Διαμεσολάβηση: Ιδιωτικοποιώντας την Δικαιοσύνη;

40716-dikaiosyniΓράφει ο Μήττας Μιχάλης

Μετά βαΐων και κλάδων επιχειρείται να εισαχθεί στο ελληνικό νομικό σύστημα ο θεσμός της διαμεσολάβησης. Θεσμός που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του στο Υπ. Δικαιοσύνης και τους θιασώτες του στον νομικό κόσμο, αναμένεται να φέρει σημαντικά οφέλη στην ταχεία, δίκαιη και αξιόπιστη επίλυση των διαφορών χωρίς την επίπονη και συχνά ακριβή προσφυγή στην δικαιοσύνη. Εξάλλου, πρόκειται για μια διαδικασία που στηρίζεται στην καλή θέληση των αντιμαχόμενων πλευρών και ήδη λειτουργεί στο εξωτερικό με επιτυχία και άρα πρέπει να αντιγραφεί και στην Ελλάδα.

Συνοπτικά, η διαμεσολάβηση στηρίζεται στην ύπαρξη ενός διαπιστευμένου ως διαμεσολαβητή δικηγόρου στον οποίο καταφεύγουν τα ενδιαφερόμενα μέρη στα πλαίσια μιας διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής αφού εξετάσει την υπόθεση με τρόπο αντικειμενικό καταλήγει σε μια συμβιβαστική πρόταση προς όλα τα μέρη, η οποία αν γίνει δεκτή καταγράφεται και υπογράφεται εγγράφως. Συνήθως, όπως και στην ελληνική περίπτωση, το αποτέλεσμα της συμβιβαστικής συμφωνίας επικυρώνεται και από δικαστή ώστε να έχει και την θέση δικαστικής απόφασης με ότι αυτό συνεπάγεται (πχ δεδικασμένο, εκτελεστός τίτλος κλπ).

Ωστόσο, διά γυμνού ακόμα οφθαλμού μπορεί κανείς να διαπιστώσει τον σαθρό και προσχηματικό χαρακτήρα της όλης επιχειρηματολογίας ακόμα και λαμβάνοντας ως δεδομένο το υψηλό επίπεδο κατάρτισης των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών, αφού η εκπαίδευσή τους θα φέρει τα εχέγγυα της εποπτείας των δικηγορικών συλλόγων.

Καταρχήν ζήτημα αποτελεί ο τρόπος επιλογής του διαμεσολαβητή που θα αναλάβει να συμβιβάσει την διαφορά. Καθώς, ο διαμεσολαβητής επιλέγεται από τα μέρη και είναι ελεύθερος επαγγελματίας αμειβόμενος από αυτά, γεννάται εύλογα το ερώτημα πώς ελέγχεται η αντικειμενικότητά του ιδίως αν στην διαφορά εμπλέκονται μέρη με έντονη διαφορά ισχύος (οικονομικής κλπ). Εφόσον δηλαδή εμπλέκεται στην διαφορά μια τράπεζα, μια ασφαλιστική ή άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναγκάζεται λόγω του αντικειμένου του να προσφεύγει στην διαμεσολάβηση με μεγάλη συχνότητα και έχει αυξημένο όγκο υποθέσεων (υπερχρεωμένα, αυτοκίνητα κλπ), είναι πολύ έντονος ο πειρασμός για τον διαμεσολαβητή να προτιμήσει να διατηρήσει αυτό το μέρος στο πελατολόγιό του δείχνοντας την απαιτούμενη (περισσότερη ή λιγότερη) εύνοια στις αποφάσεις του. Έτσι το ευχαριστημένο αυτό μέρος θα συνεχίσει να φέρνει στον ίδιο διαμεσολαβητή αντίστοιχες υποθέσεις, έχοντας διασφαλισμένη αυτήν την στοιχειώδη έστω εύνοια.

Επιπλέον, συνήθως, όπως και στην Ελλάδα, ορθώς στον διαμεσολαβητή προσφεύγουν τα μέρη παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ώστε να εξασφαλιστεί τόσο η ισότητα μεταξύ τους όσο και το ότι θα προβληθούν από τον καθένα τα νομικά κρίσιμα κάθε φορά περιστατικά. Προκειμένου όμως να διασφαλιστεί αυτή η αναγκαιότητα, το κόστος για τον πολίτη αυξάνεται σημαντικά, αφού εκτός του δικηγόρου του πρέπει να πληρώσει πλέον και τον διαμεσολαβητή. Σε περίπτωση δε που η διαμεσολάβηση δεν ευοδώσει, στα ανωτέρω θα πρέπει να προστεθεί και το κόστος της τακτικής δικαστικής οδού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προσφυγή στην δικαιοσύνη και μάλιστα για υποθέσεις κρίσιμες όπως εκείνες του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα όπου η διαμεσολάβηση γίνεται υποχρεωτική προδικασία, καθίσταται αδύνατη και οι πολίτες μετατρέπονται ουσιαστικά σε θύματα αρνησιδικίας. Αντίστοιχα βέβαια, περιορίζεται το ποσοστό εκείνων που τελικά αποφασίζουν να κινηθούν νομικά και έτσι οι νέοι κυρίως δικηγόροι δέχονται σοβαρότατο πλήγμα σε κρίσιμο τμήμα του πελατολογίου τους.

Όσον αφορά στην πολυπόθητη μείωση του χρόνου επίλυσης των διαφορών, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ενδεικτικά ότι και δυνατότητα παρελκύσεων της διαδικασίας παρέχεται πλέον στα μέρη και ούτως ή άλλως η ανάμειξη του ήδη προβληματικού υποτίθεται δικαστικού μηχανισμού παραμένει. Η καθιέρωση της υποχρεωτικής
διαμεσολάβησης σε κάποιες υποθέσεις και της προαιρετικής στις υπόλοιπες δίνει αλλεπάλληλες δυνατότητες στο ένα τουλάχιστον μέρος (συνήθως στο ισχυρό φυσικά) να προκαλέσει όσο το δυνατόν περισσότερες καθυστερήσεις ώστε πατώντας στην (πιεστική συχνά) ανάγκη του άλλου μέρους να πετύχει περιορισμό των απαιτήσεών του. Ταυτόχρονα, η ανάγκη δικαστικής κύρωσης της τελικής συμβιβαστικής συμφωνίας των μερών, προκειμένου αυτή να αποκτήσει υποτίθεται εχέγγυα αξιοπιστίας, εισάγει την υπό κρίση υπόθεση στον ήδη εξαντλημένο δικαστικό κλάδο, που οι εμπνευστές του νόμου ήθελαν να αποφύγουν. Έτσι δύο διέξοδοι διαφαίνονται δεδομένου και του φόρτου που αντικειμενικά φέρουν οι δικαστές: είτε η υπόθεση θα εξετάζεται μόνο εντελώς τυπικά και επιφανειακά και άρα καμία εγγύηση πέρα από την καλή πίστη του διαμεσολαβητή δεν θα υφίσταται, είτε ο δικαστής επιτελώντας πλήρως το έργο του θα εξετάζει όλη την υπόθεση ενδελεχώς προκειμένου να βεβαιώσει τον τελικό συμβιβασμό, έχοντας όμως ήδη προκαλέσει αναπόφευκτα την καθυστέρηση που υποτίθεται θα αποφεύγονταν.

Ακόμα, η εξωδικαστική διαμεσολάβηση μπορεί να λειτουργήσει κατά βάσει στηριζόμενη στην ειλικρινή θέληση των μερών να εξεύρουν μια κοινά αποδεκτή συμβιβαστική λύση στην διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους. Αυτή η ειλικρινής θέληση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα του αναγκαστικού χαρακτήρα ενός πακέτου νομικών διατάξεων αλλά εξαρτάται κυρίως από τις πραγματικές δυνατότητες και όλων των ενδιαφερομένων σε συνδυασμό με την φύση της διαφοράς. Υποθέσεις με ενδοοικογενειακές διαφορές, διαζύγια, κληρονομιές, υπερχρεωμένα νοικοκυριά και υπό πτώχευση νομικά πρόσωπα, τράπεζες, ασφαλιστικές και άλλες κεφαλαιουχικές εταιρείες είναι λίγες μόνο από τις περιπτώσεις όπου στην πράξη καθημερινά αποδεικνύεται ότι πιθανή εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς δεν είναι δυνατή αφού ούτε πρόθεση ούτε δυνατότητα να επιτευχθεί υφίσταται και τουλάχιστον το ένα μέρος επιδιώκει την μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση στην οριστική επίλυσή της. Στις περιπτώσεις μάλιστα που η εξωδικαστική διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική το αδύναμο μέρος, το οποίο είχε και μεγαλύτερη ανάγκη την καταλυτική επέμβαση της δικαιοσύνης, θα είναι τελικά το χαμένο αφού υπό το βάρος του αυξημένου κόστος και της διάρκειας της διαδικασίας θα αναγκαστεί να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό πολύ δυσμενέστερο ακόμα και από τις ελάχιστες νόμιμες αρχικές απαιτήσεις του.

Τέλος, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ακόμα την σοβαρή έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα που διακρίνει τους εμπνευστές της νομοθεσίας για την διαμεσολάβηση. Στην Ελλάδα η διαδικασία αυτή υφίσταται ήδη (!) με δύο τρόπους: την δικαστική διαμεσολάβηση και την μη θεσμοθετημένη συνδιαλλαγή μεταξύ των συνηγόρων. Η πρώτη προβλέπεται ρητά από τα άρθρα 208-214B (συμβιβασμός ενώπιον ειρηνοδίκη και δικαστική διαμεσολάβηση) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εκεί αναφέρεται λεπτομερώς η διαδικασία για την ύστατη προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τόσο σε υποθέσεις που υπάγονται στο Ειρηνοδικείο όσο και σε εκείνες που υπάγονται στο Πρωτοδικείο, με την παρουσία και την παραίνεση μάλιστα του κατάλληλα εκπαιδευμένου και με αυστηρά εχέγγυα κύρους αξιοπιστίας αρμόδιου κρατικού οργάνου, του δικαστή. Εν αντιθέσει μάλιστα με την εξωδικαστική διαμεσολάβηση, η δικαστική είναι ταυτόχρονα δωρεάν και ταχεία αφού δεν καθυστερεί περαιτέρω την πρόοδο της δίκης, εξυπηρετώντας έτσι τόσο τον πολίτη όσο και τον δικηγόρο. Η δεύτερη περιγράφει συνοπτικά την διαδικασία που λίγο-πολύ χρησιμοποιείται από τους δικηγόρους, κυρίως τους νεότερους, προκειμένου να παρακάμψουν το αυξημένο κόστος της δικαιοσύνης και να φέρουν εις πέρας γρήγορα μια υπόθεση εξασφαλίζοντας τόσο την ικανοποίηση του πελάτη όσο και την άμεση αμοιβή τους. Με άλλα λόγια αποτελεί πάγια σχεδόν τακτική οι συνήγοροι μετά από συνεννόηση με τους εντολείς τους να έρχονται σε επικοινωνία μεταξύ τους σε διάφορα στάδια χειρισμού της υπόθεσης προκειμένου να επιτύχουν μια συμφωνία που θα τους ικανοποιεί όλους, χωρίς φυσικά να επωμιστεί κανένας το πρόσθετο κόστος ενός τρίτου (διαμεσολαβητής) και πάντα με στόχο την ταχεία επίλυση της διαφοράς.

Συνοψίζοντας, από όλα τα παραπάνω προκύπτει ο προσχηματικός χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας υπέρ της διαμεσολάβησης με στόχο να αποπροσανατολιστεί η συζήτηση σχετικά με την ποιότητα της δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Δεν είναι τόσο η ποιότητα των νόμων, ούτε η δικομανία που διακατέχει την «υποανάπτυκτη ελληνική κοινωνία», ούτε ο «ελιτίστικος» χαρακτήρας του δικηγορικού επαγγέλματος που ευθύνονται για την ακριβή και αργή απονομή της δικαιοσύνης. Η έλλειψη προσωπικού (δικαστών, εισαγγελέων και γραμματειακού προσωπικού) και η εισπρακτική πολιτική που ακολούθησαν ιδίως οι τελευταίες κυβερνήσεις σχετικά με την δικαστική λειτουργία κατέληξαν στα σημερινά αποτελέσματα. Η «ιδιωτικοποίηση» των δικαστηρίων όπως προωθείται από την έμμεση υποκατάσταση του κρατικού οργάνου-δικαστή από τον ελεύθερο επαγγελματία-διαμεσολαβητή δεν θα κρύψει το πρόβλημα των ελλείψεων στην στελέχωση των δικαστηρίων ούτε θα βελτιώσει την απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετα, επιφέρει σοβαρό πλήγμα στο δικηγορικό επάγγελμα, θίγει το ελληνικό κράτος δικαίου και απομακρύνει ακόμα περισσότερο τους Έλληνες πολίτες από την δυνατότητα δικαστικής προστασίας.

* ο Μήττας Μιχάλης είναι Πρ. Συλλόγου Ασκουμένων Δικηγόρων Θεσσαλονίκης, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης Νομικής ΑΠΘ

 

 

Share This Post

5 Responses to Διαμεσολάβηση: Ιδιωτικοποιώντας την Δικαιοσύνη;

  1. Aφροδίτη Απάντηση

    23/05/2013 at 14:14

    Είναι τραγικό πως, στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας που αγνοεί την έννοια της διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβάνονται και οι δικηγόροι, με πρώτο και καλύτερο εσένα αγαπητέ, που έγραψες ένα ολόκληρο σεντόνι χωρίς να ξέρεις ακριβώς για τι μιλάς. Ξέρεις στο περίπου, κατα κύριο λόγο φαντάζεσαι περι τίνος πρόκειται, αλλά ουσιαστικά δεν ξέρεις. Και δεν ξέρεις όχι επειδή δεν είσαι έξυπνος, ή δεν καταλαβαίνεις. Δεν θες να μάθεις, γιατί σε εμποδίζουν οι παρωπίδες σου.

    Παρόλο που θα συμφωνήσω μαζί σου για τη κατάντια της ελληνικής δικαιοσύνης, και πως η κατασταση χρήζει άμεσης αντιμετώπισης, κάνεις ενα τεράστιο λάθος: η διαμεσολάβηση δεν συνιστά «απονομή δικαιοσύνης», ο διαμεσολαβητής δεν «εξετάζει την υπόθεση με τρόπο αντικειμενικό και καταλήγει σε μια συμβιβαστική πρόταση προς όλα τα μέρη». Όφειλες να ξέρεις ότι στην διαμεσολάβηση τα μέρη καταλήγουν στην λύση που λειτουργεί για αυτά, ο διαμεσολαβητής δρα σαν ουδέτερος τρίτος και η μονη, η ΜΟΝΗ δουλειά του οποίου είναι να βοηθήσει τα μέρη να μιλήσουν μεταξύ τους, ώστε οι ίδιοι να καταλήξουν σε μια λύση στην οποία μπορούν να δεσμευτούν. Γι’αυτό ο διαμεσολαβητής δεν χρειάζεται να γνωρίζει τους νόμους εξειδικευμένα (χωρίς προφανώς να αγνοεί τα χρηστά ήθη κτλ) και επίσης, δεν χρειάζεται να είναι δικηγόρος. Στην Ελλάδα ο νόμος περί διαμεσολαβητών επιβάλλει αυτοί να είναι δικηγόροι, κατ’εμέ για να βοηθήσει ένα τόσο υπερκορεσμένο επάγγελμα προς μια διαφορετική επαγγελματική κατεύθυνση. Πως θα περιορίσει το πελατολόγιο, και ποιανού; Οι νέοι δικηγόροι ψωμολυσάνε για μια υπόθεση, οι μεγαλοδικηγόροι πληρώνουνε ψίχουλα τους νέους δικηγόρους για να τους βγάζουν την δουλειά.

    «Συνήθως, όπως και στην ελληνική περίπτωση, το αποτέλεσμα της συμβιβαστικής συμφωνίας επικυρώνεται και από δικαστή ώστε να έχει και την θέση δικαστικής απόφασης με ότι αυτό συνεπάγεται (πχ δεδικασμένο, εκτελεστός τίτλος κλπ).»

    Αυθαίρετη υπόθεση. Τι δουλειά έχει η επικύρωση από δικαστή, μιας ιδιωτικής συμφωνίας για επίλυση ιδιωτικής διαφοράς, να δημιουργεί δεδικασμένο;

    «Η “ιδιωτικοποίηση” των δικαστηρίων όπως προωθείται από την έμμεση υποκατάσταση του κρατικού οργάνου-δικαστή από τον ελεύθερο επαγγελματία-διαμεσολαβητή δεν θα κρύψει το πρόβλημα των ελλείψεων στην στελέχωση των δικαστηρίων ούτε θα βελτιώσει την απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετα, επιφέρει σοβαρό πλήγμα στο δικηγορικό επάγγελμα, θίγει το ελληνικό κράτος δικαίου και απομακρύνει ακόμα περισσότερο τους Έλληνες πολίτες από την δυνατότητα δικαστικής προστασίας.»

    Ποιος υποκαθιστά τον δικαστή; Ο διαμεσολαβητής; Μήπως έχεις μπερδέψει την διαμεσολάβηση με την διαιτησία;

    Δεν μπορώ, υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ και κατά της διαμεσολάβησης, αλλά πραγματικά δεν αναφέρεις κάποιο από αυτά, γιατί δεν γνωρίζεις το αντικείμενο για το οποίο μιλάς.

  2. Δήμητρα Απάντηση

    23/05/2013 at 19:48

    Καλό ειναι, πριν να προβούμε σε οποιαδήποτε κρίση, να είμαστε άρτια ενημερωμένοι για το αντικείμενο της κρίσης μας. Γιατί μόνο τότε τα επιχειρήματα μας μπορούν να ειναι βάσιμα και εμπεριστατωμένα.
    Ειναι γεγονός οτι στην Ελλάδα οι επικριτές της διαμεσολάβησης ειναι αρκετοί και, κατα κανόνα ανεπαρκώς ενημερωμένοι. Υπάρχει ελλειπης ενημέρωση ως προς το τι ειναι η διαμεσολάβηση, πως λειτουργεί και τι οφέλη έχει. Και, επειδή, γενικότερα είμαστε του «δε βαρίεσαι» και φοβόμαστε οτιδήποτε επιφέρει αλλαγές στις συνήθειές μας, ακόμα κι αν η αλλαγή ειναι επωφελής για εμάς, έχουμε την τάση να απορρίπτουμε τα πάντα πριν κάν να εξετάσουμε τι ειναι.
    Η διαμεσολάβηση ειναι άμεση, οικονομική, βασίζεται εξ ολόκληρου στην βούληση των μερών και το αποτέλεσμα της προέρχεται από αυτή την βούληση κι όχι από την ενίοτε αυθαίρετη κρίση ενός δικαστή. Η διαμεσολάβηση ειναι μια επιβοηθούμενη διαπραγμάτευση, όπου ο διαμεσολαβητής χρησιμοποιεί τις γνώσεις και τις ικανότητες του για να βοηθήσει τα μέρη σε αυτή τη διαπραγμάτευση και όχι για να πάρει ο ίδιος μια απόφαση που θα επιβάλλει σε αυτά.
    Η διαμεσολάβηση μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα όχι μόνο δεν πλήττει ή μειώνει την δουλειά των δικηγόρων, αλλά την αυξάνει και την επεκτείνει….ένας πελάτης που βλέπει το θέμα του να λύνεται άμεσα, αποτελεσματικά και οικονομικά, αποφεύγοντας μια χρόνια και άκρως ψυχοφθόρα δικαστική διαμάχη, σίγουρα θα συστήσει τον δικηγόρο αυτό στον κύκλο του, προτιμώντας τον από κάποιον άλλο φιλοδικο δικηγόρο που θα τον καθυστερήσει χρονικά και θα του κοστίσει οικονομικά πολυ περισσότερο.
    Ακόμα κι αν όλα αυτά δεν φαίνονται πειστικά, ακόμα κι αν τα σχεδόν ολοκληρωτικά ποσοστά επιτυχίας της διαδικασίας αυτής στο εξωτερικό δεν αρκούν για να αλλάξουν την γνώμη μερικών εγχώριων συναδέλφων, εγώ απλα σας προσκαλώ και προκαλώ να δώσετε στην διαμεσολάβηση μια ευκαιρία. Παρακολουθείστε μια πραγματική διαμεσολάβηση, δείτε πώς αυτή ουδέποτε καταλήγει σε συμβιβασμό, γιατί ΔΕΝ ειναι συμβιβασμός. Νοιώστε πώς αλλάζει η δυναμική της σχέσης μεταξύ των μερών κατα την διάρκεια της διαδικασίας και πώς αυτά, από αντίπαλοι και αντίδικοι, γίνονται συνεργάτες και υπεύθυνοι για την επίλυση της διαφοράς τους. Διαπιστώσετε από μόνοι σας πώς δυο σύζυγοι, που αντιδικούν ανελέητα στο δικαστήριο, όταν έρθουν και τελειώσουν με την διαμεσολάβηση, έχουν μεταμορφώσει την οργή τους σε συνεργασία για το καλό των παιδιών τους.
    Η διαμεσολάβηση ειναι μια όμορφη διαδικασία. Ειναι δείγμα πολιτισμού, προσωπικής ακεραιότητας και κοινωνικής ευθύνης. Και μπορεί εμείς οι Ελληνες να θεωρούμαστε φωνακλάδες και τσαμπουκαλάδες και μη συνεργάσιμοι, όταν ομως κάποιος μας δείξει έναν άλλο, πιο αποτελεσματικό τροπο για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας και τα πραγματικά μας συμφέροντα, όχι μόνο τον υιοθετούμε, αλλά τον κάνουμε απολύτως δικό μας. Και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

  3. Δημητρα Γαβριήλ Απάντηση

    24/05/2013 at 09:51

    Αγαπητέ συνάδελφε και συντάκτη του άρθρου
    Πιστεύω ότι είναι καλό, πριν προβούμε σε οποιαδήποτε κρίση, να είμαστε άρτια ενημερωμένοι για το αντικείμενο της κρίσης μας, γιατί, μόνο τότε, τα επιχειρήματά μας μπορούν να είναι βάσιμα και εμπεριστατωμένα.
    Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα οι επικριτές του θεσμού της διαμεσολάβησης είναι αρκετοί, εξαιτίας, κυρίως, της ελλειπούς ενημέρωσής τους ως προς το τι είναι η διαμεσολάβηση, πώς λειτουργεί και τι οφέλη έχει. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την κάθε αλλαγή, γιατί μας βγάζει από τις συνήθειές μας. Έτσι, συνηθίζουμε να απορρίπτουμε πριν καν εξετάσουμε περί τίνος πρόκειται.
    Η διαμεσολάβηση είναι άμεση, οικονομική, βασίζεται εξ ολοκλήρου στην βούληση των μερών και το όποιο αποτέλεσμά της προέρχεται αποκλειστικά από αυτή την βούληση και όχι από την ενίοτε αυθαίρετη κρίση ενός δικαστή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια επιβοηθούμενη διαπραγμάτευση, όπου ο διαμεσολαβητής καλείται να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του για να βοηθήσει τα εμπλεκομενα μέρη στην διαπραγμάτευση και όχι για να τους επιβάλλει ο ίδιος κάποια απόφαση. Εάν κάτι τέτοιο συμβεί (τους επιβάλλει δηλαδή την απόφασή του, τότε κινδυνεύει να ανακληθεί η άδειά του!). Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ότι δηλαδή τα μέρη αποφασίζουν μόνα τους για την έκβαση της υπόθεσής τους και, για κανένα λόγο, δεν μπορούν να δημιουργήσουν δεδικασμένο, η διαμεσολάβηση αντενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου το ένα εκ των μερών χρειάζεται το δεδικασμένο για μελλοντικές υποθέσεις.
    Η διαμεσολάβηση, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα όχι μόνο δεν πλήττει τον δικηγορικό κλάδο, αλλά αυξάνει και επεκτείνει την πελατεία μας….σκεφτείτε : ένας πελάτης που βλέπει το θέμα του να λύνεται άμεσα, αποτελεσματικά και οικονομικά, έχοντας αποφύγει μια χρόνια και άκρως ψυχοφθόρα δικαστική διαμάχη, σίγουρα θα συστήσει τον δικηγόρο αυτό στον κύκλο του, προτιμώντας τον από κάποιον άλλο φιλόδικο συνάδελφο που θα τον καθυστερήσει χρονικά και θα του κοστίσει οικονομικά αρκετά περισσότερο.
    Ακόμα κι αν τα παραπάνω δεν σας φαίνονται πειστικά, ακόμα κι αν τα σχεδόν ολοκληρωτικά ποσοστά επιτυχίας του θεσμού στο εξωτερικό δεν αρκούν για να αλλάξουν την γνώμη σας, αλλά και αυτή αρκετών εγχώριων συναδέλφων που συντάσσονται με εσάς, εγώ απλά σας προσκαλώ και προκαλώ να δώσετε στην διαμεσολάβηση μια ευκαιρία.
    Παρακολουθείστε μια πραγματική διαμεσολάβηση, δείτε πώς αυτή ουδέποτε καταλήγει σε συμβιβασμό, γιατί ΔΕΝ είναι συμβιβασμός. Νοιώστε πώς αλλάζει η δυναμική της σχέσης μεταξύ των μερών κατά την διάρκεια της διαδικασίας και πώς αυτοί, από αντίπαλοι και διάδικοι, γίνονται συνεργάτες και υπεύθυνοι για την επίλυση της διαφοράς τους. Διαπιστώστε από μόνοι σας πώς δυο πρωην σύζυγοι, που αντιδικούν ανελέητα στο δικαστήριο, όταν έρθουν και ολοκληρώσουν με την διαμεσολάβηση, έχουν μεταμορφώσει την οργή τους σε συνεργασία για το καλό των παιδιών τους.
    Η διαμεσολάβηση είναι μια όμορφη διαδικασία. Είναι δείγμα πολιτισμού, προσωπικής ακεραιότητας και κοινωνικής ευθύνης. Και, μπορεί εμείς οι Έλληνες να φωνάζουμε πολύ και να μη συνεργαζόμαστε εύκολα, όταν, όμως, κάποιος μας δείξει έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας και τα πραγματικά μας συμφέροντα, όχι μόνο τον υιοθετούμε αλλά τον κάνουμε απολύτως δικό μας. Και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

    Δήμητρα Γαβριήλ
    Δικηγόρος Αθηνών
    Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια ΚΕ.ΔΙ.Π

  4. Απόστολος Γωγάκος Απάντηση

    28/05/2013 at 15:01

    Αφροδίτη αν όπως λες «ο διαμεσολαβητής δρα σαν ουδέτερος τρίτος και η μονη, η ΜΟΝΗ δουλειά του οποίου είναι να βοηθήσει τα μέρη να μιλήσουν μεταξύ τους, ώστε οι ίδιοι να καταλήξουν σε μια λύση στην οποία μπορούν να δεσμευτούν.» τότε γιατί δεν γίνεται διαμεσολάβηση ήδη αφού το μόνο που χρειάζονται τα μέρη είναι ενας ουδέτερος τρίτος? Τόσοι ουδέτεροι τρίτοι υπάρχουν έξω στο κόσμο. Γιατί παιδεύονται χρόνια στα δικαστήρια αφού μπορούν να βρουν έναν οποιοδήποτε τρίτο και να λύσουν τις διαφορές τους? Τα βλέπεις πολύ εξιδανικευμένα, μακάρι να γινόταν έτσι αλλά στη πράξη μόνο ουδέτερος δε θα είναι ο τρίτος. Θα υπογράφεις ένα ασφαλιστικό ή τραπεζικό συμβόλαιο και στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών θα αναφέρεται πως σύμφωνα με τις υποχρεωτικές διατάξεις του Ν. τάδε/2013 αρμόδιος για να κρίνει τη όποια διαφορά σου ήθελε προκύψει ορίζεται ο διαπιστευμένος διαμεσολαβητής τάδε ταδόπουλος. Οι όποιοι διαμεσολαβητές θα συνεργάζονται με συγκεκριμένες μεγάλες τράπεζες και επιχειρήσεις και θα παίρνουν δουλειά από αυτές. Ποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταϊζει? Όλες οι διαμεσολαβήσεις εκούσια ή ακούσια θα γίνονται με σκοπό να απωλεσθεί μεγάλο μέρος των δικαιωμάτων του αδύναμου μέρους δυστυχώς γιατί πολύ απλά Γιάννης (Ισχυρό μέρος) θα κερνάει (στέλνει δουλειά στους μεσολαβητές) Γιάννης θα πίνει (έχει ωφέλεια από τις αποφάσεις). Όχι πως δε γίνεται και τώρα κάτι παρόμοιο με τα υψηλά παράβολα αλλά τέλοσπάντων το φαινόμενο θα ενταθεί, οι δικαστές τουλάχιστον πληρώνονται από το Κράτος. Κάθε έννοια δικαιοσύνης θα καταπατηθεί.
    Τώρα το αν θα επικυρώνεται από δικαστή ή αν θα προσφεύγουν τα μέρη σε «δεύτερο» βαθμό στα δικαστήρια μικρή σημασία έχει για τον κοινωνικοπολιτικό σκοπό του Νόμου.
    Απο εκεί και πέρα με την εισαγωγή της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβης ο διαμεσολαβητής υποκαθιστά προφανώς τον δικαστή, αυτή είναι και η ratio του Νόμου όπως ακούγεται πάντα ότι θα είναι.

    Δήμητρα Γαβριήλ σε εσένα δεν θα απαντήσω όχι από εμπάθεια αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς η δηλωθείσα ιδιότητα σου ως διαμεσολαβήτρια σε καθιστά αναπόφευκτα μερολήπτρια.

    Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

  5. Δήμητρα Γαβριηλ Απάντηση

    28/05/2013 at 19:40

    Συνάδελφε Αποστολε Γωγακο,
    Η διαμεσολάβηση ειναι μια διαδικασία που βιώνουμε όλοι καθημερινά με τους συνεργάτες μας, τους φίλους μας, την οικογένεια μας, ακόμα κι αν δεν της δίνουμε αυτό το όνομα. Πόσες φορές δεν έχουμε κληθεί να μεσολαβησουμε σε μια διαφωνία μεταξύ συνεργατών μας ή σε έναν καυγά μεταξύ των παιδιών μας, πόσες φορές ο ρόλος μας ως «τρίτος» δεν ειναι καταλυτικος στην εκτόνωση εντάσεων και την συμφιλίωση των ανθρώπων του περιβάλλοντος μας; Ως κοινωνικά όντα, η διαμεσολάβηση (οπως και η διαπραγματευση) βρίσκεται στην βάση της κοινωνικής μας ύπαρξης.
    Θα συμφωνήσω μαζι σου οτι υπάρχουν τόσοι ουδέτεροι τρίτοι στον κόσμο. Και να είσαι σίγουρος οτι καθένας από αυτούς – όπως κι εμείς – καλείται να διαμεσολάβησει ενίοτε. Ωστόσο, όπως όταν θελουμε να χτίσουμε ενα σπίτι απευθυνόμαστε σε έναν αρχιτέκτονα (και όχι σε έναν οποιοδήποτε που απλα ζωγραφίζει όμορφα σπίτια), έτσι όταν επιδιώκουμε να λύσουμε κάποια διάφορα μας απευθυνόμαστε σε έναν δικηγόρο, σε έναν δικαστή ή σε έναν διαμεσολαβητή, κατάλληλα εκπαιδευμένο, με ειδικές γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να μας βοηθήσει να αντεπεξέλθουμε με τον πιο αποτελεσματικό τροπο.
    Πολλές υποθέσεις επιλύονται στην διαμεσολάβηση, όχι όμως όλες. Υπάρχουν αρκετές όπου η σύγκρουση μεταξύ των μερών έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η διαμεσολάβηση να μην ειναι επιθυμητή από κανένα. Για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν τα δικαστήρια.
    Ειναι γεγονός οτι, όταν ο νομοθέτης παίρνει μια διαδικασία, η οποία βασίζεται κάτι εξοχήν στην ελεύθερη βούληση των μερών, και την κάνει υποχρεωτική, γεννωνται αρκετοί προβληματισμοί. Ωστόσο η διεθνής πρακτική έχει αποδείξει οτι, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαμεσολάβηση φέρει πολυ ικανοποιητικά αποτελέσματα.
    Αντιλαμβάνομαι τις ανησυχίες σου για την ουδετερότητα και την αντικειμενικότητα των διαμεσολαβητων σε μια «αναγκαστική» διαμεσολάβηση. Σε διαβεβαιώνω, όμως, οτι το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ένας εκπαιδευόμενος διαμεσολαβητής ειναι οτι πρέπει να ειναι «διαφανος, σαν ενα κρυστάλλο μέσα από το οποίο βλέπονται τα μέρη μεταξύ τους». Αυτό σημαίνει οτι δεν έχουμε κάν το δικαίωμα να εκφράσουμε όχι την άποψη μας, αλλά ούτε και να χρησιμοποιήσουμε λέξεις ή φράσεις που ενδεχομένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν οτι ευνοούν την μια ή την άλλη πλευρά. Κι αν αυτό δεν ειναι αρκετό για εσένα, μην ξεχνάς οτι ο νόμος ρητά ορίζει την ευθύνη του διαμεσολαβητή, κάνοντας τον «ευάλωτο» σε οποιαδήποτε αρνητική κρίση.
    Αλλωστε, δεν ειναι τυχαίο οτι ο Ν. 3898/2010 περί διαμεσολάβησης ορίζει οτι κάθε μέρος παρίσταται στην διαμεσολάβηση με τον νομικό του παραστατη. Ποια μεγαλύτερη εγγύηση οτι τα συμφέροντα του και τα δικαιώματα του θα προστατευθούν όταν παρευρίσκεται και ο δικηγόρος – ο εξ ορισμού πρεσβευτής των δικαιωμάτων του πελάτη του; Εξάλλου, όπως γράφεις κι εσύ, η προσφυγή στην δικαιοσύνη ειναι πάντοτε δυνατή. Και για να είμαστε ρεαλιστές, αυτη τη στιγμή, ιδίως στα υπερχρεωμένα, με τις δικασιμους που δίνονται, υπάρχει σχεδόν άρνηση απονομής δικαιοσύνης.
    Ο διαμεσολαβητής ουδέποτε θα αντικαταστήσει τον δικαστή, πολυ απλα επειδή δεν ειναι αυτός ο ρόλος του και δεν έχει το δικαίωμα ούτε να κρίνει ούτε να επιβάλλει.
    Οπως έκανα και με τον συνάδελφο συντάκτη του άρθρου, σε προσκαλώ να διαθέσεις λίγο από τον χρόνο σου και να δώσεις στην διαμεσολάβηση μια ευκαιρία. Κι αν, στην συνέχεια, αποφασίσεις οτι θέλεις να εμμείνεις στην άποψη σου, απλα θα συμφωνήσουμε οτι διαφωνούμε επι του θέματος. Αλλωστε, το να υποστηρίζει κανείς με επιχειρήματα την άποψη του δεν ειναι μεροληψια – γιατί η μεροληψια εμπεριέχει και έναν συναισθηματικό παράγοντα – αλλά απλή επιβεβαίωση της θέσης μας στον κόσμο, βασισμένη στην λογική μας και μόνο.
    Σε ευχαριστω για τον χρόνο σου

    Δήμητρα Γαβριηλ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.