχόμενό τους. Αν εγώ δε συλλαμβάνω αυτό το περιεχόμενο, έχω εγώ πρόβλημα παιδείας. Θα πρέπει να οξύνω την »εσωτερική μου όραση», την »έκτη αίσθησή» μου, τον »οφθαλμό της ψυχής» μου. Οι αληθείς ηθικές έννοιες είναι αληθείς ανεξαρτήτως του αν εμείς το δεχόμαστε αυτό ή όχι.

 

Το ρεύμα του λογικού θετικισμού, πάλι, προτάσσει ότι νόημα και γνωστικό περιεχόμενο έχουν μόνον οι λογικές προτάσεις των επιστημόνων, κι έτσι οδηγείται σε διάκριση γνώσης και πίστης. Αντίθετα από τις λογικές αυτές προτάσεις οι ηθικές αξιολογήσεις είναι προσταγές χωρίς γνωστικό περιεχόμενο ( π.χ. Οι πρωτογενείς ποινικοί κανόνες δικαίου – [ού φονεύσεις > ο φόνος είναι κακός]). Αντιθέτως, η Επιστήμη προϋποθέτει την απουσία αξιών.

 

Η εκφρασιοκρατία, πάλι, πρεσβεύει ότι όλοι έχουμε ηθικές αξιολογήσεις, οι οποίες προέρχονται από τις εμπειρίες μας. Οι ηθικές κρίσεις δεν είναι παρά εκφράσεις αποδοκιμασίας ή επιδοκιμασίας. Βέβαια, αυτή η άποψη τείνει προς τον ηθικό υποκειμενισμό. Αν είναι απλώς εκφράσεις επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας οι ηθικές κρίσεις, τότε πώς μπορούμε να συλλάβουμε και να εξηγήσουμε τη διαφωνία, ας πούμε; Στα ζητήματα γούστου, δηλαδή, στα ζητήματα έκφρασης χαρακτήρος, χωρεί διαφωνία; Από την άλλη, η άποψη ότι οι ηθικές κρίσεις είναι εκφράσεις, έχει μεγάλο κόστος, γιατί δεν μπορεί κανείς, λόγου χάριν ούτε συμβουλή να δώσει, χωρίς αυτή να έχει γνωστικό περιεχόμενο.

 

Ακόμη πιο ακραία είναι η θεωρία της συγκινησιοκρατίας, που είναι μία σκεπτικιστική θεωρία και η οποία θεωρεί την αξία των ηθικών κρίσεων απλώς επιφωνηματική. Έτσι, όμως καταλήγουμε σε μία δομή σκέψης που δεν έχει νόημα. Γιατί αν ακολουθήσουμε τη συγκινησιοκρατία θα έχουμε μία »εξίσωση» κάπως έτσι: if »μπλιαχ», τότε »μπλιαχ». Όμως αυτό δεν έχει κανένα νόημα, γιατί οι λέξεις δεν έχουν την ονομαστική τους αξία.

 

Τέλος, σύμφωνα με τον ηθικό σχετικισμό, ο οποίος πάσχει από πρόβλημα αυτοαναίρεσης, καθώς όλα είναι σχετικά, υπάρχει αληθές και ψευδές στην ηθική, όμως το τι είναι αληθές και ψευδές εξαρτάται από τις περιστάσεις ή την εποχή. Βέβαια, κάτι τέτοιο δημιουργεί ολοκάθαρα παρανοήσεις, διότι αν αυτό ισχύει, τότε στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, λόγου χάριν, θα είχε κανείς λάθος αν έλεγε ότι οι Εβραίοι είχαν δικαιώματα.

 

Δεν έχει, λοιπόν, κανείς παρά να λάβει υπ’ όψιν του όλες αυτές τις θεωρίες, διότι αλλιώς δεν μπορεί να κατακτηθεί ο »σκληρός πυρήνας» της νομικής επιστήμης: οι λέξεις είναι ο σκελετός του νομικού οικοδομήματος, χωρίς τον οποίο το αρχιτεκτόνημα των καίριων εννοιών του δικαίου θα κατέρρεε. Άρα, η βαθύτερη γνώση της λειτουργίας τους είναι ένα αναγκαίο βήμα για την προώθηση της δικαιικής σκέψης. Άλλωστε, όπως και ο Ludwig Wittgenstein είπε »τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του». Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τη νομική επιστήμη;

* η Λυδία Κρίκη είναι προπτυχιακή φοιτήτρια νομικής Αθήνας

** ο Χρήστος Μονοκρούσος είναι φοιτητής γλωσσολογίας

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.