ΑΠ 769/2002 – Επίδοση δικογράφων κτλπ σε νομικό πρόσωπο

Σεμινάριο-κατάρτισης-επιμελητών-διορθωτών-κειμένων Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται τούτο σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό και αν αυτός δεν ευρεθεί στο κατά το 124 παρ. 2 γραφείο του, το έγγραφο, κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του γραφείου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, οπότε πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στην έκθεση η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου αυτού (Ολ.ΑΠ 900/1985, ΑΠ 532/1999, ΑΠ 1589/1997), για να μπορεί να διαπιστωθεί, αν είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα παραλαβής εγγράφου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη ως «υπάλληλοι ή υπηρέτες» προφανώς νοούνται οι υπάλληλοι ή υπηρέτες του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Εξάλλου, η έκθεση επίδοσης ως δημόσιο έγγραφο, αφού συντάσσεται από δημόσιο όργανο, το δικαστικό επιμελητή, έχει την αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 438 επ. του ΚΠολΔ και επομένως ως προς τα βεβαιούμενα σ΄ αυτή ότι ο παραλήπτης του εγγράφου είναι υπάλληλος εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, γεγονότα που είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής για να ενεργήσει, κατά το άρθρο 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, νομότυπη επίδοση, αποτελεί πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη στην οποία υποχρεούται όποιος προβάλλει αμφισβήτηση. (βλ. περαιτέρω Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα <<Ερμηνεία ΚπολΔ>> εκδ. 2000 τόμος Ι άρθρο 126, αρ.4 σελ. 288) 

Αριθμός 769/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Τόλια, Αντιπρόεδρο, ΓρηγόριοΦιλιππάτο, Γεώργιο Χριστόφιλο, Ι. Β. και Σ. Μ., Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2002, μετην παρουσία και της γραμματέως Δήμητρας Φαραγγά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ξ. Κ.ΤΟΥΡΙΣΤΙΚ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε. ΑΕ», που εδρεύει στο Φαληράκι Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Ν.Π., κατοίκου ΧΧΧ Ρόδου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 1997 διεκδικητική αγωγή τηςήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/1998 του ίδιου Δικαστηρίου ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας και 93/2000 του Εφετείου Δωδεκανήσου ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας. Μετά από άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η 84/2001 απόφαση του ίδιου παραπάνω εφετείου.
Την αναίρεση της 84/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Απριλίου 2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Φιλιππάτος ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2002 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νόμιμα προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 1438 της 6-7-2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδου Χριστίνας Καραμάριου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιοπάνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής. 2. Επειδή ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) στο άρθρο 126 παρ.1στοιχ. δ’ ότι η επίδοση γίνεται για νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπωνστον εκπρόσωπό τους, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, β) στο άρθρο 127 παρ. 1 ότι η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται, γ) στο άρθρο 129 παρ. 1 ότι αν ο παραλήπτης της επιδόσεως δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη τηςεπιδόσεως, δ) στο άρθρο 139 παρ. 1 στοιχ. δ’ ότι όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία, εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων οριζόμενων στοιχείων, και μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο κατά τον οποίο επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή αρνήσεως του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138. Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση επιδόσεως εγγράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται το έγγραφο αυτό σ’ εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό και, αν αυτός δεν ευρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 γραφείο του και η επίδοση γίνει με παράδοση σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο τελευταίο άρθρο, πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στην έκθεση η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου αυτού, χωρίς να προσαπαιτείται, για το έγκυρο της επιδόσεως, και η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του εκπροσώπου του νομικού προσώπου ο οποίος δεν ανευρέθηκε (βλ. σχ. ΟλΑΠ 900/1985). Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκείνος που ενεργεί την επίδοση, αν δεν βρει τον παραλήπτη της επιδόσεως στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των αρμοδίων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η προαναφερόμενη διάταξη (του άρθρου 129 παρ. 1) δεν απαιτεί τούτο, όπως, αντιθέτως το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία, στην οποία ο παραλήπτης της επιδόσεως αυτής δεν βρίσκεται (βλ. σχ. ΑΠ 707/1999, 1525/1995, 209/1992, 1147/1991). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκδικάζοντας την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 93/2000 οριστικής αποφάσεως του ίδιου Εφετείου με την οποία είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη έφεση της ίδιας, δέχτηκε ότι αντίγραφο της εφέσεως αυτής της ανακόπτουσας με κλήση για συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 14-1-2000 επιδόθηκε στην τελευταία στις 10-12-1999 και για την επίδοση αυτή συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ΧΧΧ, που την ενέργησε, η υπ’ αριθ. 561/10-12-1999 έκθεσή του.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι στην έκθεσή του αυτήν επιδόσεως ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής αναγράφει, εκτός άλλων, και ότι «στις 10-12-99, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10 π.μ. πήγε στο Φαληράκι Ρόδου και επέδωσε προς την ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία) ακριβές αντίγραφο της από 8-3-99έφεσής της κατά της υπ’ αριθ. 305/98 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με κλήση όπως παραστεί στη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 14-1-2000και (ότι) επειδή δεν βρήκε στο κατάστημά της (ξενοδοχείο) το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής αλλά τον εκεί εργαζόμενο γιο του με το όνομα Β.Κ., όπως του εδήλωσε, επέδωσε σ’ αυτόν το παραπάνω αναφερόμενο δικόγραφο». Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι η προαναφερόμενη επίμαχη επίδοση ήταν έγκυρη και όχι άκυρη, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα με την ανακοπή της. Και αυτό γιατί, όπως περαιτέρω ορθά, σύμφωνα με τα παραπάνω, δέχτηκε, αφενός δεν απαιτούνταν να αναγραφεί στην έκθεση επιδόσεως το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εφόσον αυτός δεν είχε ανευρεθεί, και αφετέρου ο επιδίδων, μη βρίσκοντας τον παραλήπτη της επιδόσεως στο κατάστημα της αναιρεσείουσας, δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των αρμοδίων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στοσύνολό του.
3.- Επειδή ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν παραβιάζεται εκ πλαγίου ουσιαστική, και όχι δικονομική,διάταξη, όπως προδήλως είναι τόσο η διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, κατά την οποία «ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας», όσο και η διάταξη του άρθρου 509 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ρυθμίζονται τα της εκδικάσεως της ανακοπήςερημοδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεωςνόμιμης βάσεως, επειδή η απόφαση αυτή, κατά τα με το λόγο αυτόν αναιρέσεως υποστηριζόμενα, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του κρίσιμου ζητήματος της μη γνώσεως από την αναιρεσείουσα της γενόμενης επιδόσεως και κατ’ ακολουθίαν της δικασίμου που ορίστηκε για την εκδίκαση της εφέσεώς της, εφόσον η σχετική αντίθετη κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε όχι σε πλήρη απόδειξη, αλλ’ απλώς σε πιθανολόγηση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού οι πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες, όπως εκτιμάται, φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, είναι δικονομικές, με αποτέλεσμα, και υπό την εκδοχή ότι αυτές έχουν παραβιαστεί, να μην ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την αμέσως παραπάνωδιάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2001 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με τηνεπωνυμία «Ξ. Κ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε. ΑΕ» για αναίρεση της υπ’ αριθ. 84/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε πεντακόσια ενενήντα (590) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2002.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 24Απριλίου 2002.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.