Ειδικές ανακριτικές πράξεις : Τα όρια μεταξύ ανακριτικής / αστυνομικής διείσδυσης και της αστυνομικής παγίδευσης

10γράφει ο Φράγκου Εμμανουήλ

Με το άρθρο 6 του Ν. 2928/2001 ,όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρ. 42 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 εισήχθη στον ΚΠΔ το άρθρο 253Α με τίτλο ‘Ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων’. Πρόκειται για διάταξη που συνιστά συμμόρφωση της νομοθεσίας μας στις διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας μας και ειδικότερα στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος και των τριών Πρωτοκόλλων αυτής κάτι που φαίνεται από τον τίτλο ακόμη της Εισηγητικής Έκθεσης του Νόμου. Έτσι, ορίζεται ότι ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187 παρ 1,2 και 187Α ΠΚ η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει μεταξύ άλλων και την ανακριτική διείσδυση.

Η ειδική αυτή ανακριτική πράξη  επί της ουσίας αποτελεί, σύμφωνα με τον ορισμό του Καθηγητή Αδάμ Παπαδαμάκη, τη χρησιμοποίηση είτε των ίδιων των αστυνομικών οργάνων είτε έμπιστων σε αυτά προσώπων, με στόχο τόσο την εξασφάλιση αποδεικτικών μέσων ή την κατάληψη του δράστη τη στιγμή που διαπράττει την αξιόποινη πράξη, όσο και τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αντιμετώπιση της οργανωμένης εγκληματικότητας.[1] Πρόκειται για ανακριτική πράξη όχι ξένη προς την ελληνική ποινική δικονομική νομοθεσία, καθώς πριν την εισαγωγή της στον ΚΠΔ με το νόμο 2928/2001 συναντάται σε πλήθος ειδικών ποινικών νόμων (1729/1987, 2713/1999 κ.α.)

Οι στόχοι του νομοθετήματος αυτού σχετίζονται με την κοινωνική απαίτηση και εν τέλει ανάγκη για την εξάρθρωση της οργανωμένης εγκληματικότητας που, όπως εμπειρικά διαγιγνώσκεται, δρα με απολύτως μυστικούς αλλά και συνωμοτικούς όρους κάτι που καθιστά τις οργανώσεις αυτές ιδιαιτέρως κλειστές έως και απροσπέλαστες στα διωκτικά όργανα.

Το ερώτημα που όμως στο σημείο αυτό τίθεται είναι το αν στο όνομα της όποιας δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας η εξάρθρωση των οργανώσεων αυτών πρέπει να επιτευχθεί με οποιοδήποτε τρόπο και παραβλέποντας εγγυήσεις που έχει θεσμοθετήσει ο Συνταγματικός νομοθέτης αλλά και η κυρωμένη από το ελληνικό κοινοβούλιο διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος ΕΣΔΑ και εν τέλει στηρίζουν το οικοδόμημα του ποινικού δόγματος. Και όπως ορθά παρατηρείται ο ουσιαστικότερος κίνδυνος για μια ευνομούμενη Πολιτεία δεν προκύπτει από καθαυτές τις οργανωμένες εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν ελάχιστες πιθανότητες να επικρατήσουν, αλλά από την εν θερμώ λήψη αυστηρών και δυσανάλογων μέτρων άμυνας εκ μέρους των Πολιτειών, τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση το κοινό συστατικό γνώρισμα των Δημοκρατιών, δηλαδή το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[2]

Και η σημασία των παραδοχών αυτών φαίνονται από το γεγονός ότι τα όρια μεταξύ μιας αναγκαίας για την εξάρθρωση μιας εγκληματικής οργάνωσης ανακριτικής διείσδυσης και μιας προβοκατόρικης παγίδευσης του δράστη είναι πολλές φορές ρευστά. Βέβαια, στην περίπτωση της παγίδευσης αυτής παραβιάζονται βασικές εγγυητικές αξίες και ειδικότερα το τεκμήριο αθωότητας και την απορρέουσα από αυτό αρχή την ισχύος των ενδείξεων ,η αρχή της εσωτερικής δημοσιότητας και του έγγραφου χαρακτήρα της ανάκρισης (97 και 241 ΚΠΔ) ,την απορρέουσα από την αρχή της αξίας του ανθρώπου (2παρ.1Συντ.) αρχή του μη εξαναγκασμού σε αυτοενοχοποίηση, το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου, το δικαίωμα της ισότητας των όπλων και της κατ’αντιπαράσταση εξέτασης και τελικά το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (6 παρ1 ΕΣΔΑ).[3]

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού το 253Α ΚΠΔ έχει προβλέψει συγκεκριμένες εγγυητικές αρχές. Ειδικότερα, ορίζεται ότι προϋποτίθεται η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής, η κατάφαση της αναγκαιότητας των σχετικών ανακριτικών πράξεων καθώς και η έκδοση ειδικά αιτιολογημένου υπό τους όρους του 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ βουλεύματος του αρμόδιου Συμβουλίου. Το Βούλευμα αυτό θα πρέπει να  περιλαμβάνει την αξιόποινη πράξη για την εξιχνίαση της οποίας διατάσσεται η ανακριτική πράξη, την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής, την αδυναμία εξάρθρωσης της οργάνωσης χωρίς την ειδική αυτή ανακριτική πράξη, το αναγκαίο χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει η τελευταία καθώς και τον κύκλο των προσώπων κατά των οποίων στρέφεται.[4] Μάλιστα οι θεσμικές αυτές εγγυήσεις ορίζεται ότι εφαρμόζονται και κατά τη διενέργεια των αντίστοιχων ερευνών που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους, οι ρυθμίσεις των οποίων εξακολουθούν να ισχύουν κατά το μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Βέβαια, και σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, η πρόβλεψη αυτή δεν καταλαμβάνει ειδικά νομοθετήματα μεταγενέστερα της διάταξης αυτής που προβλέπουν διαφορετικές προϋποθέσεις για τη διενέργεια των ειδικών αυτών ανακριτικών πράξεων, σύμφωνα με τη θεμελιώδες δικαιικό αξίωμα ότι νεώτερος και ειδικότερος νόμος υπερισχύει του παλαιότερου γενικού.(Δες και ΑΠ 1896/10)

Έπειτα η νομολογία του ΕΔΔΑ χάραξε σε πιο στέρεα στεγανά τα όρια της επιτρεπτής αστυνομικής δράσης διαχωρίζοντας την από την προβοκατόρικη παγίδευση του υπόπτου σε ουκ ολίγες ενδιαφέρουσες αποφάσεις του. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου κινείται στην κατεύθυνση της χρήσης ως κριτηρίου για την κατάφαση επιτρεπτής αστυνομικής διείσδυσης του παθητικού χαρακτήρα της δράσης των διωκτικών αρχών.[5] Το Δικαστήριο δέχεται ότι υπέρβαση του απαιτούμενου παθητικού ρόλου της αστυνομίας υπάρχει όταν ο αστυνομικός ή ο ιδιώτης που χρησιμοποιείται από την αστυνομία ασκεί τέτοια επίδραση στο υποκείμενο, ώστε να προκαλέσει τη διάπραξη μιας αξιόποινης πράξης που τούτο διαφορετικά δε θα είχε τελέσει, για να αποκτήσει έτσι στοιχεία για τέλεση του αδικήματος και να θεμελιώσει μια ποινική δίωξη.[6]

Το κριτήριο αυτό εξειδικεύεται σε επιμέρους παράγοντες οι οποίοι, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ,  οδηγούν στην παραδοχή ή μη ανεκτής αστυνομικής δράσης. Ειδικότερα ,καταρχάς, κρίσιμο είναι το εάν οι αστυνομικοί αναμείχθηκαν σε μία πράξη που είχε ήδη αρχίσει να τελείται (έστω και σε επίπεδο προπαρασκευαστικών πράξεων) ή ο υπαίτιος έδρασε μετά από δική τους πρωτοβουλία. Σημαντική επίσης είναι η τυχόν πιεστική συμπεριφορά των διωκτικών αρχών ή η επανειλημμένη πρόταση για τέλεση αξιόποινης πράξης με, πολλές φορές, ιδιαιτέρως και έξω από το σύνηθες προκλητικά ανταλλάγματα,  παράγοντες που οδηγούν ,προφανώς, σε άρνηση του παθητικού ρόλου τους(Υπόθεση Ramanauskas κατά Λιθουανίας) .[7]

Ακόμη το Δικαστήριο ερευνά αντικειμενικά κριτήρια για την παραδοχή της προδιάθεσης του υπόπτου να τελεί εγκλήματα της βαρύτητας και του είδους αυτού για το οποίο κατηγορείται όπως, για παράδειγμα, το ποινικό μητρώο(Υπόθεση Teixerira de Castro κατά Πορτογαλίας). Μάλιστα, έχει επανειλημμένα σημειωθεί  από το Δικαστήριο ότι οι διωκτικές αρχές θα πρέπει να έχουν στα χέρια τους σοβαρές ενδείξεις ότι συντελούνται ή πρόκειται να τελεστούν αξιόποινες πράξεις του είδους αυτού από το συγκεκριμένο πρόσωπο και να μην προβαίνουν σε τυφλή αναζήτηση υπόπτων ενώ τελικά θα πρέπει να προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές θα τελούνταν ακόμα και χωρίς τη δράση των αστυνομικών (Πυργιωτάκης κατά Ελλάδος). Αυτό βέβαια έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική ποινική πραγματικότητα, όπου πολύ συχνά στηρίζονται ανακριτικές πράξεις σε ‘ανώνυμες πληροφορίες’ αμφιβόλου ,φυσικά, προέλευσης.

Επίσης, είναι σημαντικό, ότι η όλη δράση της αρχής στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ανακριτικής πράξης θα πρέπει να εποπτεύεται από δικαστικό λειτουργό. Βέβαια, παρότι υπάρχει πρόβλεψη περί εκδόσεως σχετικού Βουλεύματος στο 253Α ,ο ρόλος των δικαστικών οργάνων δεν θα πρέπει να περιορίζεται εκεί, αλλά να καλύπτει και τον λεπτομερή έλεγχο της δράσης των οργάνων της αστυνομίας. Φυσικά ,ιδιαιτέρως σημαντική κρίνεται η παραδοχή του Δικαστηρίου ,ότι το βάρος της απόδειξης για το ότι δεν υπήρξε παγίδευση το φέρει η κατηγορούσα αρχή (Khudobin κατά Ρωσίας).[8]

Μεγάλη συζήτηση είχε προκαλέσει ,στο παρελθόν, η άποψη του Αρείου Πάγου ότι ο ισχυρισμός περί παγίδευσης δεν είναι αυτοτελής αλλά απλό υπερασπιστικό επιχείρημα κάτι που σημαίνει ότι η τυχόν απόρριψή του από τα Δικαστήρια της ουσίας δεν συνοδεύεται και από υποχρέωση αιτιολογίας. Επίσης, είχε σημειωθεί ,παλαιότερα, από τον Άρειο Πάγο ότι η παραβίαση της ΕΣΔΑ δεν ελέγχεται αυτοτελώς ως λόγος αναιρέσεως παρά μόνο σε συσχέτιση με τους λόγους αναιρέσεως των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ. Το σκεπτικό αυτό του Αρείου Πάγου οδήγησε σε καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ (βλ. για παράδειγμα Υπόθεση Πυργιωτάκης κατά Ελλάδος και Perlala κατά Ελλάδος).[9] Πλέον, όμως, το γράμμα του ΚΠΔ δεν αφήνει περιθώρια για αντίθετες αποφάσεις του ΑΠ, από τη στιγμή που με το α.11 παρ. 2 του Ν 3904/2010 εισήχθη ως λόγος απόλυτης ακυρότητας η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και τελικά, στην περίπτωση αυτή στοιχειοθετείται ο 484 παρ1 περ.Α  και 510 παρ.1 περ.Α λόγοι αναίρεσης.



[1] Α. Παπαδαμάκης, Ανακριτική διείσδυση: όρια και υπερβάσεις, ΠοινΔικ Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

[2] Θ. Δαλακούρας Ποινική Δικονομία-Βασικές έννοιες και θεσμοί της ποινικής δίκης για νυν και ‘εν τω γενέσθαι’ ανακριτικούς υπαλλήλους Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2003, Πρβλ. Α. Παπαδαμάκης, Η δομή της ποινικής δίκης 2011 

[3] Θ. Δαλακούρας Ποινική Δικονομία-Βασικές έννοιες και θεσμοί της ποινικής δίκης για νυν και ‘εν τω γενέσθαι’ ανακριτικούς υπαλλήλους Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2003, Βλ. Επίσης Θ. Δαλακούρας, Ανακριτική διείσδυση, δικαίωμα σιωπής και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης, Πρακτικά 9ου Ελληνογερμανικού Συμποσίου με θέμα «Επιτήρηση και ποινική καταστολή στη σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική», 2011, σελ. 149., ΒGH 3 StR 104/07(Π.Χρ.2009, σελ.75)

[4] Θ. Δαλακούρας Ποινική Δικονομία-Βασικές έννοιες και θεσμοί της ποινικής δίκης για νυν και ‘εν τω γενέσθαι’ ανακριτικούς υπαλλήλους Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2003, Α. Παπαδαμάκης, Η δομή της ποινικής δίκης 2011

[5] Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔικ Ιανουάριος 2011, Α. Παπαδαμάκης, Ανακριτική διείσδυση: όρια και υπερβάσεις, ΠοινΔικ Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

[6] Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔικ Ιανουάριος 2011,

[7] Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔικ Ιανουάριος 2011, Α. Παπαδαμάκης, Ανακριτική διείσδυση: όρια και υπερβάσεις, ΠοινΔικ Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010, Α. Δημάκης, Οι πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αστυνομική παγίδευση και οι συνέπειες για την ελληνική νομολογία, Π.Χρ.2008, σελ. 594.

[8]Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την αστυνομική διείσδυση και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ΠοινΔικ Ιανουάριος 2011, Α. Δημάκης, Οι πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αστυνομική παγίδευση και οι συνέπειες για την ελληνική νομολογία, Π.Χρ.2008, σελ. 594.

[9] Α. Παπαδαμάκης, Ανακριτική διείσδυση: όρια και υπερβάσεις, ΠοινΔικ Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010

 


Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.