Δεδικασμένο και εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων ΕυρΔΔΑ

echr

Λαμπροπούλου Βικτώρια

Ι. Γενική εισαγωγή στη φύση και τη λειτουργία του ΕΔΔΑ

Την 14η Νοεμβρίου 1950 η υπογραφή στη Ρώμη μιας διεθνούς πολυμερούς συμβάσεως εκ  μέρους των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτέλεσε γεγονός κομβικής σημασίας σε διεθνές επίπεδο. Η σύμβαση αυτή πέρα από το να εξαγγέλει ένα σύνολο θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, συνιστούσε μία καινοτομία: με τις διατάξεις της θεσπιζόταν το ίδιο το δικαστικό οπλοστάσιο προάσπισής των, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο εξής ΕΔΔΑ.

Το ΕΔΔΑ επιφορτίστηκε με την κρίση υποθέσεων αστικής και ποινικής φύσης[1] , εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ), εξοπλίστηκε με «τεκμήριο» ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και οι εκδοθείσες από αυτό αποφάσεις έμελλε να αποτελέσουν το κύριο εργαλείο ερμηνείας της Σύμβασης.

Με το 11ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, η άλλοτε Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνενώνεται σε ένα σώμα με το Δικαστήριο. Η διαδικασία ενώπιον του αφορά τόσο σε ατομικές[2] όσο και σε διακρατικές[3] προσφυγές (άρθρα 34 και 35 ΕΣΔΑ). Όπως είναι ίσως αναμενόμενο, οι διακρατικές προσφυγές υπολείπονται αριθμητικά των ατομικών. Τα κράτη έχουν αναπτύξει, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δεσμούς που τους αποτρέπουν  από τη δικαστηριακή επίλυση των διαφορών τους.

Αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος δεν απαιτείται καταρχήν, ενώ η εκπροσώπηση δια δικηγόρου είναι απαραίτητη μόνο κατόπιν της υποβολής της προσφυγής. Το Δικαστήριο αναλαμβάνει να διαπιστώσει τα πραγματικά περισταστικά που εισέρχονται ενώπιον του προς κρίση ενώ διατίθεται και προς φιλικό διακανονισμό που συνίσταται σε ικανοποίηση του προσφεύγοντος με αλλαγή της πρακτικής που τον οδήγησε στην προσφυγή, αν καταφαθεί το αίτημά του.

Σημειώνεται πάντως ότι το ΕΔΔΑ δε λειτουργεί ως ανώτερη δικαιοδοτική βαθμίδα έναντι των εθνικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου δε δύναται να ανατρέπει ή να διορθώνει αποφάσεις τους.  Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ, έχει τη δυνατότητα επιδίκασης αποζημίωσης στον προσφεύγοντα. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 ΕΣΔΑ, τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλονται σε συμμόρφωση με τη χρήση κάθε πρόσφορου μέσου για παύση της προσβολής, άρση των συνεπειών της και αποφυγή της στο μέλλον. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δημιουργεί ευνοϊκό δεδικασμένο και για τυχόν τρίτο που υπάγεται στην αυτή ρύθμιση που κρίθηκε αντίθετη στους ορισμούς της Σύμβασης.

Οι προαναφεθείσες προϋποθέσεις για κατάφαση της αρμοδιότητας του ΕΔΔΑ είναι οι εξής έξι :

α. Η παραβίαση θα πρέπει να είναι άμεση και προσωπική

β. Η παραβίαση θα πρέπει να αφορά μόνο σε προβλεπόμενα από τη Σύμβαση κα τα Πρωτόκολλα δικαιώματα

γ. Το κράτος το οποίο κατηγορείται για την εν λόγω παράβαση θα πρέπει να έχει κυρώσει τα ανωτέρω κείμενα

δ. Η προσφυγή στρέφεται απαραιτήτως κατά δημόσιας αρχής και επουδενί ιδιώτη ή ΝΠΙΔ

ε. Προηγούμενη εξάντληση όλων των εσωτερικών ενδίκων μέσων[4]

στ. Εξάμηνη προθεσμία άσκησης της προσφυγής, με σημείο εκκίνησης την έκδοση της τελεσίδικης εθνικής απόφασης κατά άρθρο 35 της ΕΣΔΑ[5]

ΙΙ. Η υποδοχή της Σύμβασης στο ελληνικό δίκαιο και η ελληνική δικαστηριακή πρακτική

Φυσικά η ισχύς της Σύμβασης και ακολούθως η κατάφαση αρμοδιότητας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τελούν υπό την αίρεση κύρωσης της πρώτης με εσωτερικό νόμο. Η χώρα μας έσπευσε να προβεί σε αυτή την κύρωση με τον ν.2329/1953, ανατράπηκε όμως η απόφαση αυτή κατά τη δικτατορία έως ότου επανήλθε με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ κατά το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος. Τονίζεται ότι σε αυτό το σημείο η Ελλάδα ακολούθησε διαφορετική πορεία από πολλά από τα συμβαλλόμενα κράτη, τα οποία προτίμησαν να διατηρήσουν την ΕΣΔΑ σε επίπεδο ισχύς απλού νόμου. Πάραυτα, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, η νομοθετική αυτή επιλογή δεν επιβεβαιώθηκε με τη δικαστηριακή μας πρακτική.

Συγκεκριμένοι τομείς όπως αυτοί της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και ιδίως στις μέρες μας, της απονομής δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο εμφανίζονται παραγκωνισμένοι από την προστασία που τους προσφέρει το δικαιοδοτικό σύστημα της ΕΣΔΑ γεγονός που μοιάζει παράδοξο δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις προσδίδουν στις διατάξεις του Συντάγματος μας.  Ενώ συνήθως η συνταγματική κάλυψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ευρύτερη από τη διεθνή τους κατοχύρωση, παρατηρούμε  εν προκειμένω μια εξειδίκευση της προστασίας. Για παράδειγμα, τη στιγμή που το Σύνταγμα περιορίζεται στο άρθρο 13 στην «ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως», το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ κάνει λόγο για «ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκεία». Με το Σύνταγμα λοιπόν , θεσπίζεται ένα minimum προστασίας το οποίο μοιάζει εύλογο να μην αποκλείει την ευρύτερη κάλυψη των αυτών δικαιωμάτων από κείμενα υποδεέστερης τυπικής ισχύος όπως η ΕΣΔΑ.[6]

Σε κάθε περίπτωση, τα ελληνικά δικαστήρια παρουσίαζονται άτολμα στην επίκληση της ΕΣΔΑ, ενώ οι διατάξεις της αναφέρονται παρακολουθητικά ως προς αυτές του Συντάγματος. Όπου διαπιστώνεται αντισυνταγματικότητα, συχνά γίνεται λόγος για αντίθεση στην ΕΣΔΑ και το αντίστροφο[7]. Με αυτό τον τρόπο παραβλέπεται η αυτοτελής της κανονιστικότητα, γεγονός που θέτει τη χώρα μας σε ευάλωτη θέση ως προς πιθανές καταδίκες από το ΕΔΔΑ για αγνόηση της νομολογίας του.

Ανακύπτει λοιπόν το ζήτημα της δέσμευσης των Ελλήνων δικαστών από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι στην εθνική μας έννομη τάξη, αυτή δεν αναγνωρίζεται ως πηγή δικαίου και στο άρθρο 87 §2 Σ, η δέσμευση των δικαστών ορίζεται ως προερχόμενη μόνο από το ίδιο το Σύνταγμα και τους νόμους, ασφαλές θα ήταν να λεχθεί ότι οι η νομολογία του ΕΔΔΑ δεν εξοπλίζεται με δεσμευτική ισχύ.  Δε θα πρέπει όμως να λησμονείται στο σημείο αυτό, ότι στα πλαίσια της υποχρέωσης προς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά άρθρο 93 §3 Σ σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 32 §1 της ΕΣΔΑ (αναγνώριση δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη μία και δικαιοδοσία ΕΔΔΑ ως προς τα θέματα ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων από την άλλη), τα εθνικά δικααστήρια υποχρεούνται σε αναφορά σχετικής με το κρινόμενο ζήτημα νομολογίας του ΕΔΔΑ, όπου αυτή υφίσταται. Η υποχρέωση αυτή πάντως δε θα πρέπει να εξικνείται ως τα όρια του ανέφικτου, αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και η δυσχέρεια παρακολούθησης από τον Έλληνα δικαστή της νομολογίας του ΕΔΔΑ και ίσως να ληφθούν μέτρα προς τη διευκόλυνση της.

ΙΙΙ. Ειδικότερα η δεσμευτικότητα της νομολογίας του ΕΔΔΑ και η εκτέλεση των αποφάσεων του σε εθνικό επίπεδο

Αναγόμενοι στη ρύθμιση του άρθρου 46 §1 ΕΣΔΑ διαπιστώνουμε ότι η ισχύς του δεδικασμένου και η εκτέλεση απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων. Παρόλα αυτά, αναφέρθηκε ήδη ότι η λειτουργία του ΕΔΔΑ δεν εξαντλείται στην επίλυση μίας μεμονωμένης υπόθεσης αλλά  αφορά και στην ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης.

Πράγματι, και το ίδιο το ΕΔΔΑ φαίνεται να αντικρούει τα στενά όρια του υποκειμενικού δεδικασμένου των αποφάσεων του. Κάθε δικαιοδοτική κρίση δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως διευθέτηση μίας ατομικής περίστασης αλλά ως σημείο διευκρινιστικό και προστατευτικό του κανονιστικού περιεχομένου της ΕΣΔΑ[8]. Η δυναμική αυτή της νομολογίας του ΕΔΔΑ οδήγησε σε άτυπη συμμόρφωση πολλών κρατών σε αυτή επ’απειλή πιθανής καταδίκης και φυσικά υψηλής αποζημίωσης σε περίπτωση αντίθετης εθνικής κρίσης, καίτοι άμεση υποχρέωση συμμόρφωσης δεν προκύπτει από το γράμμα της Σύμβασης[9].

Για την κατάφαση της δεσμευτικότητας του νομολογιακού προηγουμένου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου μπορεί να προβληθεί και ένα τελελογικό επιχείρημα. Τα συμβαλλόμενα θέτουν στο προοίμιο της ΕΣΔΑ ως επιδίωξη τη συλλογική εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων κααι ελευθεριών του ατόμου. Πώς όμως θα μπορούσε να γίνεται λόγος για επίτευξη αυτού του σκοπού αν υπήρχε ανομοιομορφία ως προς τη δικανική κρίση; Αν έκαστο μέλος είχε τη δυνατότητα να ερμηνεύει τις διατάξεις της Σύμβασης κατά το δοκούν; Κρίνεται πρακτικά αναγκαία λοιπόν η κοινή ερμηνευτική κατεύθυνση όλων με βάσει το δεδικασμένο που αναπτύσσουν οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, με πάντοτε υφιστάμενη βέβαια την επιφύλαξη ως προς τη δυνατότητα του να αποφασίζει με τεκμήριο αυθεντίας.

Τα ανωτέρω αφορούν κυρίως στο «ερμηνευτικό» δεδικασμένο. Ως προς το «ουσιαστικό» όμως δεδικασμένο τηρείται αυστηρότερη στάση. Ενώ δηλαδή ένα κράτος δύναται να παρεκκλίνει από την ερμηνεία που δέχεται το ΕΔΔΑ , αν επιτύχει αρκετή θεμελίωση της θέσης του, επί παραβίασης διάταξης της ΕΣΔΑ η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι αμετάκλητη, άρα απρόσβλητη με κάθε ένδικο μέσο[10].

Τα εθνικά μας δικαστήρια δε δέχτηκαν πάντοτε αβασάνιστα την παραπάνω θέση.  Ακριβές παράδειγμα αντίστασης, αυτό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που επιχειρηματολόγησε κατά της δέσμευσης του προς συγκεκριμένη δικαστηριακή κρίση (αναγνώριση σωματείου) με βάση την απουσία ιεραρχικής κλίμακας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Συγκεκρίμενα, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν αποτελεί αναθεωρητικό ή ακυρωτικό δικαστήριο και επομένως δε δικαιούται σε ακύρωση ή αναίρεση απόφασης που έχει κριθεί αμετάκλητα σε εθνικό επίπεδο.

Πράγματι, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ ουδέποτε οδηγούν σε κατάργηση της εθνικής απόφασης απευθείας. Προτρέπουν απλώς σε σύμφωνη με αυτές εθνική αντιμετώπιση της ταυτής υπόθεσης. Στο σημείο όμως αυτό ανακύπτει ένας νέος προβληματισμός: Τι ισχύει σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι αποδέκτες της «υποχρέωσης συμμόρφωσης» όπως αυτή ήδη αναλύθηκε δεν είναι απλά τα κράτη ως υποκείμενα διεθνούς δικαίου αλλά και τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα;

Εκκινούμε από τη διαπίστωση ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης. Επί καταψηφιστικών αποφάσεων το κράτος ενέχεται σε αποζημίωση ενώ επί αναγνωριστικών υφίσταται διάκριση. Αν δε διαπιστωθεί παράβαση δικαιώματος προστατευόμενου από τη Σύμβαση, το κράτος δεν ενέχεται. Αν αντίθετα διαπιστωθεί τέτοια παράβαση, προβλέπεται ειδική υποχρέωση προς πράξη ή παράλειψη. Γίνεται κατανοητό όμως ότι η διαπίστωση αυτή οδηγεί ως μοχλός πίεσης στο κράτος να προβεί το ίδιο στην νομικά επιβαλλόμενη ενέργεια, με τα μέσα που το ίδιο κρίνει πρόσφορα[11].

Η άτυπη αυτή υποχρέωση απορρέει από το χαρακτήρα της ΕΣΔΑ ως διεθνούς συνθήκης και της αρχής ότι όπου δεν υφίστανται ειδικότερες ρυθμίσεις ισχύουν οι γενικοί κανόνες. Κατά το Διεθνές Δίκαιο λοιπόν, επί παραβάσεως το εναγόμενο κράτος οφείλεται σε παύση της προσβολής, επανόρθωση της προκληθείσας βλάβης και τη λήψη μέτρων για αποφυγή επανάληψής της στο μέλλον[12]. Εν προκειμένω, γενεσιουργός αιτία της παραβίασης είναι συνήθως μία δικαστική απόφαση ή μία διοικητική πρακτική και άλλη οδός προς παύση και αποτροπή περαιτέρω ζημίας πέρα από την έκδοση αντίθετης απόφασης και παύσης της πρακτικής αντίστοιχα,δε νοείται.

Διαφωτιστική σε αυτό το σημείο είναι η υπόθεση Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας στο διατακτικό της οποίας σημειώνεται ότι : “ μία απόφαση στην οποία το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση δεν επιβάλλει στο υπαίτιο κράτος μόνο τη νομική υποχρέωση να καταβάλλει στους θιγόμενους το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάσθηκε μέσω της δίκαιης ικανοποίησης, αλλά και να επιλέξει, υποκείμενο στην εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών, τα γενικής και/ ή, αν είναι πρόσφορο ατομικής φύσης μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν στην εγχώρια έννομη τάξη τους, για να τεθεί τέρμα στην παραβίαση που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο και ν αεπανορθωθούν, όσο είναι δυνατόν, οι συνέπειες».

IV. Ειδικότερα η συμμόρφωση (; ) της Ελλάδας στις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ

Το σύνολο των υποχρεώσεων που θέσπισε για τα συμβαλλόμενα κράτη το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ δεν υπήρξε πάντοτε προϊόν πλήρους κατανόησης στα ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Με την πάροδο των ετών παρατηρήθηκε ότι δημιουργήθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων ως προς τις οποίες η δικαστική επίλυση καθυστερούσε αισθητά. Πρώτον, η άρνηση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν προς τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων. Δεύτερον, η ελλιπής εφαρμογή των διατάξεων του ΚποινΔ για την αποζημίωση επί παρανόμου κρατήσεως και τέλος, η αδυναμία διαγραφής από το ποινικό μητρώο καταδικασθέντων αδίκως λόγω παράβασης της ΕΣΔΑ.

Η ανωτέρω πραγματικότητα οδήγησε σε συνεχή προσπάθεια της Ελλάδας να επιδείξει καλή θέληση προς το Συμβούλιο της Ευρώπης με σχετική ενημέρωση ως προς νομοθετικές ρυθμίσεις, διοικητικά μέτρα αλλά και δικαστικές αποφάσεις που έκλιναν προς την εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, την παρακολούθηση της προόδου αυτής έχει αναλάβει από εθνικό επίπεδο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αλλά σημειώνεται και η παράλληλη συμβολή ανεξαρτήτων αρχών όπως ο Συνήγορος του Πολίτη.

Σημειώνεται όμως ότι ο όγκος των καταδικών εις βάρος της Ελλάδας από την αναγνώριση του δικαστηρίου του Στρασβούργου το 1985 ξεπερνά το μισό τοις χιλιοις και μετράμε…

Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής:

Κοκκινάκης κατά Ελλάδας (ποινικές καταδίκες Μαρτύρων του Ιεχωβά για προσηλυτισμό- αντίθεση με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ)

Παπαμιχαλόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας (προστασία της ιδιοκτησίας από υπέρμετρη κρατική δέσμευση- αντίθεση στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου)

Πασχαλίδης και άλλοι κατά Ελλάδας (υπερβολική διάρκεια δίκης – αντίθεση με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ)

Δε θα πρέπει να παραβλέπονται πάντως και οι ενέργειες του εθνικού νομοθέτη προς τη «σωστή κατεύθυνση», όπως η αναθεώρηση του άρθρου 95 §5 Σ για την εφαρμογή εκ μέρους της διοίκησης των δικαστικών αποφάσεων, η εξάλειψη της προνομιακής μεταχείρισης του δημοσίου κατά τον υπολογισμό δικονομικής προθεσμίας (Υπόθεση Πλατάκου), η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 4 Σ σχετικά με την εναλλακτική θητεία (Υπόθεση Θλιμμένος) κ.ά.

Ύστατη δυστοκία παρουσιάζεται δυστυχώς ακόμη και σήμερα σε ό,τι αφορά τις παραβιάσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, το οπολιο καθιερώνει την «εντός εύλογης προθεσμίας» έκδοση των δικαστικών αποφάσεων. Επ’αυτού η καθημερινή πρακτική επιβεβαιώνει περισσότερα από όσα κάθε ανάλυση θα μπορούσε…

V. Νομοθετική αντιμετώπιση της καταδίκης από το ΕΔΔΑ σε εθνικό επίπεδο

Στα πλαίσια της εθνικής προσπάθειας συμμόρφωσης προς το πνεύμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και συγκεκριμένα του άρθρου 46 §1 ΕΣΔΑ, η πρόβλεψη δικονομικής πρόσβασης στα ελληνικά δικαστήρια επί καταδίκης της χώρας συνιστά υποχρέωση που υλοποιήθηκε νομοθετικά με την προσθήκη της παραγράφου 5 στο άρθρο 525 ΚποινΔ  περί επανάληψης της διαδικασίας με τον ν.2865/2000. Συγκεκριμένα, ο αμετακλήτως καταδικασθείς δικαιούται να επικαλεστεί απόφαση του ΕΔΔΑ με την οποία διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Στην έννοια του δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της τηρηθείσης διαδικασίας υπάγονται όλα τα δικαιώματα και ελευθερίες του τίτλου Ι της ΕΣΔΑ (άρθρα 2-18 ) και όσα δικαιώματα καθιερώνονται με Πρόσθετα Πρωτόκολλα.

Οι ειδικότερες καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σε βάρος της χώρας μας, κατ’ ακολουθία των οποίων θεμελιώθηκε ο σχετικος λόγος επανάληψης της διαδικασίας συναπαρτίζουν τρεις επί μέρους κατηγορίες περιπτώσεων παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας:

•      μη παροχή επαρκούς χρόνου και αναγκαίων ευκολιών στον κατηγορούμενο προς προετοιμασία της υπεράσπισής του,

•        παραβίαση δικαιώματος κλήτευσης και εξέτασης μαρτύρων και

•        μη εύλογη χρονικά εκδίκαση της υπόθεσης

Εάν το ΕΔΔΑ διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ως προς τη λογική προθεσμία εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης, επιβάλλεται η επανάληψη της διαδικασίας, με σκοπό να θεραπευτεί η παραβίαση με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων υπέρ του καταδικασθέντος. Σε αυτά περιλαμβάνεται η μείωση της επιβληθείσης ποινής, η εκ νέου επιμέτρηση της ποινής με την αναγνώριση ελαφρυντικών, επειδή η παρέλευση του εύλογου χρόνου θεωρείται ελαφρυντική περίσταση (ΠΚ 83 και 84§ 1) έως και η αθώωση του.

Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν αποδέχεται την επανάληψη της διαδικασίας στην περίπτωση αυτή με το επιχείρημα ότι η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δεν είχε επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου[13].

 Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Η αναγνώριση του δικαιώματος ατομικής προσφυγής κατά το άρθρο 25 της  ΕΣΔΑ αποτέλεσε ένα αποφασιστικό βήμα προς τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τόσο σε διεθνές επίπεδο (ως ultimum refugium) όσο και σε εθνικό (ως μέσο αποτροπής παραβάσεων).

Ενισχύθηκε η νομική φαρέτρα του ιδιώτη-διοικουμένου που ενδεχομένως αντιμετωπίζει φαινόμενο κρατικής αυθαιρεσίας ή ολιγωρίας αφενός και δόθηκε ένα ακόμη μέσω ευρωπαϊκής ενοποίησης μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών υπό την έννοια της  δημόσιας τάξης.

Το σύστημα και η λειτουργία της ΕΣΔΑ και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έως τώρα έχουν αποδείξει ότι πέρα από τις καλές προθέσεις των συνυπογραφόντων απαιτούνται και αυστηρές εθνικές ενέργειες, η πραγμάτωση των υπεσχημένων.

Οι συνεχείς καταδίκες της χώρας μας, παρά τις όποιες ουσιαστικές αλλά κι ενίοτε προσχηματικές εθνικές ρυθμίσεις, δεν μπορούν παρά να αποτελούν ένα κώδωνα για το δικαιικό μας σύστημα. Όχι τόσο ως προς τη θεμελίωση του όσο ως προς την αποτελεσματικότητα, την εγρήγορση, την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις καθημερινές ανάγκες των αιτούμενων δικαστική προστασία.

Κι ενώ η απουσία ουσιαστικής «ποινής» προς τα κράτη από το ΕΔΔΑ (συνήθως η επιβαλλόμενη αποζημίωση παρουσιάζεται συμφερότερη από την προτεινόμενη ρύθμιση) δικαιολογεί τη ραθυμία ή ίσως την εγγενή αδυναμία συμμόρφωσης λόγω φόρτου και πολυπλοκότητας ης ύλης, είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να αποκτήσουν τα διεθνή κείμενα δια της πραγμάτωσης τους την αληθινή τους διάσταση ως κείμενα απονέμοντα δίκαιο.



[1] Βλ.Κιστάκης Γ., «Οι αποφάσεις ποινικού ενδιαφέροντος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Ανθρώπου, έτους 2000, Μέρος Ι: Οι δικονομικές εγγυήσεις στην ποινική δίκη- Το δικαιώμα σε δίκαιη ποινική δίκη», ΠοινΔικ 7/2001, σελ.773 επ., όπου σημειώνεται η ανυπαρξία προληπτικής λειτουργίας των αποφάσεων του ΕΔΔΑ καίτοι οι περισσότερες παρουσιάζουν ομοφωνία περί την κρίση.

[2] Βλ. Φραγκοπούλου Α, «Η ατομική προσφυγή μετά το 11ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ», ΝοΒ 2000, σελ.888 επ.

[3] Μίντσης Γ., «Η διακρατική προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων- Σύγκριση προς τα λοιπά ένδικα βοηθήματα του Διεθνούς Δικαίου», Αρμ 2/2000, σελ. 176 επ.

[4] Εν προκειμένω είναι δυνατό να συγχωρηθεί από το Δικαστήριο τυχόν με εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων, αν αποδειχθούν περιστάσεις που τον απαλλάσουν όπως κατ’επανάληψη ανοχή από το Κράτος διοικητικής πρακτικής αντιβαίνουσας στη Σύμβαση.

[5] Κατά κρατούσα άποψη η προθεσμία εκκινεί από την καθαρογραφή της αποφάσεως και όχι από την ημέρα δημοσίευσης στα βιβλία του δικαστηρίου, καθώς τότε δύναται το πρώτον να λάβει γνώση αυτής ο ενδιαφερόμενος διάδικος.

[6] Βλ. Δαγτόγλου Π.Δ., Ατομικά Δικαιώματα, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2005, σελ.42-45.

[7] Βλ. Ενδεικτικά: ΣτΕ 1802/1986, ΣτΕ 395/1978.

[8] Βλ. Υπόθεση Ιρλανδίας κατά Ηνωμένου Βασιλείου.

[9] Βλ. Ποδηματά Ε, Σκέψεις για το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα αποφάσεων του ΕυρΔΔΑ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ΕλλΔνη 2000, σελ. 327.

[10] Βλ. Υπόθεση Ringeisen κατά Αυστρίας

[11] Βλ. Υπόθεση Marckx κατά Βελγίου

[12] Βλ. Μαρούδα Ντ., Η διεθνής ευθύνη για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, Η κρατική και ατομική ευθύνη σε κίνηση, Αθήνα Κομοτηνή, 2006, σελ.371.

[13] Βλ. Ενδεικτικά ΑΠ 159/2005 όπου κρίθηκε ότι «η αίτηση καθ’ ο μέρος έχει αυτό το περιεχόμενο είναι απαράδεκτη και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι ούτε ο αιτών επικαλείται ούτε και προκύπτει ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσής του, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕυρΔΔΑ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών που τον καταδίκασαν για κακουργηματική απάτη».

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.