ΕφΘεσσ 584/2011 – Χρηματικά ποσόα που δαπάνησε ο εργοδότης για εκπαίδευση εργαζομένου με την προοπτική να τον απασχολήσει μετά την εκπαίδευση δεν αναζητούνται με βάση το αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αποχωρήσει από την εργασία του.

The statue of justice, clutching sword and scales

ΕφΘεσ 584/2011

 (απόσπασμα)

Στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον αφορά στη 2η επικουρική βάση της Α’ αγωγής (επιδίκαση του ποσού των 28.035,89 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, εκτίθενται στην ενλόγω αγωγή τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η σχετική αξίωση: 1) «Περί τις αρχές του μηνός Απριλίου 2008 ήρθαμε σε επαφή με τον εναγόμενο και συζητήσαμε το ενδεχόμενο σύναψης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ μας, προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως χειριστής κλπ.». 2) «Ο εναγόμενος αποδέχθηκε την πρόταση μας και απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της ανωτέρω συμβάσεως ήταν να λάβει ο εναγόμενος το πτυχίο κλπ.»). 3) «Η εταιρία μας ανέλαβε τη δαπάνη… προκειμένου να καταστεί ικανός για να λάβει το ανωτέρω πτυχίο… με την προοπτική ότι θα απασχολούνταν στην εταιρία μας…». 4) Η εταιρία μας δηλαδή συνολικά δαπάνησε για την εκπαίδευση του εναγομένου, ώστε να αποκτήσει τα απαραίτητα πτυχία προκειμένου να μπορεί να χειριστεί το αεροσκάφος μας, το ποσό των…». 5) Μετά το πέρας της εκπαίδευσης του… συ-νήφθηκε την 5.6.2008 στη θεσσαλονίκη με τον εναγόμενο σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία του…». 6) «Ο εναγόμενος… έχει αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του στην εταιρία μας από 1.8.2008». Και 7) «… πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μας καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 27.035,89 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον, κατ’ άρθρο 904 ΑΚ, ο εναγόμενος απέκτησε τον προαναφερόμενο τύπο πτυχίου του για τον οποίο έπρεπε να καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων του τουλάχιστον το ποσό των 28.035,89 ευρώ και ως εκ τούτου κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της δικής μας περιουσίας, που ζημιώθηκε έτσι κατά το ως άνω ποσό, το οποίο δεν θα καταβάλλαμε εάν δεν συνάπταμε με τον εναγόμενο την ένδικη σύμβαση εργασίας και την οποία (σύμβαση) επίσης δεν θα συνάπταμε εάν γνωρίζαμε ότι ο εναγόμενος θα αποχωρούσε οικειοθελώς άμεσα, χωρίς να υφίσταται καμία υπαιτιότητα μας και παντελώς αναιτιολόγητα». Όμως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή δεν θεμελιώνουν από νομική άποψη την αξίωση της ενάγουσας εταιρίας να της επιστρέψει ο εναγόμενος το ποσό των 28.035,89 ευρώ, που δαπάνησε για την εκπαίδευση του, για το λόγο ότι ο τελευταίος κατέστη πλουσιότερος κατά το ποσό αυτό χωρίς, δήθεν, νόμιμη αιτία και με αντίστοιχη ζημία της. Και τούτο διότι κανένα από τα περιστατικά αυτά δεν συνιστά «αιτία», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία είτε δεν επακολούθησε είτε έληξε, είτε ήταν παράνομη ή ανήθικη, καθόσον, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η δαπάνη του παραπάνω ποσού έγινε από την ενάγουσα χωρίς μεν να έχει υποχρέωση προς τούτο, πλην όμως με την προοπτική, μετά την εκπαίδευση του εναγομένου, να τον απασχολήσει στην εταιρία της με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που θα επακολουθούσε. Η σύμβαση αυτή, κατά την αγωγή πάντοτε, συνήφθη μετά την εκπαίδευση του εναγομένου, ο οποίος μετά από μικρό χρονικό διάστημα νόμιμα αποχώρησε από την εργασία του οικειοθελώς, αφού ούτε ο νόμος απαγόρευε τούτο, ούτε η ενάγουσα επικαλείται αντίθετη συμφωνία. Έτσι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο επικαλούμενος από την ενάγουσα «πλουτισμός» του εναγομένου έγινε αποκλειστικά από λόγο που ανάγεται στα απώτερα ελατήρια της, δηλαδή στο να απασχολήσει τον εναγόμενο στο χειρισμό του αεροσκάφους της μετά την εκπαίδευση του στο συγκεκριμένο τύπο του αεροσκάφους αυτού (ΒΑ 146). Έτσι, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, ο παραπάνω λόγος πρόσληψης του εναγομένου δεν συνιστά «αιτία» πλουτισμού του, έστω και αν αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, δεν συντρέχει η 3η προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ (έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού του εναγομένου και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτού του πλουτισμού και της αντίστοιχης επιβάρυνσης της ενάγουσας), ώστε η Α’ αγωγή και ως προς τη 2η επικουρική βάση της (αποζημίωση ποσού 28.035,89 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την έκρινε νόμιμη, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης (1ο), ο οποίος ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.