Ελεγκτικό Συνέδριο 142/2014 – Η έκτακτη παροχή που έλαβαν οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορεί να επεκταθεί σε βουλευτές

vouli_990883411Περίληψη: Βουλευτική σύνταξη -. Η έκτακτη παροχή που χορηγήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς δεν μπορεί να επεκταθεί στους τυχόν εξομοιούμενους μισθολογικά με αυτούς δημοσίους λειτουργούς ή υπαλλήλους, ούτε να επηρεάσει κατ’ αύξηση το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης.

Αριθμός απόφασης 141/2014

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙΙ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Στυλιανός Λεντιδάκης και Βιργινία Σκέυη, Σύμβουλοι, Ασημίνα Σακελλαρίου και Νικολέτα Ρένεση (εισηγήτρια), Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Αντώνιος Νικητάκης, που αναπληρώνει νόμιμα τον κωλυόμενο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας.

Γραμματέας: Σταύρος Χρονόπουλος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΤΕ με βαθμό Α΄).

Για να δικάσει την από 7.2.2008 (αριθμ. καταθ. 420/12.2.2008) έφεση-αγωγή:

Της…, κατοίκου Π. Φαλήρου Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε.

Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου του Κράτους…. Και

Κατά της 150326/12.11.2007 πράξης (εγγράφου) του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά μεταβίβαση δικαιούχου βουλευτικής σύνταξης, για αναπροσαρμογή της σύνταξής της με βάση τις αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, μετά τις 13, 23 και 24/2006 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με την αναβάθμισή τους στο ύψος των συνολικών αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης – αγωγής. Και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της έφεσης – αγωγής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

Ι. Με την υπό κρίση έφεση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2037304 και 2608464, σειράς Α΄, ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου) και η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, η εκκαλούσα-ενάγουσα, κατά μεταβίβαση δικαιούχος βουλευτικής σύνταξης ως χήρα συνταξιούχου βουλευτή, επιδιώκοντας την από 1.1.2001 αναπροσαρμογή της σύνταξής της με βάση τις αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, μετά τις 13, 23 και 24/2006 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με την αναβάθμισή τους στο ύψος των συνολικών αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ζητεί να ακυρωθεί η 150326/12.11.2007 πράξη (έγγραφο) του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίφθηκε το σχετικό συνταξιοδοτικό αίτημά της. Περαιτέρω, με την παραδεκτώς σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή η εκκαλούσα-ενάγουσα ζητεί, κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την υποχρέωση καταβολής κάθε μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής, άλλως από την υποβολή της σχετικής αίτησής της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, διαφορετικά από την επίδοση της παρούσας, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη αυτή από τη παράνομη στέρηση των κατά τα ανωτέρω αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι και 31.12.2007, το ποσό των 130.822,99 ευρώ, άλλως το ποσό των 109.906,71 ευρώ, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη στέρηση των κατά τα ανωτέρω αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2007, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ. Η ως άνω έφεση – αγωγή πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, παρά την απουσία της εκκαλούσας-ενάγουσας, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας, αφού αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεώς της (βλ. την από 12.2.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου …για την επίδοση της απευθυνομένης προς την πληρεξουσία δικηγόρο της εκκαλούσας-ενάγουσας κλήσεως και άρθρα 16, 27 και 65 του π.δ. 1225/1981).

ΙΙ. Το ν.δ. 99/1974 «περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (Α΄ 295) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφεξής διατελούντες Βουλευταί επί τέσσερα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομένως» και στο άρθρο 4 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1694/1987, ότι «Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκατο έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επιπλέον πλήρες έτος βουλευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης». Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής, που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασή της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ/1975 Ψηφίσματος (Α΄ 23), «η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού». Τέλος, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 του Συντάγματος, οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες, το ύψος των οποίων καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής. Από τη συνταγματική αυτή διάταξη συνάγεται ότι στους βουλευτές καταβάλλεται από το Δημόσιο αποζημίωση για την αποστέρηση, λόγω της απασχόλησής τους με την ενάσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, των ωφελημάτων από την επαγγελματική τους ενασχόληση, καθώς και για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται τα βουλευτικά τους καθήκοντα. Συνεπώς, η καταβαλλόμενη στους βουλευτές κατά μήνα αποζημίωση δεν έχει τα εννοιολογικά στοιχεία του μισθού, που αποτελεί χρηματική κατά κανόνα αντιπαροχή, καταβαλλόμενη στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ωφελείται από την παροχή της, αλλά αποβλέπει στην κάλυψη των οικονομικών συνεπειών από την απομάκρυνση του βουλευτή από το επαγγελματικό και βιοποριστικό γενικά έργο του και την αποκλειστική του απασχόληση με το λειτούργημά του. Η σύνδεση δε της βουλευτικής αποζημίωσης με τις συνολικές αποδοχές του «Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού» έχει ως συνέπεια ότι κάθε μεταβολή των συνολικών μηνιαίων αποδοχών αυτού επιφέρει αυτοδίκαια την άμεση αντίστοιχη μεταβολή του ύψους της βουλευτικής αποζημίωσης, που αποτελεί και τη βάση προσδιορισμού της βουλευτικής σύνταξης. Επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των μηνιαίων αποδοχών του Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού επηρεάζει άμεσα το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, συνεπάγεται και αντίστοιχη μεταβολή της καθοριζόμενης σε ποσοστό επί της βουλευτικής αποζημίωσης σύνταξης εκείνων που διετέλεσαν βουλευτές (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 183/1993, 394/1994, ΙΙ Τμ. 1493/1998, 333/2003, 171/2006, 901/2006, 86/2007, 1040/2007).

ΙΙΙ. Με βάση τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του ισχύοντος αναθεωρημένου Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της δικαστικής λειτουργίας, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των φορέων (οργάνων) της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη προς τις δύο άλλες λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική), το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με αφορμή την εκδίκαση αγωγών αποζημίωσης εν ενεργεία και συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών, δέχτηκε, με σειρά αποφάσεών του (13/2006, 23/2006, 24/2006, 44/2007 κ.ά), ότι η χορήγηση στους λειτουργούς των άλλων δύο εξουσιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) αποδοχών μεγαλύτερων από εκείνες που καταβάλλονται στα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστικούς λειτουργούς) παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, πλήττοντας ουσιωδώς τη δικαστική ανεξαρτησία, έχει δε ως συνέπεια την κατ’ ευθεία εφαρμογή των διατάξεων αυτών αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών στο ύψος των συνολικών αποδοχών που χορηγούνται στα όργανα των άλλων λειτουργιών. Με βάση την παραδοχή αυτή έγινε περαιτέρω δεκτό από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος ότι, εφόσον ο Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, που προΐσταται Αρχής, ενταγμένης στην εκτελεστική εξουσία, ελάμβανε κατά το κρίσιμο στην ένδικη κατά περίπτωση υπόθεση χρονικό διάστημα, υπό μορφή αποζημίωσης, αποδοχές ανώτερες από εκείνες των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, γεννάται «ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., λόγω της κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος παράλειψης των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση, με την οποία οι αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να ανέρχονται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οι δε αποδοχές των λοιπών δικαστικών λειτουργών να διαβαθμίζονται αναλόγως». Ενόψει των αποφάσεων αυτών του Ειδικού Δικαστηρίου, οι οποίες κατά το άρθρο 8 του ν. 3038/2002 ισχύουν μόνο έναντι των διαδίκων, αλλά και του γεγονότος ότι είχαν ασκηθεί και εκκρεμούσαν μαζικές αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από εν ενεργεία και συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, επιχειρήθηκε η εξεύρεση, μέσω σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, μιας συμβιβαστικής λύσης για την ικανοποίηση των αξιώσεων όλων των δικαστικών λειτουργών, ανεξάρτητα αν είχαν προσφύγει ή μη, που απορρέουν από την ως άνω παράνομη παράλειψη των οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας να αναβαθμίσουν τις αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων (και αναλόγως τις αποδοχές των λοιπών βαθμών της δικαστικής ιεραρχίας) στο ύψος των συνολικών αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Προς τούτο, με το άρθρο 5 παρ. 9 του ν. 3620/2007 (Α΄ 276/11.12.2007) ορίσθηκε ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται το ύψος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι όροι καταβολής έκτακτης παροχής προς τους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, όλων των βαθμίδων. Η έκτακτη αυτή παροχή θα καταβληθεί τμηματικά σε μια πενταετία και θα υπολογισθεί με βάση μηνιαίο βασικό μισθό των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, ύψους 4.072 ευρώ για το πρώτο και 3.994 ευρώ για τα λοιπά έτη και τους συντελεστές, τις προσαυξήσεις και τα χρονοεπιδόματα των μηνιαίων βασικών μισθών των δικαστικών λειτουργών και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ανά βαθμό, όπως ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1, 30 παρ. Α1 και Β, 31, 32 και 33 παρ. Α1, Β και Γ του ν. 3205/2003. Η παροχή αυτή φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 25%, δεν υπόκειται σε καμία άλλη κράτηση και είναι ανεξάρτητη από το εκάστοτε ισχύον ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών. Η καταβολή της ανωτέρω παροχής ουδεμία αξίωση μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος των ασφαλιστικών οργανισμών επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας». Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η 2/1601/0022/30.1.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Β΄ 149/30.1.2008), με την οποία ορίσθηκε ότι «1. Το ακριβές ύψος της έκτακτης παροχής προς τους δικαστικούς λειτουργούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, καθορίζεται σε ετήσια βάση με βάση το βασικό μισθό των βαθμών ή τη συνταξιοδοτική κλίμακα που κατείχε κάθε ένας στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2007, συνυπολογιζόμενων των τυχόν μισθολογικών προσαυξήσεων, της προσαύξησης του βασικού μισθού με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας και τον πολλαπλασιασμό του μηνιαίου αθροίσματος αυτών επί δεκατέσσερα (14). Ο προσδιορισμός της παροχής αυτής για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ήταν στην ενέργεια την 1.1.2008 γίνεται από τους οικείους εκκαθαριστές, με βάση τους κατωτέρω πίνακες διαφορών των βασικών μισθών με επιπλέον συνυπολογισμό επί των βασικών αυτών μισθών του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας που αντιστοιχεί στον κάθε δικαιούχο χωριστά κατά τους κρίσιμους χρόνους. … 2. Δικαστικοί λειτουργοί και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την ιδιότητα του συνταξιούχου πριν από την 1.1.2008, θα λάβουν, ανάλογα με το βαθμό συνταξιοδότησής τους μετά της μισθολογικής προαγωγής που τυχόν έχουν λάβει, ποσοστό επί του ποσού που δικαιούνται οι εν ενεργεία συνάδελφοί τους, αντίστοιχο με το ποσοστό σύνταξης επί του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους (άρθρα 9 παρ. 4 και 15 του π.δ. 169/2007, 5 παρ. 3 του ν. 1902/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1976/1991), όπως αυτό καθορίζεται στην οικεία πράξη κανονισμού της σύνταξής τους. …3. Οι εν λόγω παροχές προς τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, θα καταβληθούν με μετρητά σε πέντε (5) δόσεις ως εξής : Ι) 1η δόση. Μέρος της παροχής θα καταβληθεί στους δικαιούχους σε μετρητά το βραδύτερο μέχρι 31.1.2008 για τους εν ενεργεία και 22.2.2008 για τους συνταξιούχους, σε ποσό προ φόρων ως ακολούθως …ΙΙ) Οι επόμενες τέσσερις (4) δόσεις … θα καταβληθούν η 2η την 5.5.2008, η 3η την 1.7.2009, η 4η την 1.7.2010 και η 5η την 1.7.2011. … .6. Απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή των ανωτέρω ποσών στους δικαιούχους είναι η υποβολή, από μέρους τους, άπαξ μόνο, υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986, πριν από την είσπραξη της πρώτης δόσης, με την οποία θα δηλώνεται ότι ο δικαιούχος παραιτείται από κάθε άλλη αξίωση προς βελτίωση των αποδοχών ή της σύνταξής του, είτε του έχει επιδικαστεί είτε όχι, για το από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2007 χρονικό διάστημα βάσει συνταγματικών ή άλλων διατάξεων της εσωτερικής ή κοινοτικής νομοθεσίας …». Τέλος, με το άρθρο 24 του ν. 3867/2010 (Α΄ 128) αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 και ορίσθηκε, πλην άλλων, ότι η έκτακτη αυτή παροχή θα καταβληθεί τμηματικά σε μία εξαετία. Από τις διατάξεις αυτές παρέπεται, όπως έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. αποφάσεις 2,3 και 5/2013, όπου και μειοψηφία), ότι η χορηγούμενη με αυτές στους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, «έκτακτη παροχή» δεν συνιστά ούτε χρονικά περιορισμένη αναβάθμιση – αύξηση των αποδοχών και συντάξεων αυτών, αφού, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο υπολογισμός του ύψους της συναρτάται με τον βαθμό που είχε και τις μισθολογικές προαγωγές και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που ελάμβανε κάθε δικαιούχος αυτής κατά το από 1.1.2003 έως 31.12.2007 χρονικό διάστημα, ουδόλως συνδέεται με το ισχύον κατά το χρονικό αυτό διάστημα ειδικό μισθολόγιο των προαναφερόμενων προσώπων (ν. 2521/1997 και ν. 3205/2003), στο οποίο άλλωστε δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή. Συνεπώς, εφόσον δεν τροποποιήθηκαν οι σχετικές πάγιες μισθολογικές διατάξεις, η επίμαχη έκτακτη παροχή που χορηγήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς δεν μπορεί να επεκταθεί στους τυχόν εξομοιούμενους μισθολογικά με αυτούς δημοσίους λειτουργούς ή υπαλλήλους, ούτε να επηρεάσει κατ’ αύξηση το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασής της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987.

IV. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα : Η εκκαλούσα-ενάγουσα δικαιώθηκε από 8.10.1987 κατά μεταβίβαση βουλευτική σύνταξη, ως χήρα του αποβιώσαντος συνταξιούχου βουλευτή Χάρη Ζησιάδη (σχετ. η 4783/1988 πράξη του Διευθυντή της τότε αρμόδιας 10ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους περί απονομής βουλευτικής σύνταξης). Με αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους η ίδια, επικαλούμενη τις 13, 23 και 24/2006 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι «γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση των ενώπιόν του προσφευγόντων εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., λόγω της κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος παράλειψης των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση, με την οποία οι αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να ανέρχονται κατά το κρίσιμο στην ένδικη κατά περίπτωση υπόθεση χρονικό διάστημα τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οι δε αποδοχές των λοιπών δικαστικών λειτουργών να διαβαθμίζονται αναλόγως», ζήτησε την αναπροσαρμογή της σύνταξής της από 1.1.2001 με βάση το σύνολο των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, στο ύψος των οποίων, όπως έγινε δεκτό με τις ανωτέρω αποφάσεις, πρέπει κατ’ ευθεία εφαρμογή των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος να αναβαθμιστούν οι αποδοχές των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων. Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε, με το 150326/12.11.2007 έγγραφο (πράξη) του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου παράγουν κατά το άρθρο 8 του ν. 3038/2002 τα αποτελέσματά τους μόνο έναντι των διαδίκων της δίκης, αφετέρου δε ότι με την 17/2006 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου έγινε αντίθετα δεκτό ότι δεν στοιχειοθετείται παράνομη παράλειψη των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να αναβαθμίσουν τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών στο ύψος των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και κατ’ επέκταση δεν θεμελιώνεται από αυτούς δικαίωμα αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Κατά της απορριπτικής αυτής πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η εκκαλούσα-ενάγουσα άσκησε την ένδικη έφεση – αγωγή, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η πράξη αυτή, να αναπροσαρμοσθεί αναλόγως η σύνταξή της από 1.1.2001 και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως από την υποχρέωση καταβολής κάθε μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής, άλλως από την υποβολή της σχετικής αίτησής της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, διαφορετικά από την επίδοση της παρούσας, το ποσό των 152.701,75 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη στέρηση των κατά τα ανωτέρω αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι και 31.12.2007, άλλως το ποσό των 128.297,93 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη στέρηση των κατά τα ανωτέρω αυξημένων συνταξιοδοτικών παροχών της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και 31.12.2007, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ.. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, αβασίμως αιτείται η εκκαλούσα-ενάγουσα την από 1.1.2001 και εφεξής αναπροσαρμογή της σύνταξής της με βάση αποδοχές Προέδρου Ανώτατου Δικαστηρίου αναβαθμισμένες στο ύψος του συνόλου των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, αφού δεν υφίσταται τέτοια πάγια μισθολογικού περιεχομένου διάταξη για τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων (και τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς), ώστε να δικαιωθούν οι μεν εν ενεργεία βουλευτές, σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής που ελήφθη κατά την ΚΔ΄/22.12.1964 Συνεδρίασής της και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος, αντίστοιχου ποσού βουλευτική αποζημίωση, οι δε συνταξιούχοι βουλευτές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ν.δ. 99/1974, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 1694/1987, αντίστοιχη κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της βουλευτικής τους σύνταξης. Ούτε, άλλωστε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 3620/2007 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσας 2/1601/0022/30.1.2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δικαιούται η εκκαλούσα-ενάγουσα ανάλογης κατ’ αύξηση αναπροσαρμογής της σύνταξής της, αφού με τις διατάξεις αυτές χορηγήθηκε στους δικαστικούς λειτουργούς εφάπαξ έκτακτη οικονομική παροχή-ενίσχυση, που δεν έχει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα (και ειδικότερα από 1.1.2003 έως 31.12.2007) αναβάθμισης του ισχύοντος για αυτούς ειδικού μισθολογίου, με συνέπεια να αποκλείεται και οποιαδήποτε αντίστοιχη μεταβολή της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ’ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η έφεση – αγωγή ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 56 παρ. 4 του π.δ. 774/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 3659/2008).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την έφεση – αγωγή. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΡΕΔΡΟΣ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΚΡΑΜΠΟΒΙΤΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΡΕΝΕΣΗ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 2014.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΚΡΑΜΠΟΒΙΤΗ ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.