Γενεαλογία και σύγχρονες προσεγγίσεις του κράτους δικαίου

dikaios-4

Εισαγωγή

 

Το κράτος δικαίου ως θεμελιώδης συνταγματική αρχή, ως μορφή οργάνωσης του πολιτειακού φαινομένου και ως αποτύπωση ενός κανονιστικού ιδεώδους και αιτήματος αναφερόμενου στον συνταγματικό περιορισμό της κρατικής εξουσίας μέσω του δικαίου έχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή συνταγματική παράδοση και στην ιστορική πορεία διαμόρφωσης των σύγχρονων πολιτειακών δομών. Η κανονιστική πρόσληψη και θεσμική αποτύπωση του κράτους δικαίου σε επίπεδο συνταγματισμού υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία που συγκροτούν τη μακρά περίοδο της νεωτερικότητας. Στο πλαίσιο αυτό η λειτουργική σημασία του κράτους δικαίου για τη συγκρότηση του πολιτειακού φαινομένου και για την συνταγματική οργάνωση των σύγχρονων εθνικών εννόμων τάξεων υπήρξε καίρια και πολυδιάστατη: το κράτος δικαίου παρείχε την αναγκαία  βάση διασφάλισης μιας σφαίρας ιδιωτικής αυτονομίας και προστασίας των ατομικών ελευθεριών έναντι της αυθαιρεσίας της κρατικής εξουσίας καθώς και μία στέρεη οργανωτική βάση ενός θεσμικού πλαισίου σταθερότητας και ασφάλειας των συναλλαγών άμεσα συνυφασμένη με την ανάδειξη της αστικής τάξης και τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της σύγχρονης οικονομίας. Η προαναφερθείσα λειτουργία συνυφαίνεται με την τυπική μορφή εμφάνισης του κράτους δικαίου που θα μπορούσε να οριστεί ως «το κράτος στο οποίο η κρατική εξουσία είναι οργανωμένη και ασκείται με βάση προκαθορισμένους κανόνες δικαίου, τους οποίους θέτει και τροποποιεί η ίδια μέσα από προδιαγεγραμμένες διαδικασίες»1. Η άμεση σύνδεση ωστόσο της δικαιοκρατίας με τη νομοκρατία με τον κίνδυνο απώλειας του ειδικού εννοιολογικού βάρους και της οργανικής σημασίας του κράτους δικαίου που θα κατέληγε να καλύπτει κάθε τύπο κρατικής οργάνωσης ανεξάρτητα από το πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο της έδωσε λαβή για τη σταδιακή απαγκίστρωση του κράτους δικαίου από τη νομοκρατία και για την πρόσληψη ενός περισσότερου ουσιαστικού περιεχομένου2. Υπό αυτή την έννοια το κράτος δικαίου εξυφάνθηκε άμεσα με τις συνταγματικές αρχές της δημοκρατίας, του κοινωνικού κράτους και με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιτελώντας μια περαιτέρω εγγυητική αλλά και νομιμοποιητική λειτουργία συνδεδεμένη με τις διεκδικήσεις των αιτημάτων του συνταγματισμού ως εκφάνσεων και μορφών εξειδίκευσης του συνταγματικού δικαίου ως τεχνικής της πολιτικής ελευθερίας.

 

  1. Η ιστορική πορεία διαμόρφωσης της έννοιας του κράτους δικαίου

 

Οι ιστορικές ρίζες της έννοιας του κράτους δικαίου ανάγονται στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα. Ειδικότερα, στην αρχαία Ελλάδα, όπου η πολιτική ζωή ήταν οργανωμένη στο πλαίσιο της πόλεως η αντίληψη μιας μορφής «κράτους δικαίου» υπήρξε στενά συνυφασμένη με τη δημοκρατική αυτοδιάθεση των πολιτών. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση της αρχαίας Σπάρτης όπου μία πρώιμη μορφή κράτους δικαίου συναντάται στη Ρήτρα του Λυκούργου, η οποία ανήγαγε την εξουσία του λαού στα πλαίσια της εκκλησίας του δήμου σε πηγή του θετικού δικαίου αναφερόμενη στις διαδικασίες θέσπισης μίας θετής μορφής δικαίου. Πέρα όμως από την αρχαία Σπάρτη μία μορφή κράτους δικαίου συναντάται και στο πλαίσιο της Αθηναϊκής δημοκρατικής διακυβέρνησης, όπου οι πολίτες διέθεταν ισότητα ενώπιον του νόμου, οι νόμοι διατυπώνονταν κατά τρόπο γενικό, και το Συμβούλιο, οι δικαστές, και οι νομοθετικές συνελεύσεις, δεσμεύονταν από το νόμο. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη ο Άρειος Πάγος ασκούσε έλεγχο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων για παραβίαση νόμου. Κατά συνέπεια, παρά το γεγονός ότι πολλά από τα κύρια χαρακτηριστικά του κράτους δικαίου δεν υπήρχαν ήδη στην αρχαία Ελλάδα (η ισότητα ενώπιον του νόμου δεν είχε επιτευχθεί πλήρως, δεδομένου ότι η νομοθεσία απέκλειε την ισότιμη αντιμετώπιση ορισμένων κατηγοριών πολιτών, όπως οι δούλοι, οι γυναίκες και οι μη πολίτες) η δημοκρατική αυτοδιάθεση των πολιτών και η διαφύλαξη του συλλογικού αγαθού μέσω της προώθησης της διακυβέρνησης στο πλαίσιο του δικαίου αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την πρώιμη ανάπτυξη της έννοιας του κράτους δικαίου.     Επιπλέον, η αντίληψη του κράτους δικαίου μπορεί να εντοπιστεί στα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα: «Όπου ο νόμος υπόκειται στην εξουσία κάποιας άλλης αρχής, η κατάρρευση του κράτους δεν είναι μακριά, αλλά, αν ο νόμος είναι ο αφέντης της κυβέρνησης και η κυβέρνηση της σκλάβος, τότε η κατάσταση είναι γεμάτη από υποσχέσεις και οι άνδρες απολαμβάνουν όλες τις ευλογίες που δίνουν οι θεοί»3. Ωστόσο, μια σημαντική διαφορά από τη σύγχρονη αντίληψη του κράτους δικαίου υπήρξε ότι ο νόμος θεωρήθηκε κυρίως ως ένα όργανο διακυβέρνησης και όχι ως νομικός περιορισμός στην άσκηση της εξουσίας από τους κυβερνώντες. Στους ρωμαϊκούς χρόνους, παρά το γεγονός ότι η αυτοκρατορική εξουσία δεν υπαγόταν σε περιορισμούς από το νόμο (σύμφωνα με Lex Regia και τον κώδικα του Ιουστινιανού) το κράτος δικαίου, διατήρησε τη δύναμή του ως ένα κανονιστικό ιδεώδες και ήταν στενά συνδεδεμένο με τους φυσικούς νόμους και τους κανόνες της λογικής. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα: «Ο αληθινός νόμος είναι ο ορθός λόγος σε συμφωνία με τη φύση: είναι γενικής εφαρμογής, αμετάβλητος και αιώνιος, επιβάλλει το καθήκον με τις εντολές του και αποτρέπει από αδικίες με τις απαγορεύσεις του. Συνεπώς, ο νόμος σημαίνει διάκριση μεταξύ δίκαιου και αδίκου, που διατυπώθηκε σύμφωνα με το αρχαιότερο και πιο σημαντικό από όλα τα πράγματα: τη φύση»4.   Ωστόσο, η έννοια του κράτους δικαίου απέκτησε συγκεκριμένη κανονιστική ισχύ μετά τις γαλλικές και αμερικανικές επαναστάσεις και την ανάδυση του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η παραδοσιακή αντίληψη περί πολιτικού φιλελευθερισμού του 18ου αιώνα θεωρούσε το κράτος δικαίου ως απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία της ατομικής ελευθερίας (νοούμενης ως προσωπικής αυτονομίας του ατόμου και ως ελευθερία επιλογής), της ασφάλειας δικαίου (ένα απαραίτητο χαρακτηριστικό της αποτελεί η προβλεψιμότητα των οικονομικών συναλλαγών) και της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς, μέσω της αυτο-περιορισμό του κράτους (εφαρμογή γενικών, απρόσωπων και αφηρημένων κανόνων δικαίου). Από την άποψη αυτή, το κράτος δικαίου πρέπει να διακρίνεται από «το κράτος του νόμου» και το αστυνομικό κράτος. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός του 18ου αιώνα μετατόπισε τη βάση θεμελίωσης του κράτους δικαίου από τις θεωρίες του φυσικού νόμου των προηγούμενων αιώνων στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου που διατυπώθηκαν από τους φιλελεύθερους στοχαστές του αιώνα (όπως ο Ρουσσώ και ο Thomas Paine). Σε αντίθεση με τον Thomas Hobbes, που παρά την θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου που διατύπωσε (το κοινωνικό συμβόλαιο και η θεωρία περί κυριαρχίας ήταν το αποτέλεσμα της ανάγκης προστασίας των ατόμων από την κατάσταση της φύσης) συνέλαβε το νόμο ως προσταγή του κυρίαρχου και αναγνώρισε μια δεσμευτική υποχρέωση των πολιτών να υπακούουν στο νόμο ο Ρουσσώ και ο Thomas Paine θεωρούσαν την κυβερνητική εξουσία ως απαραίτητη για την εφαρμογή της κυρίαρχης λαϊκής βούλησης και συνεπώς ως εξαρτημένη από την εν λόγω βούληση (οι λαοί έχουν το δικαίωμα να ανακαλέσουν την κυβέρνηση και το δικαίωμα να αντισταθούν στην παράνομη αρχή)5. Σε αντίθεση με την φιλελεύθερη αντίληψη του κράτους δικαίου, ο μαρξισμός αφορά το δίκαιο ως ιδεολογική έκφραση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας και ως όργανο της κυριαρχίας των οικονομικών ελίτ. «Το κράτος δικαίου γίνεται ένα κενό σύνθημα υπό το οποίο κρύβεται η πραγματικότητα της καταπίεσης και η απουσία της ελευθερίας. Η επιμονή της αστικής τάξης σχετικά με το κράτος δικαίου θεωρείται ως φετιχισμός που πρέπει να αφαιρεθεί μαζί με την οικονομική καταπίεση»6. Επιπλέον, το κράτος δικαίου έχει επικριθεί ως μια ιδιαίτερα ασαφής, αόριστη και ριζικά αμφισβητούμενη έννοια. Ωστόσο, στην πιο πρόσφατη ιστορία σημαντικοί αριστεροί διανοούμενοι όπως ο Ε Ρ Thompson έχουν αναγνωρίσει τη σημασία του κράτους δικαίου, χαρακτηρίζοντάς το ως ένα αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο αγαθό. «Οφείλουμε να αποκαλύψουμε τις αδικίες που μπορεί να κρύβονται πίσω από το νόμο. Όμως, το κράτος δικαίου καθεαυτό, η επιβολή αποτελεσματικών περιορισμών στην εξουσία και η υπεράσπιση των πολιτών από όλες τις επιταγές της κυρίαρχης εξουσίας που θίγουν τις ατομικές ελευθερίες, μου φαίνεται πως είναι ένα απόλυτο ανθρώπινο αγαθό»7.     H διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας του κράτους δικαίου συνιστά σε μεγάλο βαθμό επίτευγμα της γερμανικής νομικής σχολής του 19ου αιώνα (με κύριους εκπροσώπους τον Robert von Mohl, που χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο Rechtstaat to 1842, τον Stahl, ton L. Von Stein, τον R. Von Gneist, τον C. F. Gerber, τον Otto von Gierke, τον Otto Mayer, τον P. Laband και τον Jellinek) και υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τις ιστορικές ανάγκες ενοποίησης της Γερμανίας. Η γερμανική πρόσληψη του κράτους δικαίου έχει τις απαρχές της στη φιλοσοφία του Κant και αναφέρεται σε σημαντικό βαθμό στον αυτοπεριορισμό της δημόσιας εξουσίας μέσω της αναγνώρισης περιορισμών και μηχανισμών δικαστικού ελέγχου για τον έλεγχο της άσκησης δημόσιας εξουσίας8. Σύμφωνα με τον Stahl: «Το κράτος δικαίου (Rechtsstaat) αναφέρεται στο κράτος που ενεργεί στο πλαίσιο του νόμου και το οποίο καθορίζει και καθιερώνει τα ακριβή και σαφή όρια της δράσης του όπως επίσης και της σφαίρας ιδιωτικής αυτονομίας των πολιτών σύμφωνα με το νόμο. To Rechasstaat δεν αντικατοπτρίζεται σε μια σειρά από περιορισμούς με βάση το περιεχόμενο της αρχής που πρέπει να γίνουν σεβαστοί από το κράτος, αλλά στις νομικές εκφάνσεις που προσλαμβάνει η κρατική δράση»9. Εξάλλου, για τον Hans Kelsen το κράτος δικαίου είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το ίδιο το κράτος. Σύμφωνα με την αντίληψη του Kelsen η έννοια του κράτους δικαίου αντιπαρατίθεται προς την έννοια του αστυνομικού κράτους και είναι άμεσα συνυφασμένη με τη νομική προσωπικότητα του κράτους. Επομένως, η κύρια διαφορά της γερμανικής αντίληψης περί κράτους δικαίου από τις αντίστοιχες αντιλήψεις περί κράτους δικαίου που κρατούν στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία αφορά επί της ουσίας τη διαφορετική προσέγγιση της έννοιας της κυριαρχίας δεδομένου ότι η γερμανική συνταγματική παράδοση δεν εντοπίζει την πηγή της κυριαρχίας στο λαό ή στο κοινοβούλιο, αλλά στο ίδιο το κράτος το οποίο θεωρείται πως έχει νομική προσωπικότητα και είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά τον τρόπο αυτό, η γερμανική συνταγματική αντίληψη περί κράτους δικαίου κατέστη συνώνυμη με μια τυπική αρχή νομιμότητας σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση δε μπορεί να παρέμβει παρανόμως στην ατομική ελευθερία των ιδιωτών.    Συνεπώς, η γερμανική αντίληψη περί κράτους δικαίου περιλαμβάνει την αρχή της νομιμότητας, τη διάκριση των εξουσιών, τις δικονομικές αρχές, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αντίληψη αυτή περί κράτους δικαίου καθιερώνεται στο άρθρο 20 (3) του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης, σύμφωνα με το οποίο «η νομοθετική εξουσία δεσμεύεται από το Σύνταγμα και η εκτελεστική και δικαστική εξουσία δεσμεύονται από το νόμο και το δίκαιο». Άλλα στοιχεία της γερμανικής αντίληψης περί κράτους δικαίου είναι ο δικαστικός έλεγχος από τα διοικητικά δικαστήρια και η σημασία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, η διάκριση των εξουσιών και η ιεράρχηση των νομικών πηγών (η υπεροχή του συντάγματος).   Στη Γαλλία, η έννοια του κράτους δικαίου (Etat de Droit) εισήχθη από Carre de Malberg κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ο οποίος παρατηρούσε πως: «ενώ η θεωρία του κράτους δικαίου στην επιστημονική της μορφή κατασκευάσθηκε από τους γερμανούς συγγραφείς οι κύριες ιδέες και θεσμοί που θεμελιώνουν το κράτος δικαίου είχαν συλληφθεί στη Γαλλία ήδη από την εθνοσυνέλευση του 1789»10. Η Γαλλική Επανάσταση είχε καθιερώσει την αντίληψη του δικαίου ως κύριας έκφρασης της κυριαρχίας των πολιτών (volonte generale) και ως εκ τούτου είχε επιβάλλει την αρχή της υπεροχής του δικαίου (primaute de la Loi). Έτσι, το εθνικό Κοινοβούλιο ως θεσμός υλοποίησης της κυρίαρχης βούλησης του λαού είχε την αρμοδιότητα να αποφασίζει για τη συνταγματικότητα των νόμων, ενώ ο θεσμικός ρόλος της δικαστικής εξουσίας έγκειτο στον περιορισμός της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας και στον περιορισμό της αυθαιρεσίας της άσκησης της δημόσιας εξουσίας από τη δημόσια αρχή. Η ιστορική αυτή εξέλιξη οδήγησε στη συνέχεια στη δημιουργία του Conseil d ‘Etat και της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων (ως βασικό στοιχείο διάκρισης του γαλλικού νομικού συστήματος από το αγγλικό νομικό σύστημα). Η γαλλική αντίληψη περί κράτους δικαίου σηματοδοτεί ότι το κράτος κυβερνά μέσω του δικαίου και ότι η προστασία έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας πραγματοποιείται μέσα από την αρχή της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι πρέπει να έχουν γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα και να θεσπίζονται εκ των προτέρων». Στην αντίληψη αυτή χρειάζεται να προστεθεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της γαλλικής συνταγματικής θεωρίας περί κράτους δικαίου η διάκριση των εξουσιών, η στενή σύνδεση του κράτους δικαίου με τη δημοκρατική αρχή και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων όπως και εν γένει ο ιδιαίτερα σημαντικός ρόλος του γαλλικού συνταγματικού Συμβουλίου στην εγγύηση της δικαιοκρατικής αρχής.   Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αντίληψη περί κράτους δικαίου αρχικά αποτυπώθηκε στη Magna Carta το 1215 και στη συνέχεια από  τον Dicey στο βιβλίο του: «Introduction to the study of the law of the constitution». Σύμφωνα με τον Dicey, η έννοια του κράτους δικαίου προωθεί το ιδανικό της ελευθερίας και αποτελείται από την αρχή της απαγόρευσης της άσκησης αυθαίρετης εξουσίας από την κυβέρνηση και από την υπαγωγή όλων των πολιτών στο νόμο (ισότητα ενώπιον του νόμου) και στα δικαστήρια. Ειδικότερα, η πρώτη βασική αρχή του κράτους δικαίου είναι ότι «κανένας άνθρωπος δεν τιμωρείται ή δε μπορεί να του επιβληθεί σωματική ποινή ή στέρηση αγαθών εκτός και αν αυτή θεμελιώνεται ρητά σε κάποια νομική διάταξη που την προβλέπει ως παράνομη συμπεριφορά και την υπάγει στα τακτικά δικαστήρια», η δεύτερη αρχή είναι ότι « κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως της κοινωνικής του θέσης υπόκειται στο κοινό δίκαιο του βασιλείου και υπάγεται στην δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων» και η τρίτη αρχή ορίζει ότι « οι γενικές αρχές του Συντάγματος αντλούν την προέλευση τους από τις δικαστικές αποφάσεις για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των ιδιωτών»11. Από την άποψη αυτή, ο περιορισμός της δημόσιας εξουσίας καθίσταται δυνατός όχι μόνο με την εφαρμογή νόμων γενικών και απρόσωπων, αλλά και μέσα από την αναγνώριση και προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών από τα δικαστήρια. Η κύρια διαφορά του βρετανικού τρόπου σύλληψης του κράτους δικαίου σε σύγκριση με τις αντίστοιχες Γερμανικές και Γαλλικές αντιλήψεις είναι ότι το κράτος δικαίου δεν είναι συνυφασμένο με την αντίληψη περί κράτους και ως εκ τούτου, δεν αποβλέπει άμεσα στον περιορισμό της εξουσίας της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά αφορά περισσότερο την κοινωνία ευρύτερα και έχοντας πιο ευρύ και διάχυτο χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη όπου ο περιορισμός των πιθανών καταχρήσεων της ενάσκησης της δημόσιας εξουσίας είναι ο σκοπός της γραπτής συνταγματικής διακυβέρνησης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που καθορίζονται σε αυτήν, στη Βρετανία η διαφύλαξη του κράτους δικαίου είναι κατά κύριο λόγο το καθήκον της παράδοσης του κοινού δικαίου (με κυρίαρχο το ρόλο του δικαστικού προηγούμενου, της κοινωνίας των πολιτών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου). Η βασική διαλεκτική ένταση στην οποία η βρετανική αντίληψη περί κράτους δικαίου ανταποκρίνεται και εκφράζει είναι αυτή ανάμεσα στην κυριαρχία του βρετανικού κοινοβουλίου (δεν υπάρχει ανώτερος νόμος από τις νομοθετικές πράξεις του κοινοβουλίου και οι νομοθετικές πράξεις κανενός κοινοβουλίου δε μπορούν να δεσμεύσουν αυτές των επόμενων κοινοβουλίων)12. Η ελευθερία και τα δικαιώματα των πολιτών είναι εγγυημένα από το κράτος δικαίου, δηλαδή από τους νομικούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί από το νομοθέτη και ερμηνεύονται από τα δικαστήρια και από ένα σύστημα πολιτικών και θεσμικών ελέγχων, ισορροπιών και εγγυήσεων έναντι της δημόσιας εξουσίας (π.χ ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας, η θεσμική σημασία των πολιτικών κομμάτων και της κοινωνίας των πολιτών, η ελευθερία του Τύπου και η μακρά παράδοση της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων). Στην ουσία, το κράτος δικαίου «σηματοδοτεί πρωτίστως την αρχή της νομιμότητας, η οποία όμως πρέπει να κατανοηθεί ως έκφραση ενός αιτήματος σύμφωνα με το οποίο όλες οι πράξεις της κυβερνητικής εξουσίας που επηρεάζουν τα ατομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις πρέπει να έχουν μια αυστηρή θεμελίωση στο νόμο»13.

 

 

2.   Κανονιστικές προσεγγίσεις του κράτους δικαίου

 

 

Στη σύγχρονη εποχή, μολονότι η έννοια του κράτους δικαίου θεωρείται ευρέως ως ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά και συνταγματικά ιδεώδη και παρά την ευρύτερη αποδοχή της σημασίας του ως κανονιστικού προτάγματος και συνταγματικής αρχής το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας παραμένει ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχουν συνολικά δύο τρόποι προσέγγισης του δικαιοκρατικού φαινομένου: υπάρχουν αφενός μια περισσότερο τυπική προσέγγιση του κράτους δικαίου και από την άλλη μια πιο ουσιαστική προσέγγιση. Σύμφωνα με τη διάκριση του Paul Craig «οι τυπικές αντιλήψεις του κράτους δικαίου ασχολούνται με τον τρόπο θέσπισης της νομοθεσίας και με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του αυτή πρέπει να συγκεντρώνει (νομική βεβαιότητα και ασφάλεια δικαίου), ενώ οι ουσιαστικές αντιλήψεις περί κράτους δικαίου άπτονται και ορισμένων στοιχείων που αφορούν το περιεχόμενο της νομοθεσίας (και άρα με τα ευρύτερα προβλήματα της σχέσης του νόμου με τη δικαιοσύνη και την ηθική)»14. Κατά συνέπεια, ενώ το σημείο εστίασης των τυπικών αντιλήψεων περί κράτους δικαίου είναι η νομική διαδικασία που οδηγεί στην ψήφιση του νόμου, καθώς και οι τυπικές ιδιότητες των νομικών κανόνων και των αναγκαίων μέσων για τον περιορισμό της αυθαιρεσίας στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας το επίκεντρο των πιο ουσιαστικών αντιλήψεων περί κράτους δικαίου είναι η προώθηση περισσότερο ουσιαστικών ιδεωδών (όπως η ελάχιστη κοινωνική πρόνοια, η οικονομία της αγοράς, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατική διακυβέρνηση).   Από την άποψη αυτή, σύμφωνα με την Lon Fuller, o οποίος θεωρεί ότι το δίκαιο διέπεται από μια εσωτερική ηθικότητα χωρίς την οποία παύει να είναι δίκαιο, το κράτος δικαίου καλλιεργεί το ιδεώδες της διαδικαστικής δικαιοσύνης και της αμεροληψίας και η ύπαρξή του στηρίζεται στις ακόλουθες οχτώ προϋποθέσεις: 1. πρέπει να υπάρχουν γενικοί κανόνες 2. οι οποίοι πρέπει να δημοσιεύονται πριν ισχύσουν 3. πρέπει να ισχύουν κατ’ αρχήν μόνο για το μέλλον 4. πρέπει να είναι σαφείς και κατανοητοί 5. δεν πρέπει να είναι αντιφατικοί μεταξύ τους 6. δεν πρέπει να απαιτούν το αδύνατο 7. δεν πρέπει να αλλάζουν συνεχώς 8. πρέπει να τηρούνται από τους κρατικούς αξιωματούχους15. Μια τυπική θεωρία του κράτους δικαίου, σύμφωνα με Summers είναι προτιμότερη σε σχέση με μια πιο ουσιαστική προσέγγιση του (που θα τόνιζε τη σύνδεση του κράτους δικαίου με την οικονομία της αγοράς, το κράτος πρόνοιας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατική διακυβέρνηση), διότι είναι πολιτικά ουδέτερη και συνεπώς περισσότερο πιθανό να γίνει ευρύτερα αποδεκτή και να αποκτήσει μια περισσότερη απτή και συγκροτημένη θεσμική αποτύπωση16. Σύμφωνα με τον Hayek: « αν απογυμνωθεί από όλες τις τεχνικές του πλευρές το κράτος δικαίου σημαίνει βασικά ότι η κυβέρνηση σε όλες τις δράσεις της, δεσμεύεται από τους κανόνες που καθορίζονται εκ των προτέρων σύμφωνα με μια προκαθορισμένη διαδικασία και οι οποίοι καθιστούν δυνατό να προβλεφθεί με εύλογη βεβαιότητα πως η δημόσια εξουσία θα ασκήσει τις αρμοδιότητες της υπό δεδομένες περιστάσεις επιτρέποντας στα άτομα να σχεδιάσουν εκ των προτέρων τον τρόπο δράσης τους στα πλαίσια των υποθέσεων τους με βάση αυτή τη γνώση»17.Έπειτα, ο Joseph Raz τονίζει ότι «το κράτος δικαίου ως πολιτικό ιδεώδες και ως κανονιστική αξία σημαίνει με την ευρύτερη έννοια του όρου ότι οι άνθρωποι πρέπει να υπακούουν στο νόμο και να κυβερνώνται από αυτόν, ενώ με τη στενότερη έννοιά της, σημαίνει ότι η κυβερνητική δράση πρέπει να διέπεται από το νόμο και να υπόκειται σ ‘αυτόν και ότι οι νόμοι πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο γενικό, αφηρημένο διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο ασφάλειας δικαίου και σταθερότητας.  Οι κύριες επιδιώξεις του κράτους δικαίου συνίστανται στον περιορισμό της αυθαίρετης εξουσίας, στην προστασία της ατομικής ελευθερίας και στη σταθεροποίηση των κοινωνικών σχέσεων»18. Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα των διαδικαστικών προσεγγίσεων του δικαιοκρατικού φαινομένου έγκειται κυρίως στην απουσία ενός στέρεου και συγκροτημένου κανονιστικού περιεχομένου που καθιστά την έννοια του κράτους δικαίου αξιολογικά ουδέτερη καθιστώντας την ενίοτε συμβατή με αυταρχικές πλην όμως νομοκρατικές μορφές διακυβέρνησης όπως π.χ στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας.     Αναφορικά με τις πιο ουσιαστικές προσεγγίσεις χρειάζεται να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον Ronald Dworkin το κράτος δικαίου είναι συνυφασμένο με τις έννοιες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της πολιτικής ηθικής19, ενώ η Judith Shklar προσθέτει σε αυτές τις διαστάσεις του κράτους δικαίου την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα και τη δικαιοσύνη20. Σύμφωνα με Fallon:.« Το κράτος δικαίου θα μπορούσε να συλληφθεί καλύτερα ως έννοια διαρθρωμένη σε περισσότερα επίπεδα, τα οποία περιλαμβάνουν αξίες και προβληματικές που αντιστοιχούν σε τέσσερις τύπους του κράτους δικαίου»21. Έτσι, ο Fallon αναγνωρίζει. τέσσερις τύπους του κράτους δικαίου: την ιστορικιστική μορφή του κράτους δικαίου (που συνδέει το ιδεώδες του κράτους δικαίου με το παρελθόν,  με τη λογοδοσία των εκπροσώπων της δημόσιας αρχής για τις πράξεις τους που αναγνωρίζονται από ιστορικά καθιερωμένους κανόνες ως διαθέτοντες νόμιμη εξουσία για την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας), την τυποκρατική μορφή του κράτους δικαίου (η οποία αντιμετωπίζει το νόμο ως τον κανόνα δικαίου που σχεδιάστηκε ως σαφή έκφραση της αφηρημένης νομοθετικής βούλησης που προυφίσταται της εφαρμογής του και καθορίζει την αρμόζουσα συμπεριφορά ή νομικά αποτελέσματα), την διαδικαστική μορφή του κράτους δικαίου (η οποία τονίζει την ανάγκη διασφάλισης δίκαιης διαδικασίας για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των νομικών κανόνων, την εσωτερική σύνδεση μεταξύ των εννοιών του νόμου και της ορθολογικότητας και τον δικαστικό έλεγχο ως εγγυητή της διαδικαστικής δικαιοσύνης και της ορθολογικής δημόσιας διαβούλευσης ως απαραίτητων προϋποθέσεων θέσπισης της νομοθεσίας) και, τέλος, την ουσιαστική μορφή του κράτους δικαίου (η οποία συνεπάγεται τη δυνατότητα κατανόησης του δικαίου ως ηθικά έγκυρου οδηγού για την ανθρώπινη συμπεριφορά)22.    Στο πλαίσιο της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας και παράδοσης το κράτος δικαίου παρά την αρχικά αυστηρά θετικιστική του προσέγγιση (ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συνταγματικής θεωρίας του Ν. Ν Σαρίπολου που επηρεάστηκε έντονα από το γερμανικό θετικιστικό πνεύμα εκείνης της εποχής) προσέλαβε σταδιακά περισσότερο ουσιαστικό περιεχόμενο αποτελώντας το σημείο δυναμικής εξισορρόπησης των κοινωνικών ανταγωνισμών και συνδεόμενο άμεσα με τη δημοκρατική αρχή23. Έτσι, στο πλαίσιο της νομικής σκέψης του Μάνεση: «Το δίκαιο ως στοιχείο της όλης δομής ορισμένου κοινωνικού σχηματισμού λειτουργεί διαλεκτικά. Δεν αποτελεί μόνο έκφραση της θέλησης ή των συμφερόντων των κρατούντων. Είναι αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Εξασφαλίζει μεν και στερεώνει την κατεστημένη εξουσία, αλλά παράλληλα και αντικειμενικά την περιορίζει, κατά το μέτρο που αναγνωρίζει ορισμένα δικαιώματα στους εξουσιαζόμενους και θεσπίζει αντίστοιχες υποχρεώσεις για τους φορείς της εξουσίας»24. Επομένως, η έννοια του κράτους δικαίου αποτελεί σημείο διαλεκτικής κατάκτησης και πεδίο αντιπαράθεσης στο πλαίσιο του συνταγματισμού αντανακλώντας την στενή αλληλεξάρτηση και διασύνδεση της δικαιοκρατικής αρχής με την πολιτική δημοκρατία ως βάση οργάνωσης και δυναμικής ιστορικής διαλεκτικής διάστασης των συνταγματικών και πολιτειακών θεσμών. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος δικαίου δεν προάγει αποκλειστικά τα συμφέροντα της κοινωνικά και οικονομικά άρχουσας τάξης, αλλά αποτελεί μία μορφή ενός πιο σύνθετου συμβιβασμού κοινωνικών συμφερόντων των οποίων αποτελεί το σημείο συμβολικής συμπύκνωσης και δυναμικής ισορροπίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάνεσης: «Η δυσχέρανσις της μεταβολής των συνταγματικών κανόνων και η σύνδεσις ταύτης με ηυξημένας εγγυήσεις παρέχει μίαν πρόσθετον σπουδαίαν διασφάλισιν της πολιτικής ελευθερίας, καθ’ ο μέτρον αύτη είναι βεβαίως εν εκ των επιτευγμάτων των αποτελούντων το δεδομένον περιεχόμενον των συνταγματικών κανόνων. Οι κρατούντες και οι έχοντες συμφέρον δια την μη τήρησιν του Συντάγματος και των νόμων αρέσκονται να κοινωνιολογούν και να περιφρονούν τους τύπους, όταν τους κρίνουν επιζήμιους για τα συμφέροντα τους. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις κρατικής αυθαιρεσίας, το Σύνταγμα ως νομικό θεμέλιο του κράτους, καθίσταται διάτρητο, η ασφάλεια δικαίου διασαλεύεται, η δε πολιτική ελευθερία όπως πραγματοποιείται δι’ αυτού, εγκαταλείπεται νομικά έκθετη. Η επιστήμη του συνταγματικού δικαίου επισημαίνουσα αυτή την εξέλιξη, δικαιούται και οφείλει να μη συνεργαστεί, έστω και αν μια τέτοια προσέγγιση κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως τυπολατρική. Το Σύνταγμα είναι σύνολο υποχρεωτικών κανόνων δικαίου, ειδ’ άλλως δεν είναι τίποτε»25.   Παρόμοια θέση υποστηρίζεται και από τον Δημήτρη Τσάτσο σύμφωνα με τον οποίο: «με βάση το ελληνικό Σύνταγμα, το κράτος δικαίου περιλαμβάνει μια σύνθεση διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων αποτελώντας ως βασική συνταγματική αρχή μία σύνθεση και όχι ένα άθροισμα κανόνων. Η απογύμνωση του κράτους δικαίου από τα στοιχεία με τα οποία τροφοδοτεί η αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και της ελευθερίας αποτελεί ερμηνευτική αυθαιρεσία»26. Το κράτος δικαίου συνιστά, λοιπόν, μία από τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές που συγκροτούν την ενότητα του συνταγματικού φαινομένου και που εξειδικεύει «ένα σύμπλεγμα αρχών και αξιών» όπως είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, η ανεξαρτησία του δικαστή, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια και η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων27. Κατά την αιρετική εξάλλου μάλλον άποψη του Δασκαλάκη το κράτος δικαίου αποτελεί ένα από τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν το πνεύμα του Συντάγματος, δηλαδή «το σύνολο των αξιών που ζουν στη συνταγματική συνείδηση ενός λαού» εξυφαινόμενα άμεσα με τη δημοκρατική αρχή και τις αρχές που αποτελούν τα πολιτικά θεμέλια του Συντάγματος28. Τέλος, και ο Μανιτάκης συνδέει άμεσα το κράτος δικαίου με την πολιτική δημοκρατία θεωρώντας πως ο περιορισμός και η υπαγωγή στο δίκαιο της εξουσίας της δημόσιας αρχής και των πολιτικώς κρατούντων αποτέλεσε μία από τις βασικότερες διαστάσεις της δικαιοκρατικής αρχής αλλά απτή αποτύπωση των αιτημάτων και δημοκρατικών διεκδικήσεων των κοινωνικά ασθενέστερων ομάδων29. Συνεπώς, ο σύνδεσμος του κράτους δικαίου με την πολιτική δημοκρατία υπήρξε και στα πλαίσια της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας οργανικός.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Το κράτος δικαίου ως θεμελιώδης συνταγματική αρχή, ως μορφή οργάνωσης του πολιτειακού φαινομένου και ως αποτύπωση ενός κανονιστικού ιδεώδους και αιτήματος αναφερόμενου στον συνταγματικό περιορισμό της κρατικής εξουσίας μέσω του δικαίου έχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή συνταγματική παράδοση και στην ιστορική πορεία διαμόρφωσης των σύγχρονων πολιτειακών δομών. Στο πλαίσιο της γερμανικής συνταγματικής θεωρίας το κράτος δικαίου συνδέθηκε με το κράτος ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ως φορέα νομικής προσωπικότητας, στη γαλλική συνταγματική θεωρία αποτέλεσε έκφραση της νομοθετικής βούλησης ως κανονιστικής αποτύπωσης της λαϊκής κυριαρχίας, ενώ στη βρετανική συνταγματική θεώρηση το κράτος δικαίου υπήρξε περισσότερο διάχυτο αποτελώντας τη ρυθμιστική αρχή του συνόλου πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων και των πολιτειακών θεσμών. Αναφορικά με τις πιο σύγχρονες συνταγματικές προσεγγίσεις και θεωρήσεις του κράτους δικαίου αξίζει να επισημανθεί ότι το κράτος δικαίου εμφανίζεται να τελεί σε οργανική διασύνδεση με τη δημοκρατική αρχή και με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας περισσότερο ουσιαστικής και συστημικής θεώρησης του συνταγματισμού που φανερώνει το δυναμικό ιστορικά χαρακτήρα του κράτους δικαίου ως διαρκούς κατάκτησης και ως πεδίου διαπάλης και διαλεκτικής σύνθεσης των κοινωνικών ανταγωνισμών και δημοκρατικών διεκδικήσεων των πολιτών.

 

 

  1. Μανιτάκης Α., «Κράτος δικαίου και έλεγχος της συνταγματικότητας», Σάκκουλας Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 1994, σ.34
  2. Δεσποτόπουλος Κ., «Η έννοια του Κράτους Δικαίου», ΝοΒ 1953, σελ. 577
  3. Tamanaha Brian, «On the rule of law: history, politics, theory», Cambridge UP, Cambridge, 2004, page 9
  4. Tamanaha Brian, «On the rule of law: history, politics, theory», Cambridge UP, Cambridge, 2004, page 14
  5. Rose Jonathan, «The rule of law in the western world: an overview», Journal of social philosophy vol. 35 (4), (2004), pg464
  6. Pashukanis Evgeny, «Τhe general theory of law and Marxism», London, New York, 1980, page 156
  7. E.P Thompson, «The making of the English working class», Penguin classics, London, 1991, page 203
  8. K. Σταμάτης, «Κράτος δικαίου και ιστορία στη νομική σκέψη του Kant», ΤοΣ 15 (1989), σ. 43
  9. Stahl Friedrich, «Die philosophie des Rechts II», Tubingen, 1878, pages 195- 196
  10. Raymond Carre de Malberg, «Contribution a la theorie generale de l Etat», Dalloz, Paris, page 58
  11. A.V Dicey, «Introduction to the study of the law of the constitution», Oxford UP, London, 1885, (1959)
  12. Allan T.R.S, «Constitutional justice: a liberal theory of the rule of law», Oxford University Press, 2003, page 202
  13. Gardner John, «The supposed formality of the rule of law», in Gardner, «Law as a leap of faith», Oxford UP, pg 205- 211
  14. Craig Paul, «Formal and substantive conceptions of the rule of law: an analytical framework», Public law, 1997, pg 467
  15. Fuller Lon, «The morality of law», Yale University Press, New Haven and London, 1964, pages 33- 91
  16. Robert Summers, «Principles of the rule of law», Notre Dame Law Review 71, 1999, page 18
  17. Hayek, «Τhe road to serfdom», Routledge classics, London, 1984, page 81
  18. Joseph Raz, «The authority of law», Oxford University Press, 1979, page 234
  19. Dworkin Ronald, «Political judges and the rule of law», in Dworkin, «A matter of principle», Harvard UP, 1985
  20. Shklar Judith, «Political theory and the rule of law» in Hutchinson Allan, Monahan»: «The rule of law: ideal or Ideology», 1987
  21. Fallon R., (1997), «The rule of law as a concept in constitutional discourse», Columbia Law Review vol. 97 (1), pg 10- 23
  22. N. N Σαρίπολος, «Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο», Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1987
  23. Μάνεσης Αρ., «Δίκαιο, Σύνταγμα και πολιτική», Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 32
  24. Μάνεσης Αρ., «Το συνταγματικό δίκαιο ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», στο Συνταγματική Θεωρία και πράξη, εκδόσεις Σάκκουλας Αθήνα- Θεσσαλονίκη, σ. 53
  25. Ομοίως
  26. Τσάτσος Δ., «Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Β: οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1993, σ. 153- 154
  27. Σπυρόπουλος Φ., «Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2006, σ. 63
  28. Δασκαλάκης Γ. Δ., «Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου», εκδόσεις Αντ. Ν Σάκκουλας, 1971, σ. 77
  29. Μανιτάκης Α., «Κράτος δικαίου και έλεγχος της συνταγματικότητας», Σάκκουλας Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 1994, σ.34

 

 

Γιάννης Γεράσιμος, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής Αθηνών

Share This Post

2 Responses to Γενεαλογία και σύγχρονες προσεγγίσεις του κράτους δικαίου

  1. Ιωάννης Ληξουριώτης Απάντηση

    12/11/2015 at 11:18

    Ποιος είναι ο συγγραφέας του άρθρου αυτού;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.