Εκλέγειν = Δημοκρατία

*γράφει η Ελένη Κλουνικιώτηbusiness-commerce-peer-peer_pressure-committee-members-voters-pjun1155l.jpg

Κατά τον Θουκυδίδη, το εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται. Ο μεγάλος ιστορικός ξεκινά από μια απλή παραδοχή υποστηρίζοντας, ότι αυτό που εναντιώνεται στην τυραννία είναι ο δήμος, με άλλα λόγια ο λαός. Αν και η παρατήρηση είναι ορθή, αυτό που παραλείπει να αναφέρει ο ιστορικός, αλλά και που παραβλέπουμε να συνειδητοποιήσουμε και εμείς οι σύγχρονοί του, είναι ότι αρκετές φορές δεν αρκεί απλώς η ύπαρξη του φορέα της εναντίωσης κατά το corpus του, αλλά απαιτείται και ένα σύστημα οργάνωσης αυτού. Αυτή καθαυτή η ύπαρξη λαού δεν εγγυάται ούτε την ελευθερία ούτε την δημοκρατία. Condition sine qua non για την εγγύηση των παραπάνω στοιχείων είναι η οργάνωση του λαού σε ένα ορισμένο πλαίσιο. Πώς όμως τον πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά διασπασμένο λαό μπορεί κανείς να τον δαμάσει, για να του υποδείξει, πως σε κάποιες στιγμές της ύπαρξής του δεν θα πρέπει να αρκείται μόνο στο διχασμό και στη στείρα αντιπαράθεση, αλλά θα πρέπει να λειτουργεί ως σύνολο, που αν και αποτελούμενο από αντίρροπες συνιστώσες, θα πρέπει να παραμερίζει για λίγο όλες τις αντιθέσεις για την παραγωγή μιας κοινής βούλησης, ενός κοινού αποτελέσματος; Το μυστικό είναι απλό, και ονομάζεται εκλογικό δικαίωμα. Η θέαση της ψήφου ως μέσο οργάνωσης στα πλαίσια του πλουραλιστικού δημοκρατικού πολιτεύματος αναδεικνύει τη σπουδαιότητα του ρόλου του κυρίαρχου λαού, ενώ ταυτόχρονα μας επιτάσσει να αναλογιστούμε τί ενδεχομένως θα μπορούσε να συμβεί, εάν την απολέσουμε.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Ο λαός είναι το κυρίαρχο όργανο. Η εν λόγω κυριαρχία, όπως και κάθε κυριαρχία σε καθεστώς κράτους δικαίου, είναι ιδεολόγημα και χρησιμοποιείται συμβολικά, δεδομένου ότι ο κυρίαρχος εξαρτάται μόνο από τη δική του libido dominandi και δεν περιορίζεται από το δίκαιο, καθώς δύναται ανά πάσα στιγμή να το ανατρέψει. O έχων, όμως, την εξουσία λαός δεν είναι legibus solutus, απηλλαγμένος των νόμων. Αντίθετα, υπόκειται σε λεπτομερείς νομικούς κανόνες που αφορούν τη συγκρότηση και την έκφρασή του. Η εξουσία του λαού είναι υποταγμένη στο δίκαιο και εκφράζεται το πρώτον δια της ψήφου του.

Κατά τον νομικό ορισμό της ψήφου, αυτή προσδιορίζεται ως έκφραση της βουλήσεως του εκλογέα ως μέλους του εκλογικού σώματος. Στις σύγχρονες δημοκρατίες η ψήφος συγκεντρώνει πέντε χαρακτηριστικά: την καθολικότητα, την αμεσότητα, την ισότητα, την ατομικότητα και τη μυστικότητα. Αυτά τα χαρακτηριστικά ενισχύουν τη δύναμη του κυρίαρχου λαού δίνοντάς του το αποτελεσματικότερο μέσο για να ασκήσει πολιτική, επιδοκιμάζοντας ή αποδοκιμάζοντας τα μέλη του κοινοβουλίου και τις κυβερνήσεις.

Αδιαφιλονίκητα η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος συνιστά τη Μέκκα των δικαιωμάτων, καθώς χωρίς αυτό, σε ένα πρωτόλειο στάδιο δημοκρατίας είναι αμφίβολο πώς θα διεκδικηθεί η κατοχύρωση και των άλλων. Εάν επομένως η ψήφος είναι το ισχυρότερο όπλο του λαού, πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε δύο φαινόμενα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την εκλογική διαδικασία: την λευκή ψήφο και την αποχή;

Ας ασχοληθούμε πρώτα με το πρόβλημα που φαντάζει ως λιγότερο δυσεπίλυτο: την λευκή ψήφο. Ξεκινάμε θέτοντας ως δόγμα, ότι η λευκή ψήφος δεν ταυτίζεται με την αποχή. Η λευκή ψήφος είναι έκφραση πολιτικής βούλησης με την οποία δηλώνεται η αποδοκιμασία προς όλους τους συνδυασμούς και τους υποψηφίους. Με άλλα λόγια, ο πολίτης αποδέχεται την ύπαρξη της δημοκρατίας και του εν γένει πολιτικού συστήματος δηλώνοντας την επιθυμία του να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, επισημαίνοντας συνάμα, ότι αποδοκιμάζει ενσυνείδητα κάθε υποψήφιο. Ενδεχομένως σε επόμενη εκλογική αναμέτρηση, εάν ανακαλύψει κάποιον συνδυασμό, που τον εκφράζει να μη διστάσει να τον ψηφίσει. Σε κάθε περίπτωση, η λευκή ψήφος είναι συνταγματικά επιτρεπτή, εφόσον συνάγεται από την αρχή της ελεύθερης ψήφου, ενώ επιβάλλεται και η διανομή λευκού ψηφοδελτίου. Ενισχύοντας το προλεγόμενα, η ΑΕΔ 12/2005 έκρινε, ότι τα λευκά ψηφοδέλτια πρέπει να προσμετρώνται για τον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου για να μη νοθεύεται η αρχή της ισότητας και της γνησιότητας της ψήφου. Ωστόσο, ο κοινός νομοθέτης έχει ορίσει ρητά, ότι τα λευκά ψηφοδέλτια δεν συμπεριλαμβάνονται στα έγκυρα και συνεπώς δεν υπολογίζονται για την έκδοση του εκλογικού μέτρου.

Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα είναι η αποχή. Στις Η.Π.Α. το ποσοστό της αποχής είναι διαχρονικά αρκετά υψηλό, ωστόσο δεν φαίνεται να επηρεάζει την έκδοση ενός αντιπροσωπευτικού όλου του πληθυσμού αποτελέσματος. Όμως, σε μικρότερες χώρες η ύπαρξη μεγάλου ποσοστού αποχής μπορεί να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Νομικά από τη στιγμή, που δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση, που να προβλέπει κυρώσεις για τη μη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος δεν μπορούμε να προβούμε και σε περαιτέρω ανάλυση. Ωστόσο, οφείλουμε να εξετάσουμε το θέμα υπό μια άλλη σκοπιά, υπό την οποία η αποχή φαίνεται να προβάλει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου : τον αντιπολιτικά υπερατομικιστή. Το Σύνταγμα του 1975 μέσω των διατάξεων του καθιερώνει έναν καθολικό άνθρωπο. Ο εν λόγω άνθρωπος προσλαμβάνεται ρητά αφενός ως άτομο και μέσω αυτής της ιδιότητας γίνεται φορέας ατομικών δικαιωμάτων και υποκείμενο υποχρεώσεων, αφετέρου δε ως μέλος του κοινωνικού συνόλου και υπό το πρίσμα της εν λόγω ιδιότητας αποκτά πολιτικά δικαιώματα, γίνεται μέλος της πολιτικής κοινότητας των Ελλήνων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την αποδοχή του Συντάγματος οφείλει σεβασμό, υπακοή και αυτοδέσμευση στην κανονιστικότητά του. Με τα παραπάνω δεδομένα το ελληνικό Σύνταγμα δημιουργεί ένα τέτοιο ιδεατό υποκείμενο, που έχει βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και ως σύνολο πολιτών ασκεί εξουσία. Η εξουσία όμως, πώς ασκείται, εάν δεν είναι δια της ψήφου, δια της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος;

Ο υπέρτατος νόμος του ελληνικού κράτους απαιτεί από τους πολίτες του ευσυνειδησία και αίσθηση καθήκοντος για να πραγματοποιηθούν οι προσταγές του και να μην μείνουν μόνο στο επίπεδο του φαντασιακού. Όταν όμως οι πολίτες απέχουν, εγκλωβισμένοι στη μονομέρεια μιας αντιπολιτικής στάσης στην οποία πρωταγωνιστεί το άτομο και η κοινωνία ως σύνολο κρατεί απλώς το ρόλο του κομπάρσου, πώς θα δημιουργηθεί ο καθολικός άνθρωπος και πώς εν συνεχεία θα ακολουθήσει η διαμόρφωση της οντότητας στην οποία αυτός θα ζήσει; Η απάντηση είναι απλή: πιθανότητα η ουτοπική κοινωνία δε θα διαμορφωθεί ποτέ, ενώ ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο και η ίδια η ύπαρξη της δημοκρατίας.

Εν κατακλείδι, με το πέρας των χρόνων διαφαίνεται μια μείωση του ζήλου των πολιτών να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία. Η αντιπολιτική της άρνησης και ο ωχαδερφισμός φαίνεται ότι ριζώνουν στο λογιστικό μας, διαμορφώνοντας σκέψεις, απόψεις και τάσεις. Η δυσαρέσκεια, η αγανάκτηση και η διαφθορά φαίνεται, ότι δεν τροφοδότησαν την πολική κινητοποίηση και συνειδητοποίηση αλλά αντίθετα ενίσχυσαν το ρεύμα της αντιπολιτικής διαμαρτυρίας, μιας διαμαρτυρίας που λησμονεί ότι κεντρικός άξονας της δημοκρατίας είναι η συμμετοχική δράση του πολίτη και όχι η αδρανοποίηση.

Η Ελένη Κλουνικιώτη είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αντώνης Μ. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη.

  • Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο συνταγματικό δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

  • Κ. Γιαννακόπουλος, Η μετάλλαξη του υποκειμένου των συνταγματικών δικαιωμάτων, ΕφημΔΔ 2/2012.

  • Κ. Γκάλι, Τα πολλά πρόσωπα της αντιπολιτικής (μτφρ Θ. Γιαλκέτση), Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10.3.2013.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.