Διεθνής διαιτησία (Ελληνικό Δημόσιο και αλλοδαπά φυσικά/ νομικά πρόσωπα – Πρόσφατες εξελίξεις σε νομοθετικό επίπεδο ) / Σχολιασμός του άρθρου 16.ΙΙ Ν. 4110/2003 (άρθρο 6 § 3Α Ν. 3086/2002)

 

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΡΤΗΣ

–(19η Φεβρουαρίου 2013)–

 

[Λεκτικό Σχολιαζόμενης Διάταξης: Σε εθνικές και διεθνείς διαιτησίες οι οποίες αφορούν συμβάσεις που καταρτίζονται με το Δημόσιο ή με κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συγκροτούνται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, διαιτητής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ή του κρατικού νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορίζεται εν ενεργεία λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των παριστάμενων μελών της Ολομέλειας, διαιτητής ορίζεται επίτιμος λειτουργός του ΝΣΚ. Πρόσωπο μη λειτουργός του ΝΣΚ μπορεί να διοριστεί διαιτητής μόνον εφόσον αυτό επιβάλλεται από τη φύση της υπό κρίση διαφοράς και προβλέπεται ρητά στη σχετική ρήτρα διαιτησίας, η οποία πρέπει, σε αυτήν την περίπτωση, να προσυπογράφεται από τον Υπουργό Οικονομικών.]

–(*)–

Ι. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ Η συνομολόγηση διαιτητικών ρητρών υπό του Ελληνικού Δημοσίου (και των ΝΠΔΔ) επί διαφορών Ιδιωτικού Δικαίου[1]διήλθε από αρκετά στάδια. Οι προϋποθέσεις περί εγκύρου συνάψεως συμπροσδιορίζονται επισκοπουμένων των διατάξεων των ΕισΝΚΠολΔ 49. Ι (έγγραφος τύπος, προηγούμενη γνωμοδότηση ΝΣΚ, κοινή απόφαση Υπουργού Οικονομικών και συναρμοδίου Υπουργού), Αρθρ. 8. Ι ΝΔ 736/1970 (μη εφαρμογή των διατυπώσεων του ΕισΝΚΠολΔ 49. Ι επί διαιτητικών συμφωνιών μεταξύ Δημοσίου και αλλοδαπών φυσικών ή νομικών προσώπων), Αρθρ. 79-85 ΚωδΔημΛογ. [ΝΔ 321/1969] (γενικό πλαίσιο συνομολογήσεως οιασδήποτε συμβάσεως εκ μέρους του Δημοσίου), Αρθρ. 2, περ. η’ Ν. 3086/2002 (βάση εξ ης το ΝΣΚ αρύεται γνωμοδοτικής αρμοδιότητος καθ’ όσον αφορά την σύναψη διαιτητικών συμφωνιών και τον ορισμό των διαιτητών), Αρθρ. 6. ΙΙΙ, περ. α’, στοιχ. (αα) (υπαγωγή των κρισίμων ζητημάτων στην γνωμοδοτική αρμοδιότητα της πλήρους ΟλΝΣΚ), αλλά και του νομολογιακώς[2] διαπλασθέντος κανόνα [ομολόγου προς την ρύθμιση του Αρθρ. 8. Ι ΝΔ 736] περί συνομολογήσεως διαιτητικών συμφωνιών, αφορουσών στην υπαγωγή ιδιωτικών διεθνών διαφορών σε διαιτησία διεξαχθησόμενη στην αλλοδαπή, άνευ των περιορισμών (έγγραφος τύπος, προηγούμενη γνωμοδότηση ΝΣΚ, ΚΥΑ) του ΕισΝΚΠολΔ 49. Ι[3]· στην περίπτωση των αναπτυξιακών νομοθετημάτων[4], δη δε περί ενισχύσεως των ξένων επενδύσεων, το καθεστώς παρέμενε –κι εξακολουθεί– πλέον συγκεχυμένο, η δε προσφυγή στην διαιτησία ρυθμίζεται επί τη βάσει της ιδιόρρυθμης εξισορρόπησης συμφερόντων μεταξύ επενδυτού και Δημοσίου.[5]

Επομένως, βάσει του προϊσχύσαντος καθεστώτος το Ελληνικό Δημόσιο εδύνατο εγκύρως να συνάπτει συμφωνίες περί υπαγωγής σε διαιτησία μετ’ αλλοδαπών φυσικών ή νομικών προσώπων (επί εννόμων σχέσεων μετά στοιχείου αλλοδαπότητος), άνευ τηρήσεως της  προϋποθέσεως περί εγγράφου τύπου, άνευ εμπλοκής των συναρμοδίων Υπουργών κι εκδόσεως συναφούς διοικητικής πράξεως, άνευ δε της παρεμβολής του ΝΣΚ ως μεγάλου σώματος της Δημοσίας Διοικήσεως· ευλόγως, λοιπόν, επισημαίνεται ότι επί διεθνούς διαιτησίας ουδείς υφίσταται περιορισμός για το Ελληνικό Κράτος, κατά την ανάπτυξη της συναλλακτικής του δραστηριότητας[6]· οι περιορισμοί του ΕισΝΚΠολΔ 49. Ι παρείλκον[7], ενώ η πρόνοια του Αρθρ. 8. Ι ΝΔ 736 λειτουργούσε ως ρύθμιση ειδικότερη, με αποτέλεσμα κατ’ αρχήν να απωθεί τις γενικές πρόνοιες του ΚωδΔημΛογ., καθ’ ο μέτρο αλληλεπικαλύπτοντο.

Επί των περιπτώσεων εκείνων καθ’ ας το Δημόσιο δεν συναλλάσσετο κατά το γράμμα του Αρθρ. 8. Ι ΝΔ 736, τότε –τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως (κι οπωσδήποτε υπό το όρο tacente lege speciali)– οι ορισμοί του ΕισΝΚΠολΔ θα έπρεπε να τηρηθούν, εντεύθεν δε η ΟλΝΣΚ θα προέβαινε κανονικώς στην άσκηση της γνωμοδοτικής της αρμοδιότητος[8], τόσον καθ’ όσον αφορούσε per se την διαιτητική συμφωνία και την δι’ αυτής υπαγωγή ορισμένης διαφοράς σε μη πολιτειακό δικαιοδοτικό όργανο, όσο και περί των προσώπων των διορισθησομένων διαιτητών.

ΙΙ. Η ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ Μετά την πρόσφατη νομοθετική τροποποίηση του Αρθρ. 6 Ν. 3086/2002 περί των αρμοδιοτήτων του ΝΣΚ, η ως άνω κατάσταση κατ’ αρχήν δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς· τόσο οι περιοριστικές ρυθμίσεις του ΕισΝΚΠολΔ 49. Ι παραμένουν εν ισχύ, όσο και η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του ΝΣΚ δυνάμει των προνοιών του Ν. 3086· επίσης, επί περιπτώσεως καθ’ ην διεκδικεί τίτλο εφαρμογής η ρύθμιση η τεθείσα κατ’ Αρθρ. 8. Ι ΝΔ 736, discursus cessat, δήλον ότι εν πρώτοις δεν φαίνεται να επάγεται δυνάμει της νέας ρυθμίσεως κάποια βαθεία τροποποίηση του συναφούς καθεστώτος· αληθές είναι ότι σε αμφότερες τις προρρηθείσες περιπτώσεις τίθεται ένας επιπρόσθετος και –εν πολλοίς– ουσιώδης περιορισμός καθ’ όσον αφορά την προδικασία (θα μπορούσαμε να πούμε) της διαιτητικής διαδικασίας· το ορισθησόμενο –υπό του κράτους, ΝΠΔΔ ή  δημοσίου ΝΠΙΔ– πρόσωπο προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα διαιτητού, δεν δύναται παρά να αναζητηθεί εντός των τάξεων των εν ενεργεία μελών του ΝΣΚ (νέο Αρθρ. 6 §3Α, εδ. α’ Ν. 3086)· μόνον κατ’ εξαίρεση και με ηυξημένη πλειοψηφία δύνανται η ΟλΝΣΚ να επιλέξει διαιτητή εκ των αφυπηρετησάντων και πλέον επιτίμων μελών του Σώματος (εδ. β’)· άκρως δε εξαιρετικώς, εφ’ όσον –σωρευτικώς– η φύση της υποθέσεως επιβάλλει την διαφοροποίηση, υπάρχει ρητή πρόνοια εντός του σώματος της διαιτητικής συμφωνίας, τούτη δε πρωσυπογράφεται υπό του Υπουργού επί των Οικονομικών, τότε και μόνον τότε δύναται να ορισθεί υπό του ΝΣΚ (πάντοτε σε πλήρη Ολομέλεια) ως διαιτητής πρόσωπο μη σχετιζόμενο καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετά της υπηρεσίας (εδ. γ’). Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι η ρύθμιση εφαρμόζεται τόσο σε εθνικές (προφανώς εσωτερικές) όσο και σε διεθνείς διαιτησίες, δη δε ανεξαρτήτως του εάν συμβάλλεται το Δημόσιο καθ’ εαυτό ή άλλο δημόσιο νομικό πρόσωπο είτε του Δημοσίου είτε του Ιδιωτικού Δικαίου.

ΙΙΙ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Εν προκειμένω, διαπιστώνεται το μεν μία εξειδίκευση κι εντεύθεν περιορισμός των δυνατοτήτων της Διοικήσεως καθ’ όσον αφορά την εκλογή διαιτητών, το δε μία ενίσχυση της αρμοδιότητος του ΝΣΚ, το οποίο δεν γνωμοδοτεί πλέον [υπό τον τύπο της απλής γνωμοδοτήσεως (μη δεσμευτικής διά της αιτούσα Αρχή)], αλλά προσδιορίζοντας το ίδιο τα πρόσωπα των διαιτητών -επί της ουσίας- ασκεί συν-αρμοδιότητα μετά του εμπλεκομένου στην συμβατική έννομο σχέση δημοσίου νομικού προσώπου.

Εμπεσούντος του λόγου, ας υπομνησθεί ότι η θέση των δημοσίων νομικών προσώπων είναι εξ άπαντος ιδιαίτερη, η δε αποστολή τους πάντοτε συναρτημένη προς την θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος· εκ δε του λόγου τούτου περιορισμοί, οι οποίοι κανονικώς θα ξένιζαν αφ’ ης ομιλούσαμε περί ιδιωτών, δικαιολογούνται καθ’ όσον αφορά τα τελευταία τούτα. Η περιστολή της ελευθερίας (προεχόντως των αυτοτελών δημοσίων νομικών προσώπων, αλλά και της κατά περίπτωση δημόσιας αρχής της ανήκουσας εις το νομικό πρόσωπο του κράτους, ως φερ’ ειπείν ορισμένου Υπουργείου) θα εδύνατο να κριθεί αιτιολογημένη, μόνον υπό το φως του επιδιωκομένου σκοπού.

Στην Αιτ. Εκθ. του Σχ/Ν αναφέρεται[9] ότι: «Η ρύθµιση της παραγράφου 2 επιβάλλεται για την ελάχιστη εξασφάλιση των συµφερόντων του Δηµοσίου, διότι αν οι εν λόγω τιθέµενοι όροι (τόπος, γλώσσα, εφαρµοστέο δίκαιο) δεν περιληφθούν εξαρχής στη ρήτρα διαιτησίας, υπάρχει ο κίνδυνος τα ανωτέρω ζητήµατα να καθορισθούν κυριαρχικά, είτε από τις διοικητικές υπηρεσίες του διαιτητικού δικαστηρίου (ορισµός διαιτητών), είτε από το διαιτητικό δικαστήριο, όταν συγκροτηθεί (τόπος, γλώσσα, εφαρµοστέο δίκαιο). Για τους ίδιους λόγους κρίνεται σκόπιµο να ζητείται η συνδροµή του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους κατά την επεξεργασία της ρήτρας διαιτησίας, ώστε να εξασφαλίζεται η αρτιότερη κατάστρωση αυτής»· αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στην αρχική της μορφή η σχετική ρύθμιση προέβλεπε λεπτομερείς διορισμούς περί της έδρας αλλά και της γλώσσας της διαιτητικής διαδικασίας.

Εάν, λοιπόν, ο σκοπός τούτος συνίσταται στην ενίσχυση της αρμοδιότητος ενός συνταγματικώς κατοχυρωμένου συλλογικού οργάνου, επί σκοπώ διασφάλισης των καλώς νοουμένων συμφερόντων του Δημοσίου και κατά το στάδιο της διαιτητικής δικαιοδοτήσεως, με την συμμετοχή λειτουργών εγνωσμένης καταρτίσεως ανηκόντων στο έμψυχο δυναμικό της κρατικής μηχανής, τότε είναι πράγματι καθ’ όλα σύννομος κι επικροτητέος· πλην όμως υφίστανται αρκετοί παράπλευροι προβληματισμοί.

Εν πρώτοις, το ΝΣΚ ως Σώμα της Δημοσίας Διοικήσεως απολάβον status συνταγματικής περιωπής κατ’ Αρθρ. 101Α Συντ. το μεν δρα ως συμβουλευτικό δίκτυο, το δε ασκεί περαιτέρω καθήκοντα μονίμου δικαστικού παραστάτη του Ελληνικού Δημοσίου· τόσο το λειτουργικό καθεστώς της υπηρεσίας (η οποία υπάγεται ευθέως στο επί των Οικονομικών Υπουργείο) όσο και η κατάρτιση των μελών αυτού (τα οποία διορίζονται μετά γραπτή δοκιμασία) εξασφαλίζει ένα minimum επάρκειας διά την καθ’ εκάστην ημέραν διευθέτηση των υποθέσεων και επί δικαστηρίω παράσταση διά λογαριασμόν του Δημοσίου· εν τούτοις, τα δυσχερή ζητήματα τα οποία θαμάκις καλείται ο διαιτητής να αντιμετωπίζει στα πλαίσια μίας διεθνικής διαδικασίας (φερ’ ειπείν διαιτησία σε σχέση με state contracts), αξιούν προχωρημένο βαθμό εξειδικεύσεως, πλέον εμβριθούς γνώσεως των συναφών αντικειμένων, συνεχομένων μετά της κλασικής προβληματικής του Ιδ.Διεθν.Δ., κάποτε δε του Δ.Διεθν.Δ. αλλά και του Διεθν.Ομοιομ.Δ.· εάν ο οριζόμενος ως διαιτητής δικαστικός αντιπρόσωπος-μέλος ΝΣΚ έχει ή όχι την απαιτούμενη κατάρτιση, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, εκ δε του λόγου τούτου θα πρέπει να συνεκτιμάται εκ της ολομελείας κατά το στάδιο της εκλογής.

Ένας, πλέον πραγματιστικός λόγος αφορά πιθανώς στην πρόθεση αποσείσεως του ενδεχομένου ενός αδρώς αμειβομένου διαιτητού, ο οποίος και δεν υπάγεται σε υπηρεσιακό καθεστώς εξαρτήσεως εκ του ελληνικού κράτους και επί της ουσίας ασκεί καθήκοντα τα οποία κανονικώς θα εδύνατο να αναλάβει ένας τακτικός δημόσιος λειτουργός, υποκείμενος στην πειθαρχική (κι όχι μόνον) εξουσία των αρμοδίων Αρχών, αμειβόμενος δε ουχί βάσει των άπαξ παρεχομένων υπηρεσιών, αλλά κατά την μισθολογική τάξη εις ην ανήκει συμφώνως προς την κείμενη νομοθεσία.

Το ΝΣΚ ως φορέας νομικής αρωγής του Δημοσίου έφερε πάντοτε (γνωμοδοτικώ τω λόγω) σχετική αρμοδιότητα περί των συναπτομένων συμφωνιών διαιτησίας εκ μέρους των δημοσίων νομικών προσώπων· εκείνο το οποίον ενδεχομένως διαφοροποιεί το νέο καθεστώς έγκειται στην ενίσχυση του ρόλου του καθ’ όσον αφορά την εν γένει διαδικασία· η διαιτησία μεταξύ κράτους κι αλλοδαπών προσκτάται ιδιαίτερη σημασία αφ’ ης ορισμένη πολιτεία επιζητά να κινήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον των ξένων κεφαλαίων· επομένως η πρόνοια του νομοθέτη είναι εξηγήσιμη· εκείνο το οποίο παραμένει μάλλον δυσερμήνευτο είναι η ευθεία εμπλοκή του ΝΣΚ, δι’ ης ενδεχομένως εσκοπήθη η θέση της διαδικασίας υπό τον έλεγχο μίας καθ’ ύλην εξειδικευμένης διοικητικής αρχής προς αποσόβηση ενδεχόμενης πλημμελούς θεραπείας των δημοσίων συμφερόντων εκ μέρους ad hoc ιδιωτών διαιτητών· εκ δε του λόγου τούτου και το καθεστώς διορισμού διαιτητών εκτός ΝΣΚ καθίσταται (διά της νέας ρυθμίσεως) εξόχως περιοριστικό.

Επί της διαιτησίας status θεμελιακού χαρακτήρα προϋπόθεσης φέρει η συναινετική αρχή· η προσπάθεια του Νομοθέτη να διαφυλάξει το δημόσιο συμφέρον, μέσω του εκ-δημοσιο-υπαλληλισμού της διαδικασίας με την συμμετοχή προσώπων τελούντων σε ευθεία σχέση ιεραρχικής εξαρτήσεως προς το νομικό πρόσωπο του κράτους, άτομα των οποίων οι απολαβές (εκ του κυρίου επαγγέλματός τους) πιστώνονται ως κονδύλια στον επίσημο κρατικό προϋπολογισμό (δαπάνες Υπ. Οικ.) και τα οποία υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία του κράτους[10], δεν ικανοποιεί· το ολιγότερον αναμένεται ότι τέτοια πρόσωπα φέρουν υπόνοιες μεροληψίας εκ δε του λόγου τούτου η συμμετοχή τους στην διαιτητική διαδικασία θα δικαιολογήσει οπωσδήποτε την προβολή αιτήσεων εξαιρέσεως εκ μέρους του ετέρου διαδίκου μέρους· άλλωστε, η υποχρεωτική συμμετοχή μελών του ΝΣΚ δεν αναμένεται να δράσει ενθαρρυντικά στην συνομολόγηση διαιτητικών ρητρών μετ’ αλλοδαπών επενδυτών, οι οποίοι –ως εικός– έβλεπαν πάντοτε με καχυποψία την υπαγωγή των διαφορών που ενδεχομένως ήθελαν προκύψουν εξ ορισμένης δημοσίας συμβάσεως στην δικαιοδοτική εμβέλεια των πολιτειακών δικαστηρίων του αντισυμβαλλομένου κράτους· πλην όμως η εγκατάσταση (υποχρεωτική) κρατικών λειτουργών εντός της «ουδέτερης» κι «αχρωμάτιστης» διαιτητικής διαδικασίας, δεν αναιρεί την ίδια την ratio της προσφυγής στην διαιτησία επί συμβάσεων μεταξύ κράτους κι αλλοδαπών ιδιωτών (;).

Εν κατακλείδι, από σκοπιάς Δικαίου της Διαιτησίας η νέα ρύθμιση καίτοι εισάγει το novum της ευθείας συμμετοχής του ΝΣΚ στην διαιτητική διαδικασία, εν τούτοις φαινομενικώς δεν διαρρηγνύει τα μέχρι τούδε ισχύοντα· η εμβέλεια της ρυθμίσεως εξαντλείται σε διαιτητικές συμφωνίες μεταξύ δημοσίων νομικών προσώπων και ιδιωτών (ημεδαπών/αλλοδαπών), τροποποιούσα και περιστέλλουσα την ελευθερία εκλογής, επάγοντας μερική δέσμευση για τον ιδιώτη αντισυμβαλλόμενο. Τελικώς θα πρέπει να επισημανθεί ότι η σχετική νομοθετική παρέμβαση φαίνεται βεβιασμένη και χωρίς προφανή ενίσχυση των εχεγγύων τυπικών και ουσιαστικών προκειμένου το ΝΣΚ να σταθεί στο ύψος του νέου του καθήκοντος· πάντως, εάν οι επιδιωκόμενοι σκοποί θεραπείας του δημοσίου συμφέροντος και προασπίσεως της δημοσίας περιουσίας θα εξυπηρετηθούν τω όντι εκ της ρυθμίσεως παραμένει προς ώρας άδηλο.

 


[1] Η σχετική συζήτηση αφορά ασφαλώς τις περιπτώσεις εφ’ ων το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλο δημόσιο νομικό πρόσωπο συναλλάσσεται εντός των πλαισίων του Ιδιωτικού Δικαίου· ίδε ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΡΑΝΗΣ, Η υπαγωγή Δημοσίου Δικαίου Διαφορών σε Διαιτησία, Διδ. Δ., Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 29, πλαγιαριθμ. 32.

[2] Cfer. ΟλΑΠ 8/1996 ΕλλΔνη (1996). 1052 = ΕΕΝ (1996). 32 = ΕΝΔ (1996). 448· εκτενή σχολιασμό εις ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, (επιμ. εκδ.), Δικονομικό Διεθνές Δίκαιο: Σχολιασμένη Νομολογία, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 318-327 [321-327].

[3] Εύσχημα ο κανόνας (ουσιαστική ρύθμιση του Ιδ.Διεθν.Δ.) ήδη εις την παλαιότερη ΑΠ 565/1965 ΕπιθΕμπΔ (1996). 289.

[4] Cfer. ΝΙΚΟΛΑΟΣ Β. ΧΑΤΖΗΤΖΑΝΗ, «Η περιπέτεια της Διαιτητικής Ρήτρας στους Αναπτυξιακούς Νόμους» ΔΦΝ (1991). 1791.

[5] Ίδε –εκτενώς–, ΑντΩΝΙΑΣ Κ. Δημολίτσα, «Διαιτητικές Συμφωνίες και Ξένες Επενδύσεις· Το Ελληνικό Δημόσιο μεταξύ συμβατικής δέσμευσης και εξουσιαστικής επέμβασης» ΝοΒ 36 (1988). 1381.

[6] ΑΓΓΕΛΟΣ Κ. ΦΟΥΣΤΟΥΚΟΣ, «Προϋποθέσεις Κύρους της Διαιτητικής Συμφωνίας στη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία» ΝοΒ 36 (1988). 1370 [1379].

[7] Ως –προσφυώς– επισημαίνεται η ευθέως εκ του Νόμου προβλεπομένη απόσειση των (τω γράφοντι έδοξε, όχι ιδιαιτέρως επαχθών, αλλ’ οπωσδήποτε χρονοβόρων –επισκοπουμένης της ελληνικής διοικητικής πρακτικής–) δεσμεύσεως επί σκοπώ συνομολογήσεως διαιτητικών συμφωνιών εκ μέρους του Δημοσίου αποβλέπει στην διευκόλυνση της συναρθρώσεως της διεθνούς συναλλακτικής δραστηριότητος μεταξύ κράτους και ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι ευλόγως θα αντιμετώπιζαν την δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτειακών δικαστηρίων επί διαφορών οι οποίες τυχόν θα προκύψουν ή προέκυψαν εξ ορισμένης συμβάσεως (μεταξύ αυτών και των κρατικών αρχών) με καχυποψία· προκειμένου να μην δράσει αποτρεπτικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο η θέση αυτή της νομολογίας και του νομοθέτου αποβαίνει επικροτητέα· ίδε ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ-ΑΛΕΞΙΟΥ, ΖΩΗ ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ-ΠΑΣΙΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Εκδ. V, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 2012, σελ. 475-476.

[8] Ίδε –ενδεικτικώς– ΟλΝΣΚ, Γνμδ. 448/7η Οκτ. 2005 περί της ισχύος της διαιτητικής ρήτρας η οποία διελήφθη σε συμφωνία μεταξύ εταιρίας του Ελληνικού Δημοσίου («ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.») και αλλοδαπών νομικών προσώπων, εις http://www.nsk.gov.gr/webnsk/nsk.jsp (τ/π 18-2-2013).

[9] Ίδε http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/r-foroik-eis.pdf (τ/π 18-2-2013)

[10] Μέρος Δ’ (Αρθρ. 38 et seq.) ΠΔ 238/2003.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.