Ευθανασία: δικαίωμα στο θάνατο; – νομολογιακές και νομικές εκφάνσεις

γράφει η Πετρούλα Μανδηλαρά

Τον τελευταίο καιρό όλο και πληθαίνουν τα δημοσιεύματα που φέρνουν στο φως ιστορίες ανθρώπων που πάσχουν από ανίατες ασθένειες και επιζητούν την ευθανασία, ως μοναδική, κατ’ αυτούς διέξοδο, από το «μαρτύριο» της ασθένειάς τους. Κάθε φορά, που λαμβάνει δημοσιότητα μια τέτοια είδηση, εξετάζεται η νομοθεσία του κράτους προέλευσης του πάσχοντος ατόμου σχετικά με την ευθανασία και παράλληλα ξεκινά μια ζωηρή συζήτηση για το αν πρέπει να νομοθετηθεί η ευθανασία και αν ναι ποιες ασφαλιστικές δικλείδες πρέπει να περιέχονται στο νομοθέτημα, ώστε να μην καταστρατηγηθεί ο σκοπός του νόμου.

Ξεκινώντας λοιπόν, ας δώσουμε έναν ορισμό του τι εστί ευθανασία και ας κοιτάξουμε την προέλευσή της. Ευθανασία, λοιπόν, είναι ο ανώδυνος θάνατος και δημιουργήθηκε ως όρος από τον Άγγλο φιλόσοφο Φράνσις Μπέικον. Ο  συγκεκριμένος φιλόσοφος σε ένα από τα έργα του έγραψε ότι σκοπός της ιατρικής είναι η αποκατάσταση της υγείας και η καταπράυνση των πόνων, όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή οδηγεί στη θεραπεία, αλλά και  όταν μπορεί να οδηγήσει σε ένα εύκολο και γαλήνιο θάνατο. Έκτοτε, όπως ήταν αναμενόμενο, προκλήθηκαν διαμάχες εξ αφορμής αυτής της θέσης αρχικά με την Εκκλησία και την χριστιανική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μόνο ο Θεός μπορεί να διαθέσει τη ζωή και το θάνατο και ο πόνος έχει αξία για τη σωτηρία της ψυχής και ως εκ τούτου κανείς δε μπορεί να συντομεύσει τους πόνους.

Τα τελευταία χρόνια οι διαμάχες έχουν οξυνθεί καθώς πολλά κράτη προχωρούν στη νομοθέτηση , έστω και σε εμβρυακό στάδιο, της ευθανασίας και παράλληλα λαμβάνουν δημοσιότητα πολλές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που αφορούν προσφυγές ανιάτως πασχόντων ανθρώπων κατά των κρατικών αρχών των χωρών τους που δεν τους επιτρέπουν την ευθανασία. ‘Ήδη το ζήτημα της ευθανασίας  έχει απασχολήσει το ΕΔΔΑ από το 2002, όταν στην υπόθεση Πρίτι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Pretty v. The United Kingdom) αποφάσισε ότι η απαγόρευση να επιτραπεί στο σύζυγο της προσφεύγουσας και ανιάτως πάσχουσας από νευρολογική ασθένεια να δώσει τέλος στη ζωή της δεν παραβιάζει το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση παροχής βοήθειας σε ευθανασία από το σύζυγο δεν προσκρούει στο άρθρο 3 (απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση) της ΕΣΔΑ, καθώς ναι μεν θα υποστεί η προσφεύγουσα οδυνηρούς πόνους αλλά χρειάζεται εκ μέρους του κράτους κύρωση νόμου που επιτρέπει την ευθανασία, και επιπλέον συνεχίζει η απόφαση ότι με αυτή δεν παραβιάζονται τα άρθρα 8 (δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική ζωή), 9 (ελευθερία της συνείδησης) και 14 (απαγόρευση των διακρίσεων).

Στην ίδια, με τα ανωτέρω λεχθέντα, θέση εμμένει το ΕΔΔΑ και το 2011 στην απόφαση Χάας κατά Ελβετίας (Haas v. Switzerland) όπου αναφέρεται η αδυναμία των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να συμφωνήσουν από κοινού για το δικαίωμα των ανθρώπων να επιλέγουν τον τρόπο τερματισμού της ζωής τους. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ προσθέτει ότι παρόλο που έχει αποποινικοποιηθεί μερικώς η υποβοήθηση στην αυτοκτονία σε μερικά κράτη μέλη, η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών ρίχνει το βάρος της περισσότερο στην προστασία της ανθρώπινης ζωής παρά στο δικαίωμα τερματισμού της και αφήνει τα ζητήματα ευθανασίας στην κρίση των δικαστηρίων και την εκτίμηση των αντικειμενικών κάθε φορά συνθηκών.

Έκτοτε υπήρξαν πολλές αποφάσεις που αφορούσαν προσφυγές πασχόντων που τους είχε απαγορευθεί η ευθανασία από τις κρατικές αρχές των χωρών διαμονής τους μέχρι τον Ιούνιο του 2015 οπότε και υπήρξε μια μεταστροφή του ΕΔΔΑ σε σχετική απόφαση. Πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Λαμπέρτ και άλλοι κατά Γαλλίας (Lampert and Others v. France), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν προσκρούει στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ απόφαση Γαλλικού δικαστηρίου, η οποία δικαίωσε ιατρούς ασθενούς, ευρισκομένου σε κώμα από οκταετίας, που έπαυσαν την -με τεχνητά μέσα- σίτιση αυτού οδηγώντας τον στο θάνατο. Η απόφαση αυτή πυροδότησε έντονο διάλογο στη Γαλλία σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της ευθανασίας και κατέληξε στην ψήφιση νόμου από το Γαλλικό Κοινοβούλιο στα τέλη του Ιανουαρίου 2016. Ο νόμος αυτός, που φιλοδοξεί να άρει τη σύγκρουση συμφερόντων που προκαλεί το ζήτημα, παρέχει το δικαίωμα σε άτομα που πάσχουν από ανίατη ασθένεια να ζητήσουν να παραμείνουν ναρκωμένοι λαμβάνοντας μόνο αναλγητικά φάρμακα μέχρι το θάνατό τους, εφόσον κρίνεται ότι ο θάνατός τους είναι αναπότρεπτος και σύντομος και θα οφείλεται τελικά είτε στην ασθένεια από την οποία πάσχουν και της οποίας η θεραπεία έχει διακοπεί, είτε σε ασιτία.

160317-euthanasia-domokos

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ολλανδία υπήρξε η πρώτη χώρα-κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ήδη από το 2002 νομιμοποίησε την ευθανασία και ανάμεσα στα άλλα και με τη μορφή της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας από γιατρό. Κατόπιν ακολούθησαν το Βέλγιο, του οποίου το Κοινοβούλιο νομιμοποίησε την ευθανασία στα τέλη Σεπτέμβρη του 2002 και το Λουξεμβούργο, που νομιμοποίησε την ευθανασία με νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο το Φεβρουάριο του 2008 για να πάρει την τελική έγκρισή του το Μάρτιο του 2009.

Όσον αφορά, τώρα, την ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ρυθμίσεις που να αναφέρονται στα δικαιώματα του ανιάτως πάσχοντος και στις αντίστοιχες υποχρεώσεις του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού σχετικά με την ευθανασία. Ως εκ τούτου η εξέταση του θέματος της ευθανασίας γίνεται με βάση τις συναφείς συνταγματικές διατάξεις, τις διατάξεις της Σύμβασης περί Βιοϊατρικής (Σύμβαση του Οβιέδο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική το 1997, η οποία κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν.2619/1998) και τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Όσον αφορά στις συνταγματικές διατάξεις, το Σύνταγμα μας κατοχυρώνει στο άρθρο 5§1 το δικαίωμα του ατόμου να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, δικαίωμα που αποτελεί εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2§1 Σ). Μέσω αυτού του δικαιώματος σε συνδυασμό με το άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα, προστατεύονται όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, με τις οποίες ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και εκφράζεται ως προσωπικότητα.

Βέβαια εδώ πολλοί εύλογα θα αναρωτηθούν αν ως έκφραση της προσωπικότητας μπορεί να θεωρηθεί και η άρνηση έναρξης ή συνέχισης της θεραπείας για ανίατη ασθένεια. Στο ερώτημα αυτό απάντηση δίνει η Σύμβαση περί Βιοϊατρικής του Οβιέδο που αναφέρεται ρητώς στη συναίνεση του ασθενούς, την οποία θεωρεί βασική προϋπόθεση που δικαιολογεί κάθε επέμβαση στο πεδίο της υγείας (άρθρα 5 και επόμενα). Μάλιστα στην Αιτιολογική  Έκθεση της Συμβάσεως τονίζεται η σημασία της συναινέσεως του ασθενούς ως εργαλείου, μέσω του οποίου εκφράζεται η ελεύθερη και αυτόνομη βούληση του ατόμου και περιορίζονται οι πατερναλιστικές επεμβάσεις από πλευράς ιατρικών λειτουργών, πάντα βεβαίως υπό την προϋπόθεση ότι η συναίνεση στη θεραπεία ή η αντίστοιχη άρνηση αυτής θα πρέπει να βασίζονται σε πλήρη και ενδελεχή ενημέρωση του ασθενούς για όλες τις πιθανές συνέπειες από πλευράς ιατρικού προσωπικού.

Άλλες γενικές διατάξεις της ίδιας Συμβάσεως αναφέρονται στην προστασία των ατόμων που δεν είναι σε θέση να δώσουν τη συναίνεσή τους για διαφόρους λόγους όπως η ανηλικότητα, η ύπαρξη σε καθεστώς ψυχικής διαταραχής ή σε καθεστώς που εμποδίζει την ελεύθερη διαμόρφωση και έκφραση επιθυμίας είτε λόγω ατυχήματος είτε επειδή βρίσκονται σε κώμα. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, όπως αναφέρεται, επεμβάσεις πραγματοποιούνται μόνο εάν έχουν άμεσο όφελος και μετά από άδεια του νόμιμου αντιπροσώπου του ασθενούς ή ειδικής αρχής. Στην ίδια Σύμβαση, τέλος, υπάρχει διάταξη που ορίζει τα σχετικά με τις επιθυμίες που έχει διατυπώσει κάποιος εκ των προτέρων και σε ανύποπτο χρόνο σχετικά με μια επέμβαση, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν μόνο στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της επέμβασης (ενν. δεν γίνεται λόγος για χειρουργική επέμβαση) δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του.

Όσον αφορά τώρα στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ως θεσμοθετημένη την ευθανασία με το άρθρο 300ΠΚ που αναφέρεται στην ανθρωποκτονία με συναίνεση ή αλλιώς ανθρωποκτονία από οίκτο. Πολλές φορές  είναι δυνατό να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την ανθρωποκτονία από συναίνεση σε ορισμένες περιπτώσεις ευθανασίας. Ωστόσο, η ανθρωποκτονία με συναίνεση δεν ταυτίζεται με την ευθανασία, καθώς πρόκειται για επάλληλες έννοιες με κοινές περιπτώσεις αλλά και με περιπτώσεις που αποτελούν ανθρωποκτονίες από οίκτο χωρίς να είναι ευθανασίες και αντίστροφα. Δεν είναι λίγα τα προβλήματα, εξάλλου, που αντιμετωπίζει κανείς κατά την ερμηνεία ως άνω διάταξης , όπως πχ είναι η έννοια της ανίατης ασθένειας , επειδή ο όρος ή αμφισβητείται από τη σύγχρονη ιατρική ή μπορεί να αναφέρεται σε ανίατη μεν ασθένεια (πχ. Διαβήτης) αλλά αντιμετωπίσιμη.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, η θεσμοθέτηση της ευθανασίας είναι ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα για την οποιαδήποτε χώρα και δε μπορεί  κανένας νομοθέτης να είναι σίγουρος ότι έχει δημιουργήσει ένα νομοθέτημα με τέτοια αρτιότητα και όλες εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις απόλυτης αναγκαιότητας. Άλλωστε, καθημερινά πληθαίνουν τα δημοσιεύματα στο ξένο, προς το παρόν, τύπο με ιστορίες ανθρώπων ανιάτως πασχόντων που θέλουν να δώσουν τέλος στο μαρτύριο του πόνου τους, όπως για παράδειγμα η ιστορία της 23χρονης Βρετανίδας που πάσχει από ανίατη ασθένεια από μικρή ηλικία και θέλει πια μη αντέχοντας τους πόνους  και μη ανταπόκρισης στις προσπάθειες των γιατρών για ανακούφιση από τους πόνους να απευθυνθεί σε κλινική ευθανασίας στο εξωτερικό.

Πρόκειται, λοιπόν ενόψει των ανωτέρω για ένα ζήτημα που εγείρει όχι μόνο νομικά ζητήματα αλλά και ηθικά και το μόνο σίγουρο είναι ότι είναι και ηθικά και νομικά ανοικτό και το μέλλον είναι αυτό που θα δείξει την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθούν τα κράτη για τη θεσμοθέτηση ή μη της ευθανασίας.

Πετρούλα Μανδηλαρά

Δικηγόρος Αθηνών

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.