Εφ Λαρισσ 444/2011 – Αίρεται το άδικο της προσβολής προσωπικότητας δια του τύπου λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος / δημοσιεύματα τύπου με οξεία ενημερωτική κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς για συμπεριφορά δημοσίων ή άλλων προσώπων που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Προσβολή προσωπικότητας – Αρση αδίκου – Τύπος – Προσβολή διά του τύπου – Εξύβριση – Συκοφαντική δυσφήμηση – Ενστάσεις – Αντενστάσεις -. Επί προσβολής προσωπικότητας, άρση της παρανομίας επί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο εκ της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου, εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης. Ο ειδικός σκοπός προσβολής της τιμής, που ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά, είναι εξαίρεση στενά ερμηνευτέα και υπάρχει ιδίως όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία προς προστασία του προστατευτέου συμφέροντος. Επιτρεπτά δημοσιεύματα τύπου με οξεία ενημερωτική κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς για συμπεριφορά δημοσίων ή άλλων προσώπων που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Η κριτική μπορεί να εμφανίζεται και με σκωπτικό χαρακτηρισμό στον τίτλο του κειμένου διατυπωμένο με βάση το περιεχόμενο της δημοσιευόμενης είδησης, εφόσον λείπει ειδικός σκοπός καταφρόνησης. Αντένσταση ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος άρσης του αδίκου διότι από τις αναφορές του δημοσιεύματος και τον τρόπο εκφοράς του χαρακτηρισμού «οι άθλιοι» προκύπτει σκοπός εξύβρισής του. 

Κείμενο Απόφασης

 444/2011

1. Η υπό κρίση έφεση των εναγομένων που ηττήθηκαν εν μέρει κατά της υπ’ αριθ. 157/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, ασκήθηκε εμπρόθεσμα με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία.-

2. Ο εφεσίβλητος με την αγωγή του, την οποία απηύθυνε κατά των εκκαλούντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δημοσίευσε στην καθημερινή εφημερίδα που εκδίδει στην Α. την 21.12.2002 ένα δημοσίευμα άγνωστου συντάκτη, συνοδευόμενο από σχόλια, μειωτικά της προσωπικότητάς του. Ότι ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι που είναι αντίστοιχα ο εκδότης και ο διευθυντής της εφημερίδας δέχτηκαν να δημοσιευτεί το κείμενο αυτό γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές. Ότι εξ αιτίας της ενέργειας αυτής των εναγομένων προσβλήθηκε παράνομα στην προσωπικότητά του. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του πληρώσουν, εις ολόκληρον ο καθένας, 300.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ζήτησε, επίσης, και τη δημοσίευση της απόφασης που θα εκδίδονταν στην ίδια εφημερίδα με την απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιόρισαν το καταψηφιστικό αίτημα σε 30.000 ευρώ και έτρεψαν το υπόλοιπο σε αναγνωριστικό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671, 672 ΚΑΙ 673-676 (άρθρο 681δ ΚΠολΔ), έκρινε νόμιμη την αγωγή, την οποία και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αλλά κατά ένα μέρος. Κατά της αποφάσεως αυτής (αριθ. 157/2009) παραπονούνται με την κρινόμενη έφεσή τους οι ηττηθέντες εναγόμενοι για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

3. Επειδή, ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 Α.Κ. αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπολήψεως άλλου δι’ εξυβρίσεως ή δυσφημίσεως δια του τύπου, αίρεται, κατά το εφαρμοστέο, όσον αφορά την παρανομία ως συστατικό στοιχείο και της κατά τις ανωτέρω διατάξεις αδικοπραξίας, άρθρο 367 Π.Κ., αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο εκ της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου (άρθ.14 παρ.1 Σ. και 10 της ΕΣΔΑ), εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή αν εκ του συνόλου των περιστάσεων προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως. Τέτοιος ειδικός σκοπός, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος επ’ ευκαιρία ειδικώς και μόνο στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού, που ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικώς, είναι εξαίρεση στενώς ερμηνευτέα και υπάρχει ιδίως όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαία προς προστασία του επικαλούμενου ως προστατευτέου συμφέροντος. Συνεπώς, είναι επιτρεπτά και δεν συνιστούν παράνομη πράξη δημοσιεύματα του τύπου με οξεία ενημερωτική κριτική, δυσμενείς χαρακτηρισμούς για τη συμπεριφορά δημοσίων ή άλλων προσώπων που ενδιαφέρει όμως το κοινωνικό σύνολο, κριτική που μπορεί να εμφανίζεται και με σκωπτικό χαρακτηρισμό στον τίτλο του κειμένου διατυπωμένο με βάση το περιεχόμενο της δημοσιευόμενης είδησης, εφόσον βέβαια ελλείπει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως ή καταφρονήσεως του συγκεκριμένου προσώπου (ΑΠ 1391/2004 αδημοσίευτη). Εν προκειμένω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι νόμιμα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 19-12-2002 ο ενάγων, ο οποίος είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, συνελήφθη στα πλαίσια του αυτοφώρου από τους αστυνομικούς του Τ.Α. Λ. μεταξύ άλλων αδικημάτων και για διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω διαδικτύου. Την επομένη ημέρα προσήχθη ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος τον παρέπεμψε να δικαστεί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του Κ.Α., δάσκαλο, Γ. Μ. και Α. Τ., επιχειρηματίες, στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, της κατοχής και θέσης σε κυκλοφορία άσεμνων αντικειμένων, της λήψης γνώσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της επιχείρησης διευκολύνσεως ασέλγειας με ανηλίκους, της απάτης με υπολογιστή, που τελέστηκαν κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, της παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και της σύστασης συμμορίας. Κατόπιν αναβολών, η υπόθεση εκδικάστηκε από το Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο με την αριθ. 48805/2007 απόφασή του αθώωσε λόγω αμφιβολιών τους κατηγορουμένους Α. Κ.(ενάγοντα), Γ. Μ. και Α.Τ., δεχόμενο ότι τις επίμαχες ιστοσελίδες είχε δημιουργήσει και χρησιμοποιήσει ο -ήδη αποθανών- Κ.Α., ενώ οι κατηγορούμενοι, που συνδέονταν μαζί του με φιλική και συγγενική σχέση, του είχαν παραχωρήσει τη χρήση των υπολογιστών τους αγνοώντας τους σκοπούς του. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στις 20-12-2002, στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης ο Διευθυντής της Ασφάλειας Αττικής και ο Προϊστάμενος του Τμήματος Προστασίας Ανηλίκων προέβησαν σε ανακοίνωση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχετικά με την εξιχνίαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, ενώ παράλληλα εκδόθηκε και δελτίο τύπου με θέμα « Εξιχνίαση υπόθεσης διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας και κερδοσκοπίας δια μέσω του διαδικτύου». Στο δελτίο τύπου μεταξύ άλλων αναφέρονταν και τα ακόλουθα: «Στα πλαίσια των ερευνών της Υπηρεσίας μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω του διαδικτύου σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος των: Α) Α. Κ. του Δ., 41 ετών, κατ. Ν. Κ., δασκάλου, Β) Κ. Α. του Ι., 43 ετών, κατ. Λ., καθηγητή Γυμνασίου, Γ) Μ. Γ. του Ε., 26 ετών, κατ. Μ. Λ., Επιχειρηματία, Δ) Τ. Α. του Θ., 31 ετών, κατ. Μ. Λ., Επιχειρηματία, Ε) Σ. Α. του Δ., 22 ετών, κατ. Ι., Φοιτητή Ιατρικής σχολής Πανεπιστημίου Ι. και ΣΤ) Μ. Π. του Γ. 34 ετών, κατ. Α. Β., επιχειρηματία, για παραβάσεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 παρ. 1, 45, 348 παρ. 3ΠΚ, όπως η παρ. 3 προστέθηκε με άρθρο 5 του Ν. 3064/2002, 348 Α, όπως προστέθηκε με άρθρο 6 του Ν. 3064/2002 «ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΑΚΟΛΑΣΙΑΣ ΑΛΛΩΝ-ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ», άρθρο 187 ΠΚ «ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ», όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 11 πρ. 3 του Ν. 3064/2002, Ν. 2331/1995 «ΠΕΡΙ ΞΕΠΛΥΜΑΤΟΣ ΒΡΩΜΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ», Ν. 2472/1997 , «ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ» και επιπλέον για τους (Α) και (Β) για παράβαση του άρθρου 259 ΠΚ «ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ». Από τους ανωτέρω συνελήφθησαν οι Α, Β, Γ & Δ, ενώ η σύλληψη των υπολοίπων δεν κατέστη δυνατή εντός των ορίων του αυτοφώρου. Οι ανωτέρω μέσω προσωπικών ιστοσελίδων που είχαν δημιουργήσει τουλάχιστον από διετίας στο διαδίκτυο, διακινούσαν υλικό παιδικής πορνογραφίας, εξέθεταν σε δημόσια θέα φωτογραφίες και videos πορνογραφικού περιεχομένου επωνύμων προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου, επιπλέον δε δημοσίευαν αγγελίες για ερωτική συνεύρεση ατόμων. Παράλληλα κερδοσκοπούσαν σε βάρος ανυποψίαστων επισκεπτών των ιστοσελίδων τους, διακόπτοντας τη σύνδεσή τους με τον Ελληνικό φορέα παροχής υπηρεσιών internet και συνδέοντας τους με ροζ γραμμές του εξωτερικού. Η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Συστημάτων και Πρόληψης Διακινδύνευσης του Ο.Τ.Ε., απαντώντας σε σχετικό αίτημά μας, μας γνώρισε ότι οι παραπάνω ιστοσελίδες εμπίπτουν στην κατηγορία των ροζ παγίδων του διαδικτύου. Στην προκειμένη περίπτωση, μόλις ο χρήστης του διαδικτύου «κατεβάσει» στον υπολογιστή του το λογισμικό από τις ιστοσελίδες οι οποίες είναι συνδεδεμένες (με link), τότε (φορτώνεται ένα πρόγραμμα που διακόπτει τη σύνδεση του με το συμβατικό πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου και ο διαποδιαμορφωτής (modem) του υπολογιστή του καλεί αυτόματα συγκεκριμένους τηλεφωνικούς προορισμούς στο εξωτερικό με αποτέλεσμα υπερχρέωση σε βάρος του χρήστη. Η χρέωση της διεθνούς κλήσης είναι τότε περίπου 700 δρχ (2 ευρώ) αντί 2 δρχ (0,0058 Ευρώ) το λεπτό για την κλήση προς το διαδίκτυο. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρήστες του διαδικτύου δεν αντιλαμβάνονται ότι το τηλέφωνο τους έχει πραγματοποιήσει διεθνή κλήση και έτσι χρεώνονται με τεράστια χρηματικά ποσά εν αγνοία τους, με αποτέλεσμα την εις βάρος τους κερδοσκοπία. Κατόπιν των ανωτέρω και ύστερα από συντονισμένες ενέργειες και έρευνες αστυνομικοί της Υπηρεσίας μας, με τη συνδρομή κλιμακίου ειδικών Αστυνομικών της ΔΕΕ, μετέβησαν στο Η. Κ., στη Λ., στο Μ.Λ. και στο Α. Β., όπου κατάφεραν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τους δράστες (Α,Β,Γ,Δ), ενώ σε έρευνες που ακολούθησαν στις προαναφερόμενες περιοχές και στην Α., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 1) Τρεις (3) κεντρικές μονάδες Η/Υ, 2) Δύο (2) σκληροί δίσκοι Η/Υ και 3) Ικανός αριθμός cd-rom και δισκετών Η/Υ. Οι (Α) και (Β), των συλληφθέντων, συνδέονταν στο internet με τους αριθμούς τηλεφωνικής σύνδεσης των οικιών τους και τους προσωπικούς τους υπολογιστές, χρησιμοποιώντας τους κωδικούς σύνδεσης που είχαν παραχωρηθεί από το Υπουργείο Παιδείας για αποκλειστική και μόνο σύνδεση των εκπαιδευτικών κέντρων που υπηρετούν, με το διαδίκτυο, άπαντες δε δρούσαν ως ένα και το αυτό πρόσωπο, καθώς για τη συντήρηση και ανανέωση των ιστοσελίδων, χρησιμοποιούσαν τον ίδιο κωδικό πρόσβασης και έτσι εξέθεταν διαρκώς σε δημόσια θέα έως και την στιγμή της σύλληψης τους, το επίμαχο υλικό. Κατ’ αυτό τον τρόπο λειτουργούσαν ως δομημένη και με διαρκή δράση παράνομη ομάδα, γεγονός που απεδέχθη στην απολογία του ο (Α) των κατηγορουμένων, που υπήρξε ο εμπνευστής της δημιουργίας των συγκεκριμένων ιστοσελίδων. Τις ως άνω ιστοσελίδες είχαν επισκεφθεί 900.000 άτομα περίπου. Οι συλληφθέντες με την σε βάρος τους σχηματισθείσα δικογραφία, οδηγήθηκαν πρωινές ώρες σήμερα (20-12-02) ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών. Ακολουθεί έντυπο με προτάσεις της Υπηρεσίας μας για ασφαλή περιήγηση στο χώρο του διαδικτύου των ανηλίκων ιδίως, χρηστών του Internet…». Από το περιεχόμενο του ανωτέρω δελτίου τύπου προέκυπτε σαφώς η εμπλοκή του ενάγοντος σε υπόθεση διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω διαδικτύου καθόσον αναφερόταν σ’ αυτό ότι είχε συλληφθεί στα πλαίσια του αυτοφώρου για διακίνηση του ανωτέρω υλικού ότι χρησιμοποιούσε για την σύνδεση του με το Internet τους κωδικούς πρόσβασης του Υπουργείου Παιδείας, ότι ο ίδιος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του από διετίας διακινούσαν το υλικό παιδικής πορνογραφίας και εξέθεταν φωτογραφίες, videos, κ.λπ. πορνογραφικού περιεχομένου επωνύμων προσώπων και ότι κερδοσκοπούσαν σε βάρος των επισκεπτών των ιστοσελίδων, αφού συνέδεαν αυτούς με «ροζ» γραμμές του εξωτερικού. Το δελτίο αυτό τύπου διανεμήθηκε στα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και στην ημερήσια εφημερίδα «Κ.», που εκδίδεται στην Α.και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, ιδιοκτήτρια της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη, εκδότης ο δεύτερος εναγόμενος και διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος. Την επομένη ημέρα, στις 21-12-2002, δημοσιεύτηκε στην ανωτέρω εφημερίδα δημοσίευμα αγνώστου συντάκτη με τίτλο «Οι άθλιοι ήσαν υπεράνω υποψίας-Δάσκαλος και καθηγητής διακινούσαν στο Ιντερνέτ υλικό παιδικής πορνογραφίας». Στο περιεχόμενο του δημοσιεύματος περιλαμβανόταν το κείμενο ότι: «Ένας δάσκαλος δημοτικού σχολείου των Α. και ένας καθηγητής γυμνασίου της Λ. συνελήφθησαν από αστυνομικούς της υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων της Ασφάλειας Αττικής και κατηγορούνται για συμμετοχή σε κύκλωμα διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω του Διαδικτύου. Πρόκειται για τους Κ. Α., 41 ετών, δάσκαλο, ο οποίος διαμένει στην περιοχή του Ν. Κ. και τον 43χρονο καθηγητή Α.Κ., ο οποίος ζει στη Λ.. Ως μέλη του ίδιου κυκλώματος συνελήφθησαν επίσης οι Γ. Μ., 26 ετών, επιχειρηματίας, και Α. Τ., 31 ετών, επιχειρηματίας, και οι δύο κάτοικοι Μ. Λ., ενώ κατηγορούνται αλλά διέφυγαν τη σύλληψη λόγω παρέλευσης του αυτοφώρου οι Α. Σ., 22 ετών φοιτητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ι., και Π. Μ., 34 ετών επιχειρηματίας, Γ κάτοικος Α. Β. Όλοι οι κατηγορούμενοι κατάγονται από το Μ. Λ.. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν χθες από την αστυνομία, ο 41 χρόνος δάσκαλος ήταν αυτός που εμπνεύστηκε την ιδέα προώθησης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω του Διαδικτύου και έπεισε και τους υπολοίπους να δραστηριοποιηθούν στο τομέα αυτό. Όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν δημιουργήσει κατά την τελευταία διετία προσωπικές ιστοσελίδες μέσω των οποίων διακινούσαν το πορνογραφικό υλικό με «πρωταγωνιστές» ανηλίκους, ενώ παράλληλα παρουσίαζαν φωτογραφίες και βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου επωνύμων προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου. Στις ίδιες σελίδες δημοσιεύονταν αγγελίες για ερωτική συνεύρεση ατόμων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο εκπαιδευτικοί συνδέονταν στο διαδίκτυο μέσω των τηλεφωνικών γραμμών των οικιών τους, χρησιμοποιώντας όμως τους κωδικούς σύνδεσης που τους είχαν παραχωρηθεί από το υπουργείο Παιδείας για σύνδεση με το Διαδίκτυο των εκπαιδευτικών κέντρων όπου υπηρετούν. Οι δράστες κερδοσκοπούσαν σε βάρος ανυποψίαστων επισκεπτών των σελίδων τους, συνδέοντας τους, χωρίς οι τελευταίοι να το αντιλαμβάνονται, με «ροζ» γραμμές του εξωτερικού. Όπως έγινε γνωστό από τον ΟΤΕ, οι συγκεκριμένες ιστοσελίδες εμπίπτουν στην κατηγορία των «ροζ» παγίδων του Διαδικτύου. Ειδικότερα, μόλις ο χρήστης «κατεβάσει» στον υπολογιστή του μία από αυτές τις σελίδες, οι οποίες παρουσιάζονται σαν link στην αρχική σελίδα που επισκέπτεται, ένα πρόγραμμα διακόπτει τη σύνδεση του με τον παροχέα του οποίου είναι συνδρομητής και καλεί αυτομάτως τηλεφωνικούς προορισμούς του εξωτερικού. Έτσι, ο χρήστης χρεώνεται με υπέρογκα ποσά (περίπου 2 ευρώ το λεπτό). Στην κατοχή των συλληφθέντων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρεις κεντρικές μονάδες ηλεκτρονικών υπολογιστών, δύο σκληροί δίσκοι και μεγάλος αριθμός δισκετών και cd-rom. Όπως ανακοινώθηκε από την αστυνομία, ο αριθμός των επισκεπτών των ιστοσελίδων και των επισκέψεων που καταγράφηκαν υπερβαίνει τις 900.000(!)». Εν συνεχεία στο δημοσίευμα αναγράφονται συμβουλές για ασφαλή περιήγηση στο Ίντερνετ. Το γεγονός της σύλληψης του ενάγοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, το οποίο ισχυρίστηκε ο συντάκτης του δημοσιεύματος, καθώς και το ότι σχηματίστηκε σε βάρος του δικογραφία για συμμετοχή του σε κύκλωμα διακίνησης υλικού παιδικής και άλλης πορνογραφίας μέσω του διαδικτύου, καθώς και για απάτη μέσω υπολογιστή, ήταν αληθές. Ωστόσο, για την αλήθεια του πυρήνα της ειδήσεως που δημοσίευσαν οι εναγόμενοι στην εφημερίδα τους, όπως άλλωστε έπραξαν και άλλες ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες, δηλαδή για τα αδικήματα της διακίνησης μέσω του διαδικτύου υλικού παιδικής πορνογραφίας κ.λπ., λεκτέα τα ακόλουθα: Η εκκαλούμενη απόφαση, στηριζόμενη αποκλειστικά στα τεκμήρια που προέκυπταν από την υπ’ αριθ. 48.805/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας ο ενάγων κηρύχτηκε αθώος για τις πράξεις αυτές λόγω αμφιβολιών, δέχτηκε ότι η είδηση που διοχέτευσε η αστυνομική αρχή και δημοσίευσαν οι εναγόμενοι ήταν ψευδής όσον αφορά στον ενάγοντα «αφού εκείνος που είχε δημιουργήσει και χρησιμοποιήσει τις συγκεκριμένες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο ήταν ο αποθανών Κ. Α.» εννοώντας προφανώς ότι αυτό έγινε εν αγνοία του ενάγοντος. Δέχτηκε, επίσης, ότι τόσο ο συντάκτης του δημοσιεύματος, όσο και οι 2ος και 3ος εναγόμενοι αγνοούσαν την αναλήθεια της ειδήσεως που δημοσίευσαν όσον αφορά στον ενάγοντα, διότι το δημοσίευμά τους στηρίχθηκε ακριβώς πάνω στην ίδια την ανακοίνωση της Δνσης Ασφάλειας Αττικής προς όλα τα Μ.Μ.Ε. και επομένως εύλογα την πίστεψαν ως αληθινή. Γι’ αυτό η εκκαλούμενη δέχτηκε ότι οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι δεν διέπραξαν συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του ενάγοντος. Οι ανωτέρω παραδοχές της εκκαλούμενης δεν πλήττονται με κάποιο λόγο εφέσεως (άλλωστε η δεύτερη ήταν ευμενής για τους εκκαλούντες) και επομένως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το Εφετείο, αφού κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω είδηση που με κάθε επισημότητα ανακοίνωσε η αστυνομική αρχή στα Μ.Μ.Ε. ήταν εξαιρετικά σημαντική και ενδιέφερε άμεσα το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας των εναγομένων, αφού οι πράξεις της παιδικής πορνογραφίας, όταν μάλιστα το σχετικό υλικό διακινείται στο διαδίκτυο με σκοπό το κέρδος, εμπεριέχουν μεγάλου βαθμού ηθική και ποινική απαξία. Η είδηση αυτή αφορούσε ένα ζήτημα μείζονος κοινωνικού και ποινικού ενδιαφέροντος και έπρεπε να γνωστοποιηθεί ευρύτατα πλην άλλων και για την ενημέρωση του κοινού για τον κίνδυνο που διατρέχουν οι χρήστες του διαδικτύου από την επίσκεψή τους σε παρόμοιες ιστοσελίδες. Όφειλαν, λοιπόν, οι εναγόμενοι να δημοσιεύσουν την είδηση και πράγματι αυτό ακριβώς έκαναν, διότι ο δημοσιογράφος έχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη δημοσίευση και σχολιασμό ειδήσεων σχετικά με τέτοιου είδους πράξεις που συνιστούν εξεζητημένη μορφή εγκληματικότητας. Έτσι νομίμως δημοσίευσαν την ανωτέρω είδηση, έστω και αν αντικειμενικά έθιγε και εξέθετε τον ενάγοντα, στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του τύπου και της κοινωνικής αποστολής του να ενημερώνει το αναγνωστικό του κοινό. Μάλιστα περιορίστηκαν στενά στα ανακοινωθέντα από την αστυνομική αρχή και δεν προσέθεσαν δικές τους ανεξακρίβωτες πληροφορίες. Με άλλα λόγια το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος ανταποκρίνεται απόλυτα προς την πρωτογενή πληροφόρηση της Δνσης Ασφάλειας Αττικής. Αυτό φανερώνει τη σοβαρότητα, με την οποία ο συντάκτης του επίμαχου κειμένου χειρίσθηκε το ζήτημα. Επομένως οι εναγόμενοι, δημοσιεύοντας αυτό, ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον όπως είναι εκείνο εκ της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου (άρθ.14 παρ.1 Σ. και 10 της ΕΣΔΑ), σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Όλες οι λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από το συντάκτη του κειμένου ήταν απολύτως αναγκαίες για την αποτύπωση της σοβαρότητας της είδησης, συνακόλουθα και της ηθικής ποιότητας των υποκειμένων που φέρονταν ότι τέλεσαν τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα, χωρίς να υπερβαίνουν το αρμόζον μέτρο και χωρίς να συνάγεται κάποιο στοιχείο ότι ο συντάκτης του κειμένου ή ο εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας που δέχτηκαν να το δημοσιεύσουν είχαν την κακόβουλη διάθεση να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη ειδικώς του ενάγοντος. Είναι μεν αλήθεια ότι στον τίτλο του ρεπορτάζ τέθηκε η φράση: «Οι άθλιοι ήσαν υπεράνω υποψίας» και στον υπότιτλο η φράση «Δάσκαλος και καθηγητής διακινούσαν στο ίντερνετ υλικό παιδικής πορνογραφίας» έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται ο ενάγων (καθηγητής) με το μειωτικό χαρακτηρισμό «άθλιος». Ωστόσο, από τη χρήση εκ μέρους του συντάκτη του ανωτέρω χαρακτηρισμού δεν μπορεί να συναχθεί χωρίς άλλο ειδικός σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος επ’ ευκαιρία ειδικώς και μόνο στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ο συντάκτης του κειμένου και πολύ περισσότερο ο εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας δεν γνώριζαν προσωπικά τον ενάγοντα, δεν είχαν προσωπικά κίνητρα εναντίον του και η επιλογή αυτού του –έστω ακραίου ή σκωπτικού- χαρακτηρισμού αφορούσε αόριστα στους «πρωταγωνιστές» της δημοσιευόμενης είδησης, την οποία πίστεψαν για τους προαναφερόμενους λόγους ως αληθινή. Με βάση το ηθικό και ποινικό περιεχόμενο των πράξεων που αποδίδονταν στον ενάγοντα και τους άλλους «πρωταγωνιστές», ο χαρακτηρισμός «άθλιοι» που τους αποδόθηκε ήταν όχι μόνο ανάλογος αλλά εξαιρετικά μετριοπαθής. Όπως προαναφέρθηκε, ο ειδικός σκοπός εξυβρίσεως είναι εξαίρεση στενώς ερμηνευτέα και υπάρχει ιδίως όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαία προς προστασία του επικαλούμενου ως προστατευτέου συμφέροντος. Συνεπώς, είναι επιτρεπτά και δεν συνιστούν παράνομη πράξη δημοσιεύματα του τύπου με οξεία ενημερωτική κριτική, δυσμενείς χαρακτηρισμούς για τη συμπεριφορά δημοσίων ή άλλων προσώπων που ενδιαφέρει όμως το κοινωνικό σύνολο, κριτική που μπορεί να εμφανίζεται και με σκωπτικό χαρακτηρισμό στον τίτλο του κειμένου διατυπωμένο με βάση το περιεχόμενο της δημοσιευόμενης είδησης.

4. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όποια προσβολή (εξ αντικειμένου) υπέστη ο ενάγων από το επίμαχο δημοσίευμα δεν ήταν παράνομη, έστω και αν περιείχε ανακριβείς γι’ αυτόν ειδήσεις και το σκωπτικό χαρακτηρισμό «οι άθλιοι», γιατί έγινε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον των εναγομένων να δημοσιεύσουν κρίσιμο και σπουδαίο υλικό για την παιδική πορνογραφία, προκειμένου να ενημερώσουν το αναγνωστικό τους κοινό, σύμφωνα άλλωστε και με τον προορισμό του εντύπου τους. Επομένως, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο συναφής ισχυρισμός των εναγομένων, ο οποίος συνιστά ένσταση, διότι γίνεται επίκληση λόγου που αίρει κατά το άρθρο 367 ΠΚ το άδικο από ποινική άποψη της δυσφήμισης και της εξύβρισης, συνακόλουθα δε και το παράνομο της ένδικης αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Ο ενάγων καθ’ υποφορά με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος άρσεως του αδίκου διότι από τις αναφορές του δημοσιεύματος και τον τρόπο εκφοράς του χαρακτηρισμού «οι άθλιοι» προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς του. Ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά αντένσταση (ΑΠ 780/2005, ΑΠ 1395/2005 αδημοσίευτες), πλην όμως κατά τα προαναφερόμενα είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι τέτοιος ειδικός σκοπός εξυβρίσεως δεν νοείται γενικώς και άνευ άλλου τινός με μόνη τη, έστω οξεία ενημερωτική κριτική και με δυσμενείς ακόμη χαρακτηρισμούς για τη συμπεριφορά δημοσίων ή άλλων προσώπων που ενδιαφέρει όμως το κοινωνικό σύνολο (όπως είναι τα εμπλεκόμενα στην παιδική πορνογραφία πρόσωπα), κριτική που μπορεί να εμφανίζεται και με σκωπτικό χαρακτηρισμό στον τίτλο του κειμένου διατυπωμένο με βάση το περιεχόμενο της δημοσιευόμενης είδησης.

5. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη. Η εκκαλούμενη, αντίθετα, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων κατά παραδοχή της αντένστασης του ενάγοντος ότι υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως. Επομένως έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις κατά το βάσιμο λόγο της εφέσεως των εναγομένων που πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Η έρευνα των λοιπών λόγων της εφέσεως παρέλκει. Στη συνέχεια, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, το Δικαστήριο θα κρατήσει την υπόθεση και θα δικάσει την ουσία της, απορρίπτοντας την αγωγή ως αβάσιμη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.-

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.