ΕφΑθ 7257/2007 – Προσβολή και προστασία προσωπικότητας , άσκηση κριτικής από δημοσιογράφο στις θέσεις που υιοθετεί ιστορικό και επιστημονικό περιοδικό

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Προστασία προσωπικότητας. Η άσκηση αυστηρής κριτικής στις θέσεις που υιοθετεί ιστορικό και επιστημονικό περιοδικό από δημοσιογράφο άλλης εφημερίδας, δεν αποτελεί άδικη πράξη εφόσον γίνεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του δημοσιογράφου και δεν διακρίνεται προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος-εκδότη του περιοδικού. Εξάλλου, ο εκδότης ενός ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού, του οποίου οι θέσεις, απόψεις και θεωρήσεις του, απασχολούν ένα μέρος της κοινής γνώμης, είναι υποχρεωμένος να υπομένει την αυστηρή κριτική ή τους δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Οι εκφράσεις «φασιστικό έντυπο», «φασιστικού τύπου θέσεις», δεν χρησιμοποιούνται στο δημοσίευμα ως υποτιμητικές και ονειδιστικές εκφράσεις (ύβρεις), αλλά ως πολιτικοί χαρακτηρισμοί που διαλαμβάνουν απλώς και μόνον κρίσεις, προκειμένου να αποδοθεί στο περιοδικό ορισμένη ιδεολογία που αρμόζει, κατά την κρίση του συντάκτη, στις απόψεις που αυτό προβάλλει.

Αριθμός 7257/2006

Εφετείο Αθηνών

Πρόεδρος: Ν. Καλογήρου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγητής: Ε. Ερωτοκρίτου, Εφέτης
Δικηγόροι: Δ. Παπαδέλης, Π.-Σ. Λαμπροπούλου

… Με την από 1.10.2002 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ο ενάγων ιστορούσε ότι είναι ιδρυτής, εκδότης και διευθυντής του μηνιαίου ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού «Δ.». Ότι στο με ημερομηνία 13.6.2002 φύλλο της δεκαπενθήμερης εφημερίδας «Χ», της οποίας ιδιοκτήτης είναι το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, εκδότης ο δεύτερος εναγόμενος, διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος και διευθυντής σύνταξης ο τέταρτος εναγόμενος, καταχωρήθηκε άρθρο του τελευταίου, με το οποίο σχολιάστηκε το περιεχόμενο συνέντευξης που είχε δώσει στο περιοδικό τον Ιούνιο του 2002 ο μουσικοσυνθέτης Μ. Θ. σχετικά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Ότι το ανωτέρω άρθρο είναι δυσφημιστικό και εξυβριστικό κατά το περιεχόμενό του για το περιοδικό και θίγει την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος – ιδιοκτήτη αυτού. Για το λόγο αυτό ζητούσε, …, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ο καθένας σε ολόκληρο το ποσό των 300.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν στην εφημερίδα «Χ» στην ίδια σελίδα και στην ίδια έκταση, περίληψη της απόφασης με το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος, τις φράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές ή εξυβριστικές και τους αριθμούς των φύλλων, όπου έγιναν οι επιλήψιμες δημοσιεύσεις, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους χιλίων ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, να καταδικασθούν να παραλείψουν κάθε προσβολή στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 15.000 ευρώ για κάθε παράβαση, να απαγγελθεί κατά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και να διαταχθεί, με δαπάνες των εναγομένων, η δημοσίευση περίληψης της απόφασης σε πέντε εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα, δύο οικονομικές και τρεις πολιτικές. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη 2233/2005 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και τώρα εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν 1178 της 14-16.7.1981 (ΦΕΚ Α’ 187), περί αστικής ευθύνης του Τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στον διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 Ν 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφ’ όσον αυτές τελέσθηκαν διά του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ’ αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία όμως, είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1ΠΚ: «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται …», με τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται …» και με τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ: «Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται …». Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’-δ» ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ.
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα εφημερίδας προσώπου (ένσταση) λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του Τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδάφ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι δημοσιογράφοι, για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασης. Σημειωτέον ακόμη, ότι ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1653/1983, 617/2000, 825/2002, 72/2004 ΝοΒ 52,1375, 1020/2004 ΕλΔ 46,490, 1462/2005 ΕλΔ 47,187, 784/2005). Επίσης από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι δεν αποτελεί άδικη πράξη, η εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης έστω και δυσμενούς, που έχει σχέση με επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη και η τέχνη. Όταν η δυσμενής κρίση περιορίζεται στον έλεγχο της ουσίας και μόνο, δηλαδή στον έλεγχο της εργασίας καθεαυτής χωρίς αιχμή κατά του προσώπου, δεν υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας (Α. Κονταξή, ερμ. ΠΚ, τόμ. Β, άρθρο 367, σελ. 3059 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση … αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο με ημερομηνία 13.6.2002 φύλλο της δεκαπενθήμερης εφημερίδας … «Χ.», της οποίας ιδιοκτήτης είναι το πρώτο εναγόμενο, εκδότης ο δεύτερος και διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος, δημοσιεύθηκε άρθρο του τέταρτου εναγομένου με τίτλο: «Μ. Θ. Από τον Διεθνισμό στον Εθνοφυλετισμό», στο οποίο αναγράφησαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Πλήθος περιοδικών κυκλοφορούν που φτάνουν μέχρι και την ανοιχτή υποστήριξη της ειδωλολατρίας με κοινό σημείο αναφοράς το μίσος προς την Ορθοδοξία, η οποία βάλλεται ανοικτά, όταν δεν γίνεται απλώς «ανεκτή» ως «μαϊντανός» και συμπλήρωμα του ελληνοκεντρικού εθνοφυλετισμού. Φασισμός εναντίον Ορθοδοξίας. Ο Δ. είναι από τα περιοδικά της πιο πάνω κατηγορίας με ανοιχτά αντιεκκλησιαστική αρθρογραφία. Έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής του μαθήματος των θρησκευτικών από τα σχολεία και ιδίως της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης ακόμη και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος!». «Παρατηρούμε κοινότητα θέσεων ανάμεσα στους ναζιστές και στους ανθρώπους του Δ., ως προς την υποταγή και προσαρμογή του Χριστιανισμού στις εθνο-φυλετικές τους αντιλήψεις. Ας το πούμε κατά συνέπεια ανοικτά, ότι πρόκειται για έντυπο φασιστικό με την στενή έννοια του όρου». «Άλλωστε οι θέσεις του Δ. δεν περιορίζονται να είναι φασιστικές σ’ επίπεδο ιδεολογικής αναζήτησης αλλά σ’ επίπεδο πολιτικό, αφού πρεσβεύουν την καταστολή κάθε αντίθετης σε αυτούς αντίληψης και φθάνουν στο σημείο να θέλουν να λογοκρίνουν ακόμη και την Εκκλησία με κριτήριο τις δικές τους αντιλήψεις», «Είναι λοιπόν ολίσθημα για έναν άνθρωπο σαν τον Μ. Θ. να παραχωρεί συνέντευξη και με το κύρος του να δίνει άλλοθι σε ένα τέτοιο έντυπο και στις φασιστικού τύπου θέσεις του …». Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε με αφορμή συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο μουσικοσυνθέτης Μ. Θ. στο … περιοδικό «Δ», ιδιοκτησίας του ενάγοντος, για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, τη θέση της Παλαιάς Διαθήκης στο τελετουργικό της Εκκλησίας, τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, τη σχέση Ελληνισμού – Χριστιανισμού και Χριστιανισμού – Ιουδαϊσμού. Το επίμαχο δημοσίευμα περιείχε σχόλια και κρίσεις επί των απόψεων που είχε διατυπώσει ο μουσικοσυνθέτης καθώς και επί των θέσεων που κατά καιρούς έχει διατυπώσει το περιοδικό του ενάγοντος σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη. Συγκεκριμένα, το περιοδικό έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης από τη σχολική εκπαίδευση και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τούτο προκύπτει τόσο από τη ρητή αναφορά σε αυτό του συνεργάτη του περιοδικού σε σχετική ερώτηση προς τον μουσικοσυνθέτη, όσο και από το γεγονός ότι τον Μάιο του έτους 1993 ο ενάγων είχε ζητήσει με ανοικτή επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την αποβολή της Παλαιάς Διαθήκης από το τελετουργικό της Εκκλησίας. Οι απόψεις του περιοδικού για την Παλαιά Διαθήκη προκύπτουν και από προσκομιζόμενα τεύχη του περιοδικού (βλ. τεύχος … στο άρθρο υπό τον τίτλο «Μισαλλοδοξία και Φανατισμός», τεύχος … με τον τίτλο «Ιησούς: Ο Κήρυκας του μίσους, διχασμού και ανθελληνισμού», τεύχος… με τον τίτλο: «Η Ανηθικότητα της Παλαιάς Διαθήκης»).
Σκοπός του δημοσιεύματος ήταν η άσκηση αυστηρής κριτικής στις θέσεις που υιοθετεί το ιστορικό και επιστημονικό περιοδικό του ενάγοντος για την Παλαιά Διαθήκη που έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του δημοσιογράφου της εφημερίδας «Χ» και δεν διακρίνεται προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος. Εξάλλου, ο ενάγων, ως εκδότης ενός ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού, του οποίου οι θέσεις, απόψεις και θεωρήσεις του, απασχολούν ένα μέρος της κοινής γνώμης, είναι υποχρεωμένος να υπομένει την αυστηρή κριτική ή τους δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, οι εκφράσεις «φασιστικό έντυπο», «φασιστικού τύπου θέσεις», αφενός μεν δεν αναφέρονται στον ενάγοντα, αφετέρου δεν χρησιμοποιήθηκαν στο δημοσίευμα ως υποτιμητικές και ονειδισπκές εκφράσεις (ύβρεις), αλλά ως πολιτικοί χαρακτηρισμοί που διαλαμβάνουν απλώς και μόνον κρίσεις, ως προς τη σύνολη κοσμοθεωρητική και οντολογική αντίληψη και θεώρηση κάποιου άλλου προκειμένου δηλαδή να αποδοθεί στο περιοδικό ορισμένη ιδεολογία που αρμόζει, κατά την κρίση του συντάκτη, στις απόψεις που αυτό προβάλλει. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση των εναγόμενων και συνακόλουθα να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται δε κατόπιν και όλων των ως άνω ότι με τις ανωτέρω φράσεις, με τις οποίες γίνονται απλώς και μόνον αξιολογικές κρίσεις, έστω και δυσμενούς περιεχομένου, δεν παραβιάστηκε ούτε και το αντικειμενικώς δέον μέτρο στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση.
Κατ’ ακολουθία αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή, με αιτιολογίες βέβαια που εν μέρει συμπληρώνονται και εν μέρει αντικαθίστανται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και για τους λόγους αυτούς η κρινόμενη έφεση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό…

 

Αριθμός 7257/2006

Εφετείο Αθηνών

Πρόεδρος: Ν. Καλογήρου, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγητής: Ε. Ερωτοκρίτου, Εφέτης
Δικηγόροι: Δ. Παπαδέλης, Π.-Σ. Λαμπροπούλου

… Με την από 1.10.2002 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ο ενάγων ιστορούσε ότι είναι ιδρυτής, εκδότης και διευθυντής του μηνιαίου ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού «Δ.». Ότι στο με ημερομηνία 13.6.2002 φύλλο της δεκαπενθήμερης εφημερίδας «Χ», της οποίας ιδιοκτήτης είναι το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, εκδότης ο δεύτερος εναγόμενος, διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος και διευθυντής σύνταξης ο τέταρτος εναγόμενος, καταχωρήθηκε άρθρο του τελευταίου, με το οποίο σχολιάστηκε το περιεχόμενο συνέντευξης που είχε δώσει στο περιοδικό τον Ιούνιο του 2002 ο μουσικοσυνθέτης Μ. Θ. σχετικά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Ότι το ανωτέρω άρθρο είναι δυσφημιστικό και εξυβριστικό κατά το περιεχόμενό του για το περιοδικό και θίγει την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος – ιδιοκτήτη αυτού. Για το λόγο αυτό ζητούσε, …, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ο καθένας σε ολόκληρο το ποσό των 300.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν στην εφημερίδα «Χ» στην ίδια σελίδα και στην ίδια έκταση, περίληψη της απόφασης με το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος, τις φράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές ή εξυβριστικές και τους αριθμούς των φύλλων, όπου έγιναν οι επιλήψιμες δημοσιεύσεις, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους χιλίων ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, να καταδικασθούν να παραλείψουν κάθε προσβολή στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 15.000 ευρώ για κάθε παράβαση, να απαγγελθεί κατά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και να διαταχθεί, με δαπάνες των εναγομένων, η δημοσίευση περίληψης της απόφασης σε πέντε εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα, δύο οικονομικές και τρεις πολιτικές. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη 2233/2005 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και τώρα εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν 1178 της 14-16.7.1981 (ΦΕΚ Α’ 187), περί αστικής ευθύνης του Τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στον διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 Ν 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφ’ όσον αυτές τελέσθηκαν διά του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ’ αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία όμως, είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1ΠΚ: «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται …», με τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται …» και με τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ: «Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται …». Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’-δ» ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ.
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα εφημερίδας προσώπου (ένσταση) λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του Τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδάφ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι δημοσιογράφοι, για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασης. Σημειωτέον ακόμη, ότι ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1653/1983, 617/2000, 825/2002, 72/2004 ΝοΒ 52,1375, 1020/2004 ΕλΔ 46,490, 1462/2005 ΕλΔ 47,187, 784/2005). Επίσης από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι δεν αποτελεί άδικη πράξη, η εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης έστω και δυσμενούς, που έχει σχέση με επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη και η τέχνη. Όταν η δυσμενής κρίση περιορίζεται στον έλεγχο της ουσίας και μόνο, δηλαδή στον έλεγχο της εργασίας καθεαυτής χωρίς αιχμή κατά του προσώπου, δεν υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας (Α. Κονταξή, ερμ. ΠΚ, τόμ. Β, άρθρο 367, σελ. 3059 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση … αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο με ημερομηνία 13.6.2002 φύλλο της δεκαπενθήμερης εφημερίδας … «Χ.», της οποίας ιδιοκτήτης είναι το πρώτο εναγόμενο, εκδότης ο δεύτερος και διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος, δημοσιεύθηκε άρθρο του τέταρτου εναγομένου με τίτλο: «Μ. Θ. Από τον Διεθνισμό στον Εθνοφυλετισμό», στο οποίο αναγράφησαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Πλήθος περιοδικών κυκλοφορούν που φτάνουν μέχρι και την ανοιχτή υποστήριξη της ειδωλολατρίας με κοινό σημείο αναφοράς το μίσος προς την Ορθοδοξία, η οποία βάλλεται ανοικτά, όταν δεν γίνεται απλώς «ανεκτή» ως «μαϊντανός» και συμπλήρωμα του ελληνοκεντρικού εθνοφυλετισμού. Φασισμός εναντίον Ορθοδοξίας. Ο Δ. είναι από τα περιοδικά της πιο πάνω κατηγορίας με ανοιχτά αντιεκκλησιαστική αρθρογραφία. Έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής του μαθήματος των θρησκευτικών από τα σχολεία και ιδίως της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης ακόμη και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος!». «Παρατηρούμε κοινότητα θέσεων ανάμεσα στους ναζιστές και στους ανθρώπους του Δ., ως προς την υποταγή και προσαρμογή του Χριστιανισμού στις εθνο-φυλετικές τους αντιλήψεις. Ας το πούμε κατά συνέπεια ανοικτά, ότι πρόκειται για έντυπο φασιστικό με την στενή έννοια του όρου». «Άλλωστε οι θέσεις του Δ. δεν περιορίζονται να είναι φασιστικές σ’ επίπεδο ιδεολογικής αναζήτησης αλλά σ’ επίπεδο πολιτικό, αφού πρεσβεύουν την καταστολή κάθε αντίθετης σε αυτούς αντίληψης και φθάνουν στο σημείο να θέλουν να λογοκρίνουν ακόμη και την Εκκλησία με κριτήριο τις δικές τους αντιλήψεις», «Είναι λοιπόν ολίσθημα για έναν άνθρωπο σαν τον Μ. Θ. να παραχωρεί συνέντευξη και με το κύρος του να δίνει άλλοθι σε ένα τέτοιο έντυπο και στις φασιστικού τύπου θέσεις του …». Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε με αφορμή συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο μουσικοσυνθέτης Μ. Θ. στο … περιοδικό «Δ», ιδιοκτησίας του ενάγοντος, για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, τη θέση της Παλαιάς Διαθήκης στο τελετουργικό της Εκκλησίας, τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, τη σχέση Ελληνισμού – Χριστιανισμού και Χριστιανισμού – Ιουδαϊσμού. Το επίμαχο δημοσίευμα περιείχε σχόλια και κρίσεις επί των απόψεων που είχε διατυπώσει ο μουσικοσυνθέτης καθώς και επί των θέσεων που κατά καιρούς έχει διατυπώσει το περιοδικό του ενάγοντος σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη. Συγκεκριμένα, το περιοδικό έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης από τη σχολική εκπαίδευση και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τούτο προκύπτει τόσο από τη ρητή αναφορά σε αυτό του συνεργάτη του περιοδικού σε σχετική ερώτηση προς τον μουσικοσυνθέτη, όσο και από το γεγονός ότι τον Μάιο του έτους 1993 ο ενάγων είχε ζητήσει με ανοικτή επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την αποβολή της Παλαιάς Διαθήκης από το τελετουργικό της Εκκλησίας. Οι απόψεις του περιοδικού για την Παλαιά Διαθήκη προκύπτουν και από προσκομιζόμενα τεύχη του περιοδικού (βλ. τεύχος … στο άρθρο υπό τον τίτλο «Μισαλλοδοξία και Φανατισμός», τεύχος … με τον τίτλο «Ιησούς: Ο Κήρυκας του μίσους, διχασμού και ανθελληνισμού», τεύχος… με τον τίτλο: «Η Ανηθικότητα της Παλαιάς Διαθήκης»).
Σκοπός του δημοσιεύματος ήταν η άσκηση αυστηρής κριτικής στις θέσεις που υιοθετεί το ιστορικό και επιστημονικό περιοδικό του ενάγοντος για την Παλαιά Διαθήκη που έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του δημοσιογράφου της εφημερίδας «Χ» και δεν διακρίνεται προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος. Εξάλλου, ο ενάγων, ως εκδότης ενός ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού, του οποίου οι θέσεις, απόψεις και θεωρήσεις του, απασχολούν ένα μέρος της κοινής γνώμης, είναι υποχρεωμένος να υπομένει την αυστηρή κριτική ή τους δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, οι εκφράσεις «φασιστικό έντυπο», «φασιστικού τύπου θέσεις», αφενός μεν δεν αναφέρονται στον ενάγοντα, αφετέρου δεν χρησιμοποιήθηκαν στο δημοσίευμα ως υποτιμητικές και ονειδισπκές εκφράσεις (ύβρεις), αλλά ως πολιτικοί χαρακτηρισμοί που διαλαμβάνουν απλώς και μόνον κρίσεις, ως προς τη σύνολη κοσμοθεωρητική και οντολογική αντίληψη και θεώρηση κάποιου άλλου προκειμένου δηλαδή να αποδοθεί στο περιοδικό ορισμένη ιδεολογία που αρμόζει, κατά την κρίση του συντάκτη, στις απόψεις που αυτό προβάλλει. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση των εναγόμενων και συνακόλουθα να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται δε κατόπιν και όλων των ως άνω ότι με τις ανωτέρω φράσεις, με τις οποίες γίνονται απλώς και μόνον αξιολογικές κρίσεις, έστω και δυσμενούς περιεχομένου, δεν παραβιάστηκε ούτε και το αντικειμενικώς δέον μέτρο στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση.
Κατ’ ακολουθία αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή, με αιτιολογίες βέβαια που εν μέρει συμπληρώνονται και εν μέρει αντικαθίστανται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και για τους λόγους αυτούς η κρινόμενη έφεση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό…

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.