ΕφΑθ 1876/2014 Σήμα, εθνικό και κοινοτικό – Προσβολή σήματος κατά τον παλαιό νόμο περί Σημάτων Ν. 2239/1994 – Χρήση ξένου σήματος «εν είδει διακοσμητικού στοιχείου» και όχι «εν είδει σήματος» -.

 

Κρίθηκε ότι καταρχήν δεν μπορεί να νοηθεί διακοσμητική χρήση ενός λεκτικού σήματος και ότι ο μέσος καταναλωτής εκλαμβάνει τη λεκτική ένδειξη ενός ενδύματος ως διακριτικό γνώρισμα. Κρίθηκε ότι η χρήση της επίδικης ένδειξης «champion» έγινε από την εναγομένη εν είδει σήματος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 3 και 26 ν. 2239/1994. Ηθική βλάβη κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Επιδικάζει ηθική βλάβη 40.000 Ευρώ και συμβατική ποινική ρήτρα 15.000 Ευρώ, συνολικά 55.000 Ευρώ ως αποζημίωση, νομιμοτόκως. Απορρίπτει έφεση και αντέφεση. Επικυρώνει πρωτόδικες εκκαλούμενες αποφάσεις 5610/2010 και 3549/2012 ΠΠΑ.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αριθμός Απόφασης 1876/2014

 

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 15ο

 

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Πρόεδρο Εφετών, Βρυσηίδα Θωμάτου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Κούρκουλα.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Δεκεμβρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «JUMBO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «JUMBO», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Μποϊλέ.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «CHAMPION PRODUCTS EUROPE LIMETED» (Τσάμπιον Πρόντακτς Γιούροπ Λίμιτεντ), η οποία εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μαρκάκη.

 

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα με την από 16-1-2008 αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 11632/575/2008, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

 

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 5610/2010 εν μέρει οριστική του απόφαση, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και ακολούθως την υπ’ αριθμ. 3549/2012 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ανωτέρω διάδικοι με την από 11-10-2012 (αρ. κατάθ. 6549/2012) έφεση και την από 20-12-2012 (αριθ. Β.Α.Β. 855/2012) αντέφεση προς το Δικαστήριο τούτο.

 

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ «ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκηση της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολο της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια (ΑΠ 729/2013, ΑΠ 920/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 62/2011 Αρμ. 2012,1082, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ.2009, παρ.617). Διαφορετικά, αν δηλαδή το κεφάλαιο που πλήττεται με την αντέφεση δεν έχει εκκληθεί, η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΕφΑΘ 1107/2012 ΕΔΙΚΠΟΛ 2012.166, ΕφΠατρ 881/2007 ΑχΝομ 2008. 421). Ως «κεφάλαιο» θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της αυτής διαφοράς) και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 842/2010 ΕΠολΔ 2010.861, ΑΠ 798/2010 ΕΠολΔ 2010.862, ΑΠ 174/2010 ΔΕΕ 2010.919, ΑΠ 173/2010 ΧρΙΔ 2011.180). Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε α) γιατί αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης β) είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή της έννομης προστασίας ζήτημα, γ) είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δ) οι διατάξεις της εκκαλουμένης έχουν τέτοια συνάφεια προς τα εκκληθέντα κεφάλαια ώστε τυχόν διάφορη επί των συνεχόμενων αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 729/2013, ΑΠ 920/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 143/2012 ΕΦΑΔ 2012/622).

 

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 523 § 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 16 § 2 του ν. 2915/2001 και την εκ νέου τροποποίηση της με το άρθρο 8 § 2 του ν. 3043/2002, συνάγεται ότι η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω απ’ αυτό, κοινοποιείται στον εκκαλούντα τριάντα μέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΕφΑΘ 1107/2012 ΕΔΙΚΠΟΛ 2012.166, ΕφΑΘ 264/2009, ΕφΠειρ 664/2005, ΤΝΠ Νόμος). Ως ημέρα συζητήσεως νοείται εκείνη κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση και αρχίζει η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η κατά τα άρθρα 226 παρ.2 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ αρχικώς ορισθείσα ή μεταγενέστερη που προσδιορίσθηκε ύστερα από αναβολή ή μα ταίωσή της (Σ.Σαμουήλ, ο.π, παρ.610 δ).

 

Περαιτέρω, με την οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 επιδιώχθηκε η προσέγγιση των νομοθετικών συστημάτων των κρατών μελών της Ε.Ε προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό, ισοδύναμο και ομοιογενές επίπεδο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας στην εσωτερική αγορά. Το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας καταλαμβάνει το σύνολο των προβλεπόμενων από την κοινοτική και εθνική νομοθεσία δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (βλ. άρθρο 2 παρ. ι και την δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας), στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας (βλ. άρθρο 1 εδ. β’ της οδηγίας). Έτσι, η οδηγία διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την επιβολή των αποκλειστικών δικαιωμάτων επί καταχωρισθέντων εθνικών και κοινοτικών σημάτων (βλ. τη Δήλωση 2005/295/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 2 της οδηγίας 2004/48/ΕΚ, και επίσης για την ένταξη των σημάτων στην βιομηχανική ιδιοκτησία το άρθρο ι παρ. 2 της κυρωθείσας με τον Ν. 213/1975 Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων του έτους 1883 «περί προστασίας της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας» και το άρθρο 8 παρ. ι8 Ν.2557/97)• Εξάλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 της οδηγίας ορίσθηκε ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο η 29η Απριλίου 2006.

 

Στο άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπεται το λεγόμενο «δικαίωμα ενημέρωσης» ή «πληροφόρησης» [βλ. και άρθρο 47 της κυρωθείσας με το Ν. 2290/1995 «Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου» («Συμφωνία TRIPs»). Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην αποκάλυψη του κυκλώματος διανομής των παράνομων προϊόντων (βλ. εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας), θεσπίζεται υποχρέωση των κρατών μελών να εισάγουν ρύθμιση σχετική με την δυνατότητα των δικαστηρίων να διατάσσουν, κατόπιν προηγούμενου αιτήματος του δικαιούχου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, την παροχή πληροφοριών για την προέλευση και για τα δίκτυα διανομής των παράνομων εμπορευμάτων, μεταξύ άλλων, και από τον κατέχοντα αυτά σε εμπορική κλίμακα, ήτοι από όποιον τα κατέχει με σκοπό το άμεσο ή έμμεσο ή εμπορικό οικονομικό όφελος (βλ. άρθρο 8 παρ. ι περ. α’ και την δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας). Το αίτημα ενημέρωσης δύναται να υποβληθεί και στα πλαίσια εκδικάσεως αγωγής προσβολής δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας (άρθρο 8 παρ. 1 της οδηγίας). Το αίτημα ενημέρωσης μπορεί να αφορά πραγματικά περιστατικά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν ζητούνται από τον διανομέα (πωλητή) παράνομων εμπορευμάτων πληροφορίες ως προς τις ποσότητες που ο ίδιος παρέδωσε (πώλησε) στο κοινό (βλ. άρθρο 8 παρ. 2 περ. β’ της οδηγίας). Πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση οι πληροφορίες είναι κρίσιμες για την απόδειξη του μεγέθους της ζημίας και της εκτάσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη ο δικαιούχος. Περαιτέρω με το άρθρο 15 της οδηγίας προβλέφθηκε η δυνατότητα δημοσιοποίησης των οικείων αστικών αποφάσεων, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, με ανάρτηση τους, καθώς και με πλήρη ή μερική δημοσίευση τους, ως συμπληρωματικό αποτρεπτικό μέτρο για μελλοντικούς παραβάτες και ως μέσο ευαισθητοποίησης του κοινού (βλ. την 27η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας). Η οδηγία μεταφέρθηκε μερικώς μόνο στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 2 Ν. 3524/2007, με το οποίο τροποποιήθηκαν και προστέθηκαν διατάξεις στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ν. 2121/1993 «Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα». Έτσι στο Ν. 2239/94 ελλείπουν διατάξεις σχετικές με το δικαίωμα ενημέρωσης του σηματούχου και τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών προσβολής σήματος. Πάντως, και ενόψει της πλημμελούς μεταφοράς της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ, το δικάζον δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο προς τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.3 της Συνθήκης για την Ε.Ε και 288 παρ.3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε (βλ.απόφαση ΔΕΚ της 4ης Ιουλίου 2006, C-212-04, Αδενέλερ κλπ σκέψεις 108,113, Αρμ.2006.2037, απόφαση ΔΕΚ της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89 Marleasing, σκέψη 8, απόφαση ΔΕΚ Της 14ης Ιουλίου 1994, 091/92, Faccini Dori, ΕλλΔνη 36.958, σκέψεις 20- 25). Μάλιστα η αρχή της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι εμπίπτει στην αρμοδιότητα τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας παραδεδεγμένες μεθόδους ερμηνείας προκειμένου να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της επίμαχης οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη με τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό (βλ. Αδενέλερ, ο.π. σκέψη 111) απαγορευομένης βέβαια της contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου (βλ. Αδενέλερ, σκέψη 110). Κατόπιν τούτων η απουσία διατάξεων στο Ν.2239/1994 σχετικών με την παροχή δικαιώματος στον σηματούχο να αιτηθεί α) την παροχή πληροφοριών από τον αντίδικο του ως προς τις ποσότητες των παράνομα σηματοδοτηθέντων προϊόντων που αυτός διέθεσε και β) τη δημοσίευση της αποφάσεως επί αγωγής προσβολής του αποκλειστικού δικαιώματος του, πρέπει να θεωρηθεί ως ακούσιο (γνήσιο) κενό δικαίου που επιτάσσει την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 63Α παρ. 2,3,4,5 εδ. β’ και 66Γ Ν. 2121/1993, όπως προστέθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 3 και 7 Ν. 3524/2007, σε διαφορές που συζητούνται μετά τις 16-9-2006 (βλ. άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 3524/2007), λόγω της ταυτότητας της νομικής και πραγματικής αιτίας (βλ. Μ. – θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, 2007, σελ. 341-342, τον ίδιο Παρατηρήσεις, ΧριΔ 2010.375, Χ. Αποστολόπουλο, Η Οδηγία 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ο νόμος 3524/2007 για τη μεταφορά της στο ελληνικό δίκαιο, ΧρΙΔ 2008.179). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 2 και 5 εδ. β’ του άρθρου 63Α Ν. 2121/1993 συνάγεται ότι το δικαίωμα ενημέρωσης ασκείται με παρεμπίπτουσα αίτηση, ακολούθως δε, είτε ο πρόεδρος επί πολυμελούς δικαστηρίου ή ο δικαστής του μονομελούς Πρωτοδικείου διατάσσει πριν από την ορισμένη δικάσιμο την παροχή πληροφοριών κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 232 ΚΠολΔ, είτε, συνηθέστερα, εκδίδεται διάταξη του δικάζοντος δικαστηρίου για επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να παράσχει ο υπόχρεος τις αιτούμενες πληροφορίες εντός ορισμένης προθεσμίας.

 

Η υπό κρίση από 12/10/12 (αρ.κατ.6549/12.10.12) έφεση κατά των υπ’ αριθμ. 5610/10 και 3549/12 εν μέρει οριστικής και οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, που εκδόθηκαν κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από την επίδοση της υπ’αριθμ.3549/12 αποφάσεως στις 14/9/12 (σχετ.3301Δ/ 14.9.12 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …) μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 12/10/12 με την κατάθεση του εφετηρίου στον αρμόδιο γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

 

tm-sign-mdΗ από 21/12/12 (Β.Α.Β 855) αντέφεση της ήδη εφεσίβλητης-ενάγουσας, με την οποία επιδιώκεται η απόρριψη της κρινόμενης έφεσης και η εξαφάνιση της υπ’αριθμ.3549/12 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθεί κατ’ άρθρο 523 § 2 του ΚΠολΔ, ήτοι με κατάθεση ιδιαιτέρου δικογράφου στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και σύνταξη έκθεσης κάτω από αυτό, καθώς και επίδοση στην εκκαλούσα τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης (σχετ. 4238Α/24.1.2013 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Σύμφωνα δε με όσα εξετέθησαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσας, η αντέφεση, κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κεφάλαιο που έχει εκκληθεί με την ένδικη έφεση, που έχει ασκήσει η εναγομένη, είναι παραδεκτή. Πρέπει, επομένως, αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και αφού συνεκδικασθεί με την κρινόμενη έφεση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.

 

Η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα) με την από 16/1/2008 (αρ. κατ 575/08) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι δραστηριοποιείται στο χώρο παραγωγής και διάθεσης αθλητικών ειδών και ενδυμάτων που φέρουν το σήμα και διακριτικό γνώρισμα «CHAMPION» και ότι είναι δικαιούχος ενός ημεδαπού, ενός αλλοδαπού και δύο κοινοτικών σημάτων όπως αυτά αναλυτικώς περιγράφονται στην αγωγή και τα οποία χαίρουν ιδιαίτερης φήμης και αναγνωρισιμότητας στην ελληνική επικράτεια. Ότι περί τα τέλη του έτους 2007, η εναγομένη εταιρεία που διατηρεί την αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πώλησης, Jumbo, διαθέτοντας μεταξύ άλλων και ενδύματα, διέθεσε χωρίς την άδεια της, ενδύματα που έφεραν πιστά αντίγραφα των σημάτων Champion, προκαλώντας έτσι στον μέσο καταναλωτή σύγχυση ως προς την προέλευση των ενδυμάτων. Ότι με την πώληση των παρανόμως σηματοδοτηθέντων προϊόντων η εναγομένη προσέβαλε τα δικαιώματα της επί των σημάτων, αφού άντλησε αθέμιτο όφελος από τη φήμη τους, ενώ παράλληλα έβλαψε και τον διακριτικό τους χαρακτήρα και τη φήμη τους. Ότι η εναγομένη με την προαναφερθείσα χρήση των σημάτων έδρασε με σκοπό ανταγωνισμού και κατά τρόπο αντικείμενο στα χρηστά ήθη. Ότι από την αδικοπραξία της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ποσού 350.000 ευρώ. Ότι με το από 3/11/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παραλείπει στο μέλλον τη διάθεση προς πώληση των προϊόντων με τα σήματα της ενάγουσας και υποσχέθηκε την καταβολή ποσού 15.000 ευρώ, ως ποινή για την περίπτωση μη εκπληρώσεως της ως άνω υποχρεώσεως της. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτό περιορισμό των υπό στοιχεία (στ) και (ζ) αιτημάτων της από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η χρήση της ένδειξης Champion συνιστά παραποίηση των παραπάνω σημάτων και γίνεται με σκοπό αθέμιτης εκμετάλλευσης της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα τους β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον την παραγωγή, εισαγωγή, διάθεση και διανομή ενδυμάτων με την παραπάνω ένδειξη γ) να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους 5.000 ευρώ, για κάθε παράβαση της υποχρεώσεως παραλείψεως δ) να διαταχθεί η κατάσχεση και καταστροφή των ενδυμάτων που φέρουν την ανωτέρω ένδειξη και βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παράσχει πληροφορίες σχετικές με τις ποσότητες των ενδυμάτων που διέθεσε υπό τους αναφερόμενους στην αγωγή κωδικούς πωλήσεως στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 350.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ζ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 15.000 ευρώ, ως ποινική ρήτρα η) να της επιτραπεί η δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας με δαπάνες της εναγομένης θ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα. Επί της ανωτέρω αγωγής, με την οποία εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας απορρέουσες κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την προσβολή από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα – αντεφεσίβλητη, με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού, των περιγραφομένων σημάτων προσδιοριστικών των παραγόμενων από την ενάγουσα προϊόντων, των οποίων είναι δικαιούχος και τα οποία αποτελούν παράλληλα και διακριτικά της γνωρίσματα εκδόθηκε αρχικά η εν μέρει οριστική υπ’ αριθμ. 5610/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6, 9 παρ.1 παρ. γ, 2 και 3 εδ.α, 14 παρ.1 και 4, 97, 98 Κανονισμού ΕΚ 44/2001, 35 Α.Ν 1998/1939, 1, 2, 4 περ.γ 18 παρ.1 και 3, 26 παρ. 1, 31, 33 ν. 2239/1994, 63 παρ.2, 66 Γ Ν. 2121/1993, ενώ απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η αγωγή, κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού και επίσης απορριπτέα, ως μη νόμιμα, κρίθηκαν τα υπό στοιχεία (α) και (δ) αιτήματα της αγωγής. Στη συνέχεια διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, όσον αφορά την ερειδόμενη στην προσβολή των επίδικων σημάτων αγωγική βάση, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να παράσχει η εναγομένη στην ενάγουσα, με απειλή χρηματικής ποινής 5.900 ευρώ, πληροφορίες σχετικές με τις ποσότητες των επίδικων ενδυμάτων που πώλησε κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2007 υπό τους αναφερόμενους πέντε κωδικούς πωλήσεως και αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης, όσον αφορά την αγωγική βάση περί καταβολής ποινικής ρήτρας μέχρι να καταστεί ώριμη η υπόθεση επί της ως άνω περί προσβολής των επίδικων σημάτων αγωγικής βάσης. Ακολούθως μετά την παροχή των αιτουμένων πληροφοριών από την εναγομένη εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3459/2012 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το ποσό των 15.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα και διατάχθηκε η δημοσίευση της απόφασης σε δύο εκδιδόμενες στην Αθήνα εφημερίδες. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως παραπονείται η εναγομένη – εκκαλούσα με την κρινομένη έφεση της, για τους αναφερόμενους σ αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νομού και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να απορριφθεί η αγωγή, η δε αντεκκαλούσα-ενάγουσα με την αντέφεσή της ζητεί να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή για το περί ηθικής βλάβης κεφάλαιο της. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ένδικη αγωγή, έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη διότι διαλαμβάνει όλα τα κατά νόμο (άρθρ. 216, 117, 118 ΚΠολΔ) απαιτούμενα στοιχεία, δεδομένου ότι περιγράφονται επαρκώς τα αγωγικά δικαιώματα της ενάγουσας επί των ένδικων σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, ποιες είναι οι παράνομες πράξεις προσβολής των δικαιωμάτων της από την εναγομένη, ποια είναι η αιτιώδης συνάφεια της προσβολής αυτής με την επικαλούμενη ηθική βλάβη της ενάγουσας, και επίσης περιγράφονται εκτενώς και τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας σε βάρος της εναγομένης. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Περαιτέρω, ο λόγος έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς τα αγωγικά αιτήματα της παροχής πληροφοριών (ενημέρωσης) σχετικά με την ποσότητα των ενδυμάτων που η εναγομένη πώλησε κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2007 και περί δημοσίευσης της εκδοθησομένης αποφάσεως πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 3, 4, 18 παρ. 3 και 26 Ν. 2239/1994, ερμηνευόμενες σύμφωνα με την Οδηγία 89/104 Ε.Κ., προκύπτουν τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα, β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για τη διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο ένδειξη η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο, γ) Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση (βλ. ΔΕΚ υποθ. 206/2011, αποφ. από 12-11-2002 Arsenal σκέψη 50). Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων, δ) εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δε διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο. Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της §1 του αρ. 20 του Ν. 2239/1994 «περί σημάτων», η οποία αποτελεί μεταφορά στην Ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 89/104 της Ε.Κ. «το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι με τη μορφή σήματος. Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος η υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή. Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχος του πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος. Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος (απόφαση ΔΕΚ 17-3/2005 στην υπόθεση C-228/2003). Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος, Η κρίση περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (ΔΕΚ 17-3-2005 ό.π.). Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα, που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (ΑΠ 62/2013 ΕΕΜΠΔ 2013/460, ΑΠ 344/13, ΑΠ 1477/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ’ ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε με την ύπαρξη σχέσεως συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Αν τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης προσβληθούν με τη χρησιμοποίηση τους από τρίτον, παρέχεται η από το άρθρο 13 του Ν. 146/1914 προστασία, ενώ αν προσβληθεί διακριτικό γνώρισμα, που έγινε δεκτό ως σήμα και καταχωρήθηκε στο προβλεπόμενο από το άρθρο 6 του Ν. 2239/1994 βιβλίο, χωρίς να διαγραφεί, δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του Ν. 146/1914, αλλά παρέχεται η προστασία των αρθρ. 24 και 29 του Νόμου αυτού (Ν. 2239/94). Μόνο αν τέτοιο διακριτικό δεν έχει γίνει δεκτό ως σήμα, ή, γενόμενο δεκτό, έχει διαγραφεί και χρησιμοποιείται αθεμίτως από άλλον, ο φορέας της επιχείρησης έχει την προαναφερόμενη προστασία των άρθρων 13 και 14 του Ν. 146/1914. Αν όμως το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα τότε είναι δυνατή η προστασία του σήματος και με βάση το Ν. 146/1914 (ΑΠ 344/2013 ο.π).

 

Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτουμένης χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι’ αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1166/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 79/2010, ΔΙΜΕΕ 2010.370).

 

Τέλος, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων μ’ αυτήν αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002 ΕλΔνη 2002, 681, ΟλΑΠ 19/1998, ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα από 19/5/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, σε μερικά εκ των οποίων γίνεται ιδιαίτερη μνεία χωρίς να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία δραστηριοποιείται διεθνώς από το 1919, στο χώρο της παραγωγής και διάθεσης αθλητικών ειδών και ενδυμάτων καθημερινής χρήσης, τα οποία φέρουν το σήμα και διακριτικό γνώρισμα «CHAMPION», σχεδιάζονται στη Φλωρεντία της Ιταλίας και στη συνέχεια διανέμονται σε πάνω από 60 χώρες σε όλη την Ευρώπη, Αφρική και Μέση Ανατολή. Στην Ελλάδα τα προϊόντα της ενάγουσας, υπό το ανωτέρω σήμα, κυκλοφορούν ευρύτατα από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και διανέμονται στην αγορά, δυνάμει της από 1/1/2007 σύμβασης παραχώρησης άδειας χρήσης, από την ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την ενάγουσα, την εταιρεία με την επωνυμία «ΟΉΑΜΡΙΟΝ EUROPE S.P.A ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΕΛΛΑΔΟΣ», μέσω των 10 συνολικά ιδρυθέντων καταστημάτων λιανικής πώλησης σε όλη την Ελλάδα. Λόγω της άριστης ποιότητας, του σχεδιασμού τους αλλά και της ευρείας διαφήμισης τους τα εν λόγω προϊόντα έχουν καθιερωθεί ευρύτατα στην Ελλάδα, ως προϊόντα μεγάλης φήμης, καταγράφοντας ετησίως σημαντικές πωλήσεις. Για την επιτυχημένη πορεία των προϊόντων της ενάγουσας βασικό ρόλο έπαιξε και η έντονη διαφήμιση τους στην Ελλάδα καθώς και η αποκλειστική χορηγία με τα προϊόντα της ενάγουσας των εθνικών ομάδων καλαθοσφαίρισης και πετοσφαίρισης. Χαρακτηριστικά οι πωλήσεις των προϊόντων αυτών στην ελληνική αγορά ανήλθαν, κατά τα έτη 2005-2007, στο ποσό των 14.820.640,64 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο του 2006 έως Ιούνιο του 2007 δαπανήθηκε το ποσό των 794.011 ευρώ, για τη διαφημιστική προβολή των προϊόντων που φέρουν τα ανωτέρω σήματα. Επιπλέον η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία είναι χορηγός των ελληνικών Ομοσπονδιών Καλαθοσφαίρισης και Πετοσφαίρισης. Εξάλλου, προς πληρέστερη προστασία των σχετικών δικαιωμάτων της, η ενάγουσα είναι αποκλειστικός δικαιούχος των σημάτων «ΟΗΑΜΡΙΟΝ» και ειδικότερα στην Ελλάδα η ενάγουσα είναι αποκλειστικός δικαιούχος α) του με αριθμό 69657 απεικονιστικού ημεδαπού σήματος, το οποίο κατατέθηκε στις 27 Μαΐου 1977 προς διάκριση προϊόντων των κλάσεων 24 και 25, ήτοι ενδύματα και υποδήματα, έγινε δεκτό με την υπ’ αριθμ. 6460/77 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Σημάτων, καταχωρήθηκε στις 17 /11/1978 και ανανεώθηκε για μία νέα δεκαετία από τις 27 Μαΐου 2007 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Κ4/7953/22.5.07 πράξη ανανέωσης. Το σήμα αυτό απαρτίζεται από την καλλιγραφική παράσταση της λέξης «Champion» της οποίας το αρχικό γράμμα «C» αναγράφεται με κεφαλαίο γράμμα με κάθετη παχιά γραμμή στο μέσον του, και στη συνέχεια ακολουθούν μικρά καλλιγραφικά γράμματα β) του με αριθμό 81821 σύνθετου απεικονιστικού σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση του αρχικού κεφαλαίου γράμματος «C» με κάθετη παχιά γραμμή στο μέσον του και κάτω από το γράμμα «C» τίθεται η προαπαρατιθέμενη καλλιγραφική αποτύπωση της λέξεως Champion με μικρότερη από το ανωτέρω κεφαλαίο γράμμα γραμματοσειρά. Η δήλωση κατάθεσης του ανωτέρω σύνθετου σήματος υποβλήθηκε στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου στις 10/2/1986, προς διάκριση προϊόντων των κλάσεων 24, 25, 18 ήτοι μεταξύ άλλων ενδυμάτων, υποδημάτων και ειδών αθλητισμού, έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 1068/87 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, καταχωρήθηκε στις 19/7/88 πράξη στο ειδικό βιβλίο σημάτων (άρθρ.5,6,7 και 13 Α.Ν. 1998/1939) και ανανεώθηκε για μια δεκαετία από τις 10/2/2006, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 575/16.1.06 πράξη ανανέωσης γ) του με αριθμό 000122598 απεικονιστικού κοινοτικού σήματος, που καταχωρήθηκε στις 6/10/1998 στο τηρούμενο στο ΓΕΕΑ μητρώο κοινοτικών σημάτων προς διάκριση προϊόντων των κλάσεων 18 και 25 ήτοι, θήκες, τσάντες, σακίδια, σάκες, είδη ένδυσης, υπόδησης και πιλοποιίας, και ανανεώθηκε στις 2/4/2006 για μία νέα δεκαετία ήτοι μέχρι 1/4/2016 δ) του με αριθμό 000122630 κοινοτικού λεκτικού σήματος CHAMPION, το οποίο κατατέθηκε στις 1/4/06, καταχωρήθηκε 10/8/1998 στο τηρούμενο στο ΓΕΕΑ μητρώο κοινοτικών σημάτων προς διάκριση προϊόντων των κλάσεων 18 και 25 ήτοι θήκες τσάντες, σακίδια, είδη ένδυσης, υπόδησης και πιλοποιίας, και ανανεώθηκε στις 2/4/2006 για μία νέα δεκαετία ήτοι μέχρι 1/4/2016. Εξάλλου η λέξη «CHAMPION», η οποία άλλωστε αποτελεί και το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της επωνυμίας της ενάγουσας, έχει συνδεθεί στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού αποκλειστικά με την ενάγουσα ως η ταυτότητα της εταιρείας της, δηλαδή ως ένδειξη ικανή να διακρίνει τα προϊόντα της από άλλα προϊόντα. Η εναγομένη, που αποτελεί αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πώλησης, δραστηριοποιείται, μέσω των 39 καταστημάτων που διαθέτει σε όλη την Ελλάδα, στον τομέα της λιανικής πώλησης, μεταξύ άλλων, βρεφικών ειδών και ενδυμάτων. Τους μήνες Αύγουστο έως Οκτώβριο 2006 η εναγομένη διέθεσε στην ελληνική αγορά 2.180 παιδικές φόρμες που έφεραν τη λεκτική ένδειξη «Champion College», άνευ αδείας της ενάγουσας. Κατόπιν οχλήσεως της εναγομένης από την ενάγουσα με την από 22/9/2006 εξώδικη δήλωση, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 4/10/06 εξώδικη επιστολή/φαξ, δηλώνοντας τα εξής: «τα σήματα της εντολέως σας εταιρείας CHAMPION είναι πολύ γνωστά, σας δηλώνουμε ότι αμέσως μετά την εξάντληση των υπαρχουσών μικρών ποσοτήτων των εμπορευμάτων αυτών, εντός των αμέσως προσεχών ημερών δεν θα προμηθευτούμε και δεν θα διαθέσουμε στο μέλλον – με οποιονδήποτε τρόπο – τα εμπορεύματα αυτά». Προς οριστική δε διευθέτηση της διαφοράς και αποφυγή δικαστικών διενέξεων οι διάδικοι κατέληξαν στην υπογραφή του από 3/11/2006 ιδιωτικού συμφωνητικού δυνάμει του οποίου η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παραλείπει στο μέλλον την παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή, έκθεση, διαφήμιση, διάθεση προς πώληση ή διανομή οποιονδήποτε προϊόντων που φέρουν τα σήματα της ενάγουσας «Champion», υποσχόμενη παράλληλα ότι σε περίπτωση που αθετήσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις της θα καταβάλει στην ενάγουσα, ως ποινή το συμφωνηθέν, ως δίκαιο και εύλογο, ποσό των 15.000 ευρώ. Πάρα ταύτα η εναγομένη από το τέλος Νοεμβρίου του 2007 άρχισε και πάλι να πωλεί, μέσω των καταστημάτων της και χωρίς τη σχετική άδεια της ενάγουσας, ενδύματα και ειδικότερα καζάκες (πουλόβερ χωρίς μανίκια) υπό πέντε κωδικούς πωλήσεως με αριθμούς …., τα οποία (ενδύματα) έφεραν στο μέσον και καθόλο σχεδόν το πλάτος της εμπρόσθιας πλευράς τη λέξη champion με καλλιγραφικούς χαρακτήρες. Ενόψει της λεκτικής ταυτότητας του επίδικου λεκτικού σήματος, αλλά και της ηχητικής και οπτικής ομοιότητας των λοιπών (απεικονιστικών και σύνθετου) σημάτων και λαμβανομένου υπόψη ότι ο μέσος καταναλωτής εκλαμβάνει τη λεκτική ένδειξη ενός ενδύματος ως διακριτικό γνώρισμα και αντιλαμβάνεται ένα σήμα ως όλον, χωρίς να επιδίδεται σε εξέταση διαφόρων λεπτομερειών, ακριβώς διότι σπανίως έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει άμεσα τα διάφορα σήματα, είναι προφανής ο κίνδυνος σύγχυσης του μέσου καταναλωτή, ως προς την προέλευση των επίδικων εμπορευμάτων. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τη διαφορετική γραμματοσειρά και τη χρήση πεζού αρχικού γράμματος και όχι κεφαλαίου στο επίδικο σημείο των προϊόντων της εναγομένης, αφού πρόκειται για επουσιώδεις αποκλίσεις οι οποίες δεν αλλοιώνουν τη συνολική εντύπωση. Από τη σύγκριση των δύο προϊόντων προκύπτει η ύπαρξη λεκτικής και οπτικής ομοιότητας με το χρησιμοποιούμενο από την ενάγουσα σήμα, το οποίο αποτελεί και διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού της προέλευσης του ένδικου προϊόντος από την ενάγουσα, ενόψει μάλιστα και του ότι οι προαναφερόμενες διαφορές δε συνθέτουν διαφορετική οπτική και λεκτική εικόνα, ικανή να αποτρέψει τη σύγχυση στο μέσο, άπειρο καταναλωτή ως προς την προέλευση του προσφερόμενου προϊόντος. Μεταξύ των δύο σημάτων υπάρχει έντονη ηχητική και οπτική ομοιότητα, εξαιτίας της οποίας, ο μέσος καταναλωτής μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα διακρινόμενα προϊόντα, ή ότι το ένα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου, και μπορεί να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός. Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε ότι το χρησιμοποιούμενο από την ενάγουσα σήμα αποτελεί και διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού προέλευσης, ως προϊόντος αυτής, καθώς επίσης και η δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, σύγχυση η οποία δεν μπορεί να αποτραπεί από τις επιμέρους διαφορές των δύο σημάτων, όπως είναι ο διαφορετικός τρόπος γραφής, η ενέργεια της εναγομένης συνιστά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 3 και 26 ν. 2239/1994, αφού αποδείχθηκε ότι η χρησιμοποίηση εκ μέρους της εναγομένης των σημάτων, που η ενάγουσα είναι δικαιούχος, έγινε χωρίς άδεια της τελευταίας και είναι παράνομη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα εν λόγω εμπορεύματα αποτελούσαν «ουρά περυσινών κωδικών» ελέγχεται ως παντελώς αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα πρότερον διατεθέντα από την εναγομένη (περυσινά) εμπορεύματα ήταν παιδικές φόρμες με την ένδειξη «Champion College» ενώ τα επίδικα και μεταγενεστέρως διατεθέντα εμπορεύματα ήταν καζάκες με την ένδειξη Champion. Ομοίως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η χρήση της επί δίκης ένδειξης έγινε εν είδει διακοσμητικού σημείου, αφού καταρχήν δεν μπορεί να νοηθεί διακοσμητική χρήση ενός λεκτικού σήματος, όπως αυτό μπορεί να συμβεί με εικόνες ή άλλου είδους παραστάσεις, αλλά απεναντίας η χρήση της ανωτέρω ένδειξης έγινε από την εναγομένη εν είδει σήματος. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι η χρησιμοποίηση από την εναγομένη του ανωτέρω σήματος και διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας, δεν μπορεί να νοηθεί ότι έγινε σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, επιτρέπει την εκ μέρους τρίτων χρησιμοποίηση ενδείξεων ή και του σήματος ακόμη, που χρησιμοποιεί άλλος, εφόσον η χρήση αυτή α) είναι αναγκαία για να δηλωθεί το είδος ή ο προορισμός του προϊόντος ή της παρεχομένης υπηρεσίας, β) δεν αντίκειται στα ισχύοντα στη βιομηχανία ή το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη και γ) δεν γίνεται με τη μορφή σήματος, προϋποθέσεις οι οποίες δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση. Και τούτο διότι η χρήση του επίδικου σήματος στα προϊόντα της εναγομένης δεν έγινε για να δηλωθεί ο προορισμός του διατιθέμενου από την εναγομένη προϊόντος, δηλαδή για να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση του, ούτε πρόκειται περί περιγραφικής ένδειξης σχετικής με το είδος, προορισμό, αξία, γεωγραφική προέλευση του προϊόντος, αλλά απεναντίας η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση του σήματος της ενάγουσας, έγινε από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος και ως διακριτικό γνώρισμα αυτού, έτσι ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή – καταναλωτή ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης και ως προς την προέλευση του κυκλοφορούντος προϊόντος. Η δήλωση του είδους του προϊόντος μπορούσε να γίνει μόνο με περιγραφικές ενδείξεις (δηλώσεις) που δεν ταυτίζονται με το σήμα και όχι με τη χρήση αυτούσιου του σήματος, ως εν προκειμένω. Με την προπαρατεθείσα ενέργεια της η εναγομένη άντλησε παράνομο περιουσιακό όφελος από τη φήμη των σημάτων της ενάγουσας και προσέβαλε τα δικαιώματα της ενάγουσας επί των σημάτων της, αλλά και έβλαψε το διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη τους, τα οποία δυσφήμησε και υποτίμησε. Εξάλλου η εναγομένη επεδίωκε και πέτυχε να ωφεληθεί από την έλξη, τη φήμη και το κύρος των επίδικων σημάτων και ως εκ τούτου από την αδικοπραξία αυτής η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η εναγομένη, συμμορφούμενη με το διατακτικό της 5610/10 αποφάσεως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πώλησε, μέσω των 39 καταστημάτων της, 3.817 τεμάχια καζάκες προς 9,99 ευρώ εκάστη. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 914 επ. και 932 του ΑΚ, αφού α) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης είναι πράξη παράνομη και υπαίτια ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 18 και 26 Ν. 2239/94 και στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλο πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αυτού αγαθά, β) η επίμαχη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, επέφερε, αναμφίβολα, την ηθική βλάβη της ενάγουσας, λόγω της κατά τον παραπάνω τρόπο μείωσης της φήμης και της αξίας των κατοχυρωμένων και χρησιμοποιούμενων από αυτήν σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτής και σε βάρος της εναγομένης χρηματική ικανοποίηση και γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι της επέλευσης της συγκεκριμένης, μη περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση στην ίδια κρίση κατέληξε, αναφορικά με την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, σε βάρος της ενάγουσας, την ηθική βλάβη του τελευταίας εξαιτίας αυτής και τη νόμιμη αξίωση της κατά της εναγομένης για την αποκατάσταση της, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα, για το αντίθετο, υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

 

Περαιτέρω, εν όψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας της εναγομένης, του βαθμού υπαιτιότητας αυτής, το είδος και την έκταση της προσβολής, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ένδικη αδικοπραξία το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά την εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, με την έφεση και την αντέφεση (όσον αφορά το ύψος του επιδικασθέντος ποσού) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

 

Η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο έφεσης την ένσταση καταχρηστικής άσκησης-αποδυνάμωσης του δικαιώματος της ενάγουσας (281 ΑΚ), επικαλούμενη ότι τα σήματα της ενάγουσας έχουν καταστεί κοινόχρηστες ενδείξεις και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά. Η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη δεδομένου ότι η ενάγουσα ασκεί νόμιμο δικαίωμα της, εξαιτίας αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς της εναγομένης και η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού δεν αποδείχθηκε προγενέστερη συμπεριφορά της ενάγουσας ως δικαιούχου της αξίωσης, τέτοια που να καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινο3νικού ανθρώπου, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το σήμα της ενάγουσας χρησιμοποιείται, επί δεκαετίες από ανταγωνιστές αυτής, χωρίς η τελευταία να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση σε τούτο, όπως αβασίμως επικαλείται η εναγομένη.

 

Επίσης κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, λόγω της παράβασης της απορρέουσας από το από 3/11/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό υποχρέωσης της εναγομένης περί παραλείψεως προσβολής των δικαιωμάτων της ενάγουσας επί των σημάτων της.

 

Στην ίδια κρίση καταλήγοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και τα ενάντια υποστηριζόμενα με την έφεση και αντέφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Επόμενους, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση έφεση και αντέφεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας σύμφωνα με το διατακτικό και τα δικαστικά έξοδα της αντεφεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αντεκκαλούσας σύμφωνα με το διατακτικό (άρθρ. 107, 176, 181, 193 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Συνεκδικάζει κατ αντιμωλία των διαδίκων την από 12/10/12 (αρ. κατ. 6549/12.10.12) έφεση κατά των υπ’ αριθμ. 5610/10 και 3549/12 εν μέρει

οριστικής και οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

και την από 21/12/12 αντέφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3549/12 αποφάσεως του

Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Δέχεται τυπικά αυτές και τις απορρίπτει κατ’ ουσία.

 

Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και καταδικάζει την αντεκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της αντεφεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

 

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2014 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι, στις 21 Μαρτίου 2014.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

πηγή

http://www.dsanet.gr/1024×768.htm

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.