ΕφΑθ 934/2006 – Η εγγύηση σύμφωνα με το νόμο πρέπει να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο

Η εγγύηση σύμφωνα με το νόμο πρέπει να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο. Έννοια έγγραφου τύπου. Τύπος για την τροποποίηση προσυμφώνου. Δήλωση βουλήσεως και ερμηνεία της σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Αριθμός 934/2006

Εφετείο Αθηνών

Εισηγητής: Παναγιώτης Ρουμπής

…Κατά τη διάταξη του άρθ. 159 §1 ΑΚ δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο είναι άκυρη. Κατά τη διάταξη του επόμενου άρθ. 160 § 1 ΑΚ, αν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Η διάταξη αυτή έχει υπόψη της έγγραφο, το οποίο ορίζεται από το νόμο ή τα μέρη ως συστατικός τύπος της δικαιοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη αποτελεί προϋπόθεση του κύρους αυτής της ίδιας της δικαιοπραξίας και όχι απλώς του εγγράφου της. Εξάλλου οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα γραπτό κείμενο αποκτά το κύρος ιδιωτικού εγγράφου δεν εμπίπτουν στο πραγματικό κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλ’ αποτελούν αντικείμενο δικονομικής ρυθμίσεως (βλ. άρθ. 432 και 443 ΚΠολΔ). Περαιτέρω μία από τις δικαιοπραξίες για τις οποίες ο νόμος τάσσει το έγγραφο ως ουσιαστικό τύπο είναι και η εγγύηση. Ορίζεται μάλιστα στο πρώτο εδάφιο του άρθ. 849 ΑΚ ότι η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Από αυτό συνάγεται ότι επί εγγυήσεως, στον έγγραφο τύπο υποβάλλεται μόνον η δήλωση του εγγυητή, ενώ η αποδοχή της από το δανειστή μπορεί να γίνει και προφορικώς. Αν η δήλωση του εγγυητή δεν γίνει εγγράφως, τότε είναι άκυρη ολόκληρη η σύμβαση εγγυήσεως (Βλ. ΑΠ 680/2003 Δ/νη 44. 1369 και σχ. ΕΑ 7880/1996 Δ/νη 38. 893). Ακόμα από το άρθ. 166 του ΑΚ ορίζεται ότι «η σύμβαση με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση (προσύμφωνο) υπόκειται στον τύπο πουο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να καταρτισθεί». Ως τύπος νοείται έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό ή άλλο έγγραφο δημόσιο ή δήλωση ενώπιον αρχής για την οποία συντάσσεται έκθεση. Σε τύπο υπόκειται μόνο η δήλωση βούλησης και όχι όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το υπό ευρεία έννοια πραγματικό της δικαιοπραξίας. Ο ίδιος τύπος απαιτείται για τις τροποποιήσεις του προσυμφώνου (164 ΑΚ) αλλ’ αυτές που αφορούν ουσιώδη σημεία του (όχι επουσιώδη), όπως η μεταβολή της προθεσμίας της οριστικής σύμβασης ή των ημεροχρονολογιών καταβολής των δόσεων χρέους του οφειλέτη. Αντίθετα η συμφωνία κατάργησης του προσυμφώνου (εν όλω ή εν μέρει), που αφορά τυπική σύμβαση, δεν υπόκειται σε τύπο (Βλ. Βσσ. Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ άρθ. 166 αρ. 11, σχ. ΑΠ 1217/78 ΝοΒ 27.922 και ΕΑ 6154/72 Αρμ. 27/679).
Περαιτέρω οι διατάξεις των άρθ. 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μη προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει τα αντικειμενικά στοιχεία, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση της βούλησης και από τον τρίτον. Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, αλλιώς τους παραβιάζει είτε μη προσφεύγοντας σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβεί σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείψει να αναφέρει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ως άνω δύο άρθρου του ΑΚ (ΑΠ 142/2003 Δ/νη 44. 1305). Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 22 § 1 του ν. 2915/2001 οι διατάξεις του νόμου αυτού με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις στον ΚΠολΔ και ιδιαίτερα στο Κεφάλαιο της Απόδειξης (άρθ. 335 επ.) εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς δίκες των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η έναρξη αυτή ορίσθηκε τελικά την 1.1.2002 κατ’ άρθ. 15 του νόμου 2943/2001. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση θα εφαρμοστούν οι νέες διατάξεις του ΚΠολΔ για την εξέταση και την εξαίρεση των μαρτύρων, αφού η πρώτη και μόνη συζήτηση της ένδικης αγωγής στον πρώτο βαθμό έγινε την 12.2.2004 (βλ. προεισαγωγικό μέρος εκκαλουμένης απόφασης και ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που προσκόμισαν οι εκκαλούντες στο Δικαστήριο αυτό και επικαλέσθηκαν)…

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.