Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη – Η περίπτωση των βασανιστηρίων

1398772Η απαγόρευση χρήσης και αξιοποίησης ορισμένων αποδεικτικών μέσων αποτελεί έκφανση της αρχής των αποδεικτικών απαγορεύσεων, σύμφωνα με την οποία η έννομη τάξη θέτει ορισμένους περιορισμούς στην υποχρέωση και εξουσία των οργάνων της ποινικής διαδικασίας για διαλεύκανση της υπόθεσης, δηλ. για αυτεπάγγελτη έρευνα, αναζήτηση, ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας με κάθε διαθέσιμο και χρήσιμο αποδεικτικό μέσο. Οι εν λόγω απαγορεύσεις είτε θεσπίζονται ευθέως από τον νόμο ή το Σύνταγμα είτε δεν ρυθμίζονται μεν από συγκεκριμένες διατάξεις, αλλά προκύπτουν σαν αποτέλεσμα συγκεκριμενοποιήσεως μιας διάταξης του νόμου ή του Συντάγματος. Η ύπαρξη των αποδεικτικών απαγορεύσεων δικαιολογείται γιατί υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα, δηλ. ορισμένα συμφέροντα τα οποία προστατεύονται και υπερισχύουν κάποιες φορές από την ποινική αξίωση της πολιτείας και επομένως η σύγκρουση αυτή επιβάλλει και αυτές τις απαγορεύσεις.

1. Έννοια και σκοπός των αποδεικτικών απαγορεύσεων

Οι «αποδεικτικές απαγορεύσεις» είναι θεσμός του ποινικού δικονομικού συστήματος, αντικείμενο του οποίου αποτελούν όλοι οι νομικοί κανόνες που θέτουν περιορισμούς στην εν ευρεία έννοια αποδεικτική διαδικασία, δηλ. τόσο στην απόκτηση όσο και στην αξιοποίηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων σε όλα τα στάδια της ποινικής δίκης. Στην γερμανική και ελληνική επιστήμη οι αποδεικτικές απαγορεύσεις διακρίνονται σε επιμέρους κατηγορίες, με σημαντικότερη τη διάκριση που προκύπτει από τον ίδιο τον ορισμό σε απαγορεύσεις κτήσης και σε απαγορεύσεις αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου.

 «Κτήση» του αποδεικτικού υλικού είναι η διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με τη διάπραξη ενός εγκλήματος, η οποία περατούται στο χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο το αποδεικτικό υλικό τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής. Οι απαγορεύσεις κτήσης με τους περιορισμούς που θέτουν στη συγκέντρωση αποδείξεων αποτελούν εξαίρεση από τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας.

 «Αξιοποίηση» του αποδεικτικού υλικού είναι η επεξεργασία του περιεχομένου του, αρχομένης από τη λήψη γνώσης αυτού από την αρμόδια αρχή και διαρκούσης καθ’ όλης της έκτασης αξιολόγησής του. Οι απαγορεύσεις αξιοποίησης με τους περιορισμούς που θέτουν στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού συνιστούν εξαίρεση από την αρχή της ηθικής απόδειξης.

Οι απαγορεύσεις αξιοποίησης διακρίνονται περαιτέρω σε εξαρτημένες (μη αυτοτελείς) και σε ανεξάρτητες (αυτοτελείς). Οι εξαρτημένες προϋποθέτουν την προηγούμενη παράνομη συλλογή του αποδεικτικού υλικού, οπότε εμφανίζονται ως επακόλουθο παραβίασης συγκεκριμένης απαγόρευσης απόκτησης αποδείξεων, ενώ οι αυτοτελείς καταφάσκονται ανεξάρτητα από προηγούμενη παράνομη δραστηριότητα διωκτικών αρχών ή ιδιωτών κατά την απόκτηση του αποδεικτικού υλικού, που η αξιοποίηση από μόνη της θα πρόσβαλε θεμελιώδη έννομα αγαθά του ατόμου.  Οι περισσότερες αυτοτελείς αποδεικτικές απαγορεύσεις προκύπτουν ερμηνευτικά από διατάξεις του Συντάγματος, όθεν ονομάζονται και «συνταγματικές». Ο σκοπός των αποδεικτικών απαγορεύσεων συνίσταται στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών του ατόμου και της κοινωνικής ολότητας, τα οποία τίθενται σε κίνδυνο από την δράση των οργάνων ποινικής καταστολής. Η ratio της θέσπισης των αποδεικτικών απαγορεύσεων έγκειται στην αναγνώριση εκ μέρους της δικαιικής τάξης της υπεροχής ορισμένων αξιών έναντι της ανάγκης για την ποινική δίωξη ενός εγκλήματος. Ωστόσο τα προστατευόμενα από τις αποδεικτικές απαγορεύσεις θεμελιώδη δικαιώματα και έννομα αγαθά δεν μπορούν να υπερέχουν σε όλες τις περιπτώσεις συγκρούσεων με την αντίρροπη, ομοίως συνταγματικά κατοχυρωμένη οπότε και τυπικώς ισοδύναμη, αξία της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης.

2. Οι αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ελληνική έννομη τάξη

Διάσπαρτες ήταν οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που θέσπιζαν αποδεικτικές απαγορεύσεις. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο προβληματισμός και ο διάλογος μεταξύ των θεωρητικών σε διεθνές επίπεδο, οδηγεί σε σειρά σχετικών διατάξεων στο Σύνταγμα, τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τον Ποινικό Κώδικα και σε ειδικούς ποινικούς νόμους.

Έτσι, με το α. 15 του Ν. 1872/1988 κυρώθηκε η Σύμβαση του Ο.Η.Ε. «κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας», η οποία εισάγει απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσης που αποτελεί προϊόν βασανιστηρίων, καθότι η τελευταία προσβάλλει κατάφωρα τον πυρήνα της ανθρώπινης αξίας και μετατρέπει τον κατηγορούμενο σε αντικείμενο της ποινικής καταστολής. Η ρύθμιση αυτή συμπλέει με τις διατάξεις των α. 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 Σ.

Σημαντική ήταν η προσθήκη της παρ. 2 στο ά. 177 ΚΠΔ με την παρ. 7 του α. 2 Ν. 2408/1996, με την οποία θεσπίστηκε για πρώτη φορά η γενική απαγόρευση αξιοποίησης εις βάρος του κατηγορουμένου των αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις, εκτός εάν επρόκειτο για κακουργήματα που απειλούνται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και εφόσον είχε εκδοθεί για το ζήτημα αυτό αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου· η εν λόγω διάταξη αναθεωρήθηκε με το α. 10 παρ. 2 του ν. 3674/2008, ενώ με τον ίδιο νόμο επήλθαν τροποποιήσεις στις διατάξεις που προστατεύουν το απόρρητο της επικοινωνίας.

Πάντως, η πανσπερμία νομοθετημάτων και οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις – ενίοτε βιαστικές, εκκινούσες από πολιτικές σκοπιμότητες – δημιούργησαν ερμηνευτικές δυσχέρειες και ανασφάλεια δικαίου περί των αποδεικτικών απαγορεύσεων, καθιστώντας δυσχερές το έργο της επιστήμης και της νομολογίας.

3. Ρύθμιση πριν και μετά το Ν. 3674/2008

Η παρ. 2 του ά. 177 ΚΠΔ προστέθηκε με τη διάταξη του ά. 2 παρ. 7 Ν. 2408/1996 και όριζε αρχικά: «αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δε λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη η ποινική όμως δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης».

Μετά την αντικατάστασή της δυνάμει του ά. 10 παρ. 2 ν. 3674/08 έχει ως εξής «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δε λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία».

Υποστηρίζεται ότι πρόκειται για απόλυτη αποδεικτική απαγόρευση, καθότι κάθε αξιόποινη απόκτηση ενός αποδεικτικού υλικού έλκει και την απαγόρευση αξιοποίησής του. Η βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει τη στάθμιση στις εν λόγω περιπτώσεις προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίησή της.

4. Χρήση και αξιοποίηση των αποδεικτικών απαγορεύσεων

Ομόφωνα γίνεται δεκτό ότι η χρήση αποδεικτικών μέσων αποκτηθέντων κατά παράβαση του Συντάγματος δεν επιτρέπεται. Σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη, «απαγορευμένη θα πρέπει να είναι η χρησιμοποίησις του παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου όπου η παρανομία της κτήσεως έχει διαρκές δικονομικόν αντίκρυσμα … Τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτήθησαν παρανόμως εξωδιαδικαστικώς … θα πρέπει ουχ ήπον να απαγορεύωνται οσάκις η χρησιμοποίησις αύτη ενέχει προσβολήν του απαραβιάστου πυρήνος ενός συνταγματικώς προστατευομένου ατομικού δικαιώματος ή πάντως προσβολήν του τελευταίου τούτου τοιαύτην, ώστε να μην ισοφαρίζεται από την επερχόμενην, ενδεχομένως, εξυπηρέτησιν της ποινικής καταστολής».

Σύμφωνα με τον Λ. Μαργαρίτη «επιτρέπεται η αξιοποίηση αποδεικτικών μέσων που αποτελούν προϊόντα παραβιάσεως όχι αυξημένης ισχύος διατάξεων. Αντίθετα, απαγορεύεται η αξιοποίηση αποδεικτικών μέσων που αποτελούν προϊόντα παραβιάσεως αυξημένης ισχύος διατάξεων, όπως κύρια και κατά πρώτο λόγο, διατάξεων συνταγματικών… Οι διατάξεις των άρθρων 178-179 ΚΠΔ επιτρέπουν την αναζήτηση κάθε νομίμου αποδεικτικού μέσου και απαγορεύουν την αξιοποίηση αποδεικτικού μέσου που προέρχεται από παραβίαση αυξημένης ισχύος κανόνων. Η διάταξη του άρθρου 177 ΚΠΔ επιτρέπει την ελεύθερη εκτίμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων καθώς και εκείνων που προέρχονται από παραβίαση κανόνων όχι αυξημένης ισχύος.

Σχετικά με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ο Ανδρουλάκης υποστηρίζει ότι «κανένα δικαστήριο δεν μπορεί, χωρίς ζημία της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να βασιστεί σε αποδείξεις που αποκτήθηκαν όχι μόνο με άδικα μέσα, αλλά πάνω απ’ όλα με παράνομα. Αν πράξει έτσι, η δίκη δεν μπορεί να είναι δίκαιη σύμφωνα με το νόημα της ΕΣΔΑ». Σύμφωνα με την πάγια θέση του ΕΔΔΑ, η χρήση ενός παράνομου αποδεικτικού μέσου για τη θεμελίωση ενοχής του κατηγορουμένου δε συνεπάγεται απαραίτητα παραβίαση του α. 6 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι οι κανόνες αποδοχής και αξιοποίησης των αποδείξεων στην ποινική δίκη ρυθμίζεται πρωτίστως από το εθνικό δίκαιο και επαφίεται στην κρίση των εθνικών δικαστών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξετάζει κατά κύριο λόγο τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να προβάλει ενστάσεις κατά των επιβαρυντικών για τον ίδιο αποδεικτικών μέσων και την επαρκή εξέταση των καταγγελιών του από το δικαστήριο της ουσίας.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν εντάσσεται στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ η περίπτωση των ανεξάρτητων απαγορεύσεων αξιοποίησης, ήτοι αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν νόμιμα και των οποίων η αξιοποίηση ενδεχομένως προσβάλλει έννομα αγαθά. Εδώ η αναγνώριση και η θεμελίωσή τους συναρτάται άμεσα από την αρχή της στάθμισης διότι το δικαιικό μας σύστημα επιδιώκει την ισορροπία μέσα από μία προσπάθεια αξιοποίησης αντιτιθέμενων συμφερόντων. Έτσι, όταν υπάρχει νόμιμη συλλογή αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των κρατικών οργάνων, το αποφασιστικό κριτήριο για την κατάφαση μιας απαγόρευσης αξιοποίησης είναι η ίδια η αξιοποίησή του, που θα προσέβαλε συνταγματικά κατοχυρωμένα θεμελιώδη δικαιώματα και συγκεκριμένα τον πυρήνα των καθ` έκαστον ατομικών δικαιωμάτων.

Και βεβαίως, σε μία μόνο περίπτωση δεν νοείται στάθμιση και η απαγόρευση απόκτησης οδηγεί αυτομάτως σε απαγόρευση αξιοποίησης : όταν προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή ο πυρήνας των ατομικών δικαιωμάτων, π.χ. απόσπαση ομολογίας με βασανισμό.

Πάντως, εν προκειμένω, και πέρα από τις θεωρίες, όπως του «προστατευτικού σκοπού του κανόνα δικαίου» και της «στάθμισης» ή «του πυρήνα» των αντικρουόμενων συμφερόντων (αρχή αναλογικότητας, ά. 25 παρ. 1 Σ), ορθότερη φαίνεται η άποψη περί του περιορισμού της συλλογής παράνομου αποδεικτικού υλικού, εφόσον η απόκτηση συχνά ταυτίζεται με την αξιολόγηση. Οπότε, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης στις ρυθμισμένες από το νομοθέτη αποδεικτικές απαγορεύσεις και η αποδοχή της θεωρίας της στάθμισης στις αρρύθμιστες μόνο περιπτώσεις. Εάν οι αρμόδιες Αρχές και οι ιδιώτες γνωρίζουν ότι οι ρυθμισμένες αποδεικτικές απαγορεύσεις οδηγούν σε μια απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης του αποκτηθέντος υλικού, θα είναι φειδωλοί στην συγκέντρωσή του κατά παράβαση των οικείων διατάξεων.
Ως προς την απώτερη επενέργεια των αποδεικτικών απαγορεύσεων, διατυπώθηκε από το αγγλοσαξονικό δίκαιο το δόγμα των «καρπών του δηλητηριώδους δέντρου» (fruits of the poisonous tree doctrine), : οι αποδεικτικές απαγορεύσεις εκτείνονται και στα παράγωγα αποδεικτικά στοιχεία, αποσκοπώντας στην αποτροπή των ανακριτικών υπαλλήλων από παραβάσεις των προστατευτικών για τους πολίτες διατάξεων, οι οποίες κατά κανόνα απολαύουν συνταγματικού κύρους, καθώς και την ηθικά απαράδεκτη καταδίκη που στηρίζεται στην παρανομία.

Προκειμένου να συνδυάσει τις αντιτιθέμενες απόψεις, η αμερικανική νομολογία δέχτηκε ότι η αξιοποίηση των «καρπών» αυτών είναι επιτρεπτή όταν συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι τα διωκτικά όργανα θα οδηγούνταν ούτως ή άλλως στα ίδια ακριβώς αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο μιας καθ’ όλα νόμιμης διαδικασίας (εναλλακτική νόμιμη διαδικασία). Στην υπόθεση Nix. V. Williams το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) δέχτηκε ότι το πτώμα που βρέθηκε μετά από ομολογία του κατηγορουμένου, η οποία αποσπάστηκε με δικονομικώς απαράδεκτες μεθόδους, είναι αξιοποιήσιμο αποδεικτικό μέσο, διότι θα ανευρίσκετο ούτως ή άλλως στο πλαίσιο της ήδη αρξάμενης έρευνας.

Στην Ελλάδα, με το ά. 177 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο – και πριν και μετά την τροποποίησή του – απαγορεύει την αξιοποίηση των αποδείξεων που αποκτήθηκαν «μέσω» αξιόποινων πράξεων, “Έκθεση του ν. 2408/1996”, δεν κάνει λόγο για την ερμηνεία την φράσης αυτής, ωστόσο γίνεται δεκτό ότι μέσω αυτής αναγνωρίζεται νομοθετικά η θεωρία «των καρπών του απαγορευμένου δέντρου», εκδοχή απόλυτα σύμφωνη με τη ratio των αποδεικτικών απαγορεύσεων.

5. Βασανιστήρια και αποδεικτικές απαγορεύσεις

Τα βασανιστήρια και οι συναφείς μέθοδοι απόσπασης πληροφοριών αποτελούν άμεση και κατάφωρη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στην ελληνική έννομη τάξη αυτό συνάγεται από άρθ. 7 παρ. 2 Σ όπου προστατεύεται η σωματική και ψυχική ακεραιότητα. Οποιαδήποτε ομολογία ή κατάθεση έχει αποσπασθεί μέσω βασανιστηρίων βεβαίως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο. Εκτός του ελληνικού Συντάγματος, παρόμοια πρόβλεψη διατυπώνεται ρητά και στο άρθρο 15 της Σύμβασης του ΟΗΕ.

Η απαγόρευση χρήσης βασανιστηρίων εντάσσεται στις αποδεικτικές απαγορεύσεις και μάλιστα αποτελεί απόλυτη απαγόρευση λόγω της σαφούς καθιέρωσής της τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Με τον όρο «βασανιστήρια» δηλώνεται η επιβολή σωματικού ή και ψυχικού πόνου με πράξη ή παράλειψη των αρχών αποσκοπώντας στην απόσπαση ομολογίας, κατάθεσης ή πληροφοριών ή απλά στον εξευτελισμό του θύματος. Ως πόνος θεωρείται κάθε έντονο ή δυσάρεστο συναίσθημα και διακρίνεται σε ψυχικό ή σωματικό. Ο σωματικός πόνος, σε αντίθεση με τον ψυχικό, αποτελεί πάντοτε βασανιστήριο. Για τον ψυχικό απαιτούνται δύο επιπρόσθετα στοιχεία : η επιδίωξη υποταγής της θέλησης ή ο εξευτελισμός του βασανιζομένου.

«Ανθρώπινη αξιοπρέπεια» είναι η αξία που πρέπει να έχει ο άνθρωπος ως λογικό και συνειδητό ον, ως πρόσωπο που προσβάλλεται από πράξεις που τον υποβιβάζουν στο επίπεδο του ζώου ή του πράγματος, δηλ. ενός αντικειμένου ή μέσου για την επίτευξη ενός αλλότριου σκοπού. Τέτοιες πράξεις είναι κατ’ εξοχήν τα βασανιστήρια με τα οποία ο δράστης εκμεταλλευόμενος τον ανθρώπινο πόνο, επιδιώκει να χρησιμοποιήσει το θύμα του για την εκπλήρωση του σκοπού του προσβάλλοντας έτσι την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το κατ’ εξοχήν προστατευόμενο έννομο αγαθό και συνάμα πυρήνα όλων των άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών αγαθών (ανθρώπινη ζωή, σωματική ακεραιότητα, τιμή, γενετήσια αξιοπρέπεια) τα οποία πλήττονται από τη χρήση βασανιστηρίων.

Με το α. 15 του Ν. 1872/1988 κυρώθηκε η Σύμβαση του Ο.Η.Ε. «κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας», η οποία εισάγει απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσης που αποτελεί προϊόν βασανιστηρίων, καθότι η τελευταία προσβάλλει κατάφωρα τον πυρήνα της ανθρώπινης αξίας και μετατρέπει τον κατηγορούμενο σε αντικείμενο της ποινικής καταστολής. Η ρύθμιση αυτή συμπλέει με τις διατάξεις των α. 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 Σ.

Επομένως, η συνταγματική απαγόρευση ισχύει γενικώς και ανεξαιρέτως καθώς η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί τη βασικότερη αρχή του κράτους δικαίου και θεμέλιο λίθο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όποιο κράτος συστηματικά ανέχεται (πολλώ δε μάλλον οργανώνει) βασανιστήρια, βρίσκεται σε κατάσταση βαρβαρότητας. Για τα αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των διατάξεων που προστατεύουν την αξία του ανθρώπου, τότε η κύρωση του ανίσχυρου απορρέει ευθέως από το άρθ. 2 παρ. 1 Σ. Και, αν ο νομοθέτης δεν είχε προβλέψει την κύρωση του ανίσχυρου, ο δικαστής υποχρεούται από το Σύνταγμα να την επιβάλλει. Και αυτό κατ’ αρχήν και κατά πρώτο λόγο αφορά ομολογίες, καταθέσεις, κλπ που αποσπώνται με βασανιστήρια.

6. Παραδείγματα αστυνομικής βίας

Βαρύτερες μορφές αστυνομικής βίας οι οποίες κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εμπίπτουν στην έννοια των βασανιστηρίων, εφόσον πρόκειται για πράξεις που ασκούνται χωρίς να έχουν καταστεί απολύτως αναγκαίες από τη συμπεριφορά των κρατουμένων, είναι ο ξυλοδαρμός και η πρόκληση σωματικών βλαβών για απόσπαση ομολογίας, το δέσιμο, οι εξυβρίσεις, οι απειλές, η στέρηση ύπνου και η μείωση τροφής με σκοπό την τιμώρηση ατόμων που βρίσκονται υπό κράτηση καθώς και η κάθε παρόμοια εξευτελιστική για το ανθρώπινο ον μεταχείριση. Οι συμπεριφορές αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται πολλές φορές τα βασανιστήρια κατά ανθρώπων που έχουν το τεκμήριο της αθωότητας αφού δεν έχει αποδειχτεί ακόμη η ενοχή τους.

Πάντως, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αν ένα άτομο είναι σε καλή κατάσταση υγείας όταν τίθεται υπό κράτηση, ενώ όταν απολύεται φέρει τραύματα, το κράτος οφείλει να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για τον τρόπο πρόκλησης των κακώσεων.

7. Βασανιστήρια και τρομοκρατία

Ενώ η χρήση βίας από αστυνομικά όργανα η οποία ξεπερνά τα όρια που θέτουν το Σύνταγμα και οι νόμοι είναι μια αρχικά και τελικά άδικη πράξη που απαιτεί τον ποινικό κολασμό του δράστη, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα σε ό, τι αφορά το ενδεχόμενο βασανισμού ενός τρομοκράτη που έχει τοποθετήσει βόμβα εντός δημοσίου κτιρίου ή αεροσκάφους με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν ζωές αθώων αμέτοχων πολιτών ή ενός απαγωγέα που απειλεί να σκοτώσει τα θύματά του. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει διχάσει την κοινή γνώμη και έχει προκαλέσει προβληματισμό στους θεωρητικούς.

Κατά τον Χαραλαμπάκη, «κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων η τυχόν κακομεταχείριση του δράστη, προκειμένου να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες και να σωθεί η ζωή των αθώων πολιτών. Εν πάση δε περιπτώσει, μια τέτοια ανελαστική παρέμβαση στην συστηματική των λόγων άρσεως του αδίκου είναι οπωσδήποτε επιβαρυντική για την λειτουργικότητά τους. Η επίλυση των σχετικών προβλημάτων θα έπρεπε μάλλον να είχε αφεθεί στην κρίση της νομολογίας και στην ανάπτυξη του ποινικού δόγματος».

Σύμφωνα με τον Μυλωνόπουλο, «όταν π.χ. πληρούνται οι προϋποθέσεις της άμυνας, τότε η πράξη που στρέφεται κατά της επιθέσεως δεν μπορεί ήδη εννοιολογικά να χαρακτηρισθεί ως βασανιστήριο». Και εδώ όμως καταλήγουμε στην απόλυτη απαγόρευση των βασανιστηρίων. Εν τούτοις, οι προθέσεις του βασανιστή δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αυτό που αντικειμενικώς είναι αδικαιολόγητο αλλά ούτε και ο καλός σκοπός του βασανιστή μπορεί να επηρεάσει την απόλυτη απαγόρευση χρήσης βασανιστηρίων. Αν θεωρήσουμε ότι η κατάσταση ανάγκης ή η άμυνα υπέρ τρίτου αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης θα οδηγούμασταν σε καταστρατήγηση της νομοθετικής πρόβλεψης.

Βιβλιογραφία

Μπάκας, «Έρευνα» , τόμ. 2.

Νούσκαλη Δ. Μαριάνθη «Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη».

Ανδρουλάκης Ν., «Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης», τεύχ. Γ΄.

Μαργαρίτης Λ., «Ποινική Δικονομία και Πράξη. Διάλογος με την Νομολογία».

Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, (εκδ. Δίκαιο και Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2000).

Χαμουργκά Ειρήνη, «Αστυνομική βία και βασανιστήρια».

Βαθιώτης Κωνσταντίνος, Τραγικά Διλήμματα στην εποχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Από τη σανίδα του Καρνεάδη στο «Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού».

Μιχάλης Θεοδωρακόπουλος, φοιτητής επί πτυχίω της Νομικής Σχολής Αθηνών.

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.