ΑΠ 661/2013 – Αναγκαστική ομοδικία επί αναπροσαρμογής μισθώματος

xartonomismata-euro-leftaΠερίληψη: Μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών ή των πολλών συμμισθωτών υπάρχει σχέση αναγκαίας ομοδικίας στη δίκη για αναπροσαρμογή του μισθώματος, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση ή σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, ήτοι η αγωγή αναπροσαρμογής πρέπει να ασκηθεί από όλους τους συνεκμισθωτές ή εναντίον όλων των συμμισθωτών ή και τα δύο, όταν υπάρχει πλειονότητα προσώπων και από τις δύο πλευρές.

Αριθμός 661/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ.-Π., του Ε., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γιώργο Πολυχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Ν. Τ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ασπασίας Μαρούντα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 15-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου – Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.14 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω δε του λόγου αυτού, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ελέγχεται και η παραβίαση των κανόνων περί αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1438/2007). Περαιτέρω, μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών ή των πολλών συμμισθωτών υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη για αναπροσαρμογή του μισθώματος, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση ή σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις (άρθρ. 76 § 1 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι η αγωγή αναπροσαρμογής πρέπει να ασκηθεί από όλους τους συνεκμισθωτές ή εναντίον όλων των συμμισθωτών ή και τα δύο όταν υπάρχει πλειονότητα προσώπων και από τις δύο πλευρές. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς η αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση – στάθμιση – αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.-
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ήδη αναιρεσίβλητη Α. Τ. είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών τις από 10.8.2007 και με αριθμούς κατάθεσης 3568/2007 και 3569/2007 αγωγές της, η πρώτη των οποίων – η οποία και ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση – στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος Α. Χ. – Π. και η δεύτερη κατά της μη μετέχουσας της παρούσας κατ’ αναίρεση δίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Π. Τ. Ανώνυμος Εμπορική Και Βιομηχανική Εταιρία Ένδυσης Υπόδησης – Δώρα και Γενικό Εμπόριο» (του λοιπού : η εταιρία) η οποία εδρεύει στην Αθήνα. Με τις αγωγές αυτές η προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη συμβάσεις εμπορικής μίσθωσης, ζήτησε, ως εκμισθώτρια των περιγραφομένων σ’ αυτές καταστημάτων, την κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή των μηνιαίων μισθωμάτων από 440 ευρώ σε 9.360 ευρώ, ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Α. Χ. – Π., και από 3.670 ευρώ σε 18.000 ευρώ, ως προς την προαναφερόμενη εταιρία, λόγω μεταβολής των οικονομικών συνθηκών οι οποίες κρατούσαν κατά την κατά το έτος 2001 κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων και οι οποίες καθιστούσαν υπέρμετρα δυσανάλογες μεταξύ τους τις εκατέρωθεν παροχές. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 672/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που τις έκανε εν μέρει δεκτές και καθόρισε το μεν μηνιαίο μίσθωμα που κατεβάλετο από τον ήδη αναιρεσείοντα στο ποσό των 650 ευρώ, το δε καταβαλλόμενο από την εταιρία στο ποσό των 5.400 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Πατρών η μεν ενάγουσα – αναιρεσίβλητη Α. Τ. την από 16.11.2008 έφεσή της, η οποία στρέφεται κατ’ αμφοτέρων των εναγομένων των δύο παραπάνω αγωγών της, η δε εναγόμενη εταιρία την από 17.2.2009 τοιαύτη, επί των οποίων, κατόπιν συνεκδίκασής τους, εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη υπ’ αριθμ. 429/2010 απόφαση του ως άνω Εφετείου με την οποία α) απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσίβλητης ως προς την εκ των εφεσιβλήτων ως άνω εταιρία, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, β) έγιναν κατά τα λοιπά δεκτές και οι δύο παραπάνω εφέσεις, εξαφανίσθηκε η πληττόμενη με αυτές πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια γ) απορρίφθηκε η από 10.8.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης εταιρίας και έγινε δεκτή η υπό ιδία ημερομηνία και με αριθμό κατάθεσης 3568/2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος και καθορίσθηκε το υπ’ αυτού καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ μηνιαίως. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης αυτής εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : Η τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Τ. είναι επικαρπώτρια μιας διώροφης οικοδομής, η οποία κείται στην … και επί της οδού …, αριθμ. 26, και η οποία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και δώμα, εμβαδού 100, 140, 148 και 60 τ.μ., αντίστοιχα. Ψιλοί κύριοι της οικοδομής αυτής ήσαν τα τέκνα της ενάγουσας Χ. και Ε. Τ. και ειδικότερα ο μεν πρώτος του υπογείου και του ισογείου, ο δε δεύτερος του πρώτου ορόφου και του δώματος. Το φθινόπωρο του έτους 2000 η εναγόμενη εταιρία της δεύτερης των προαναφερομένων αγωγών εκδήλωσε το ενδιαφέρον της για μίσθωση ολοκλήρου του ακινήτου προς χρήση του ως καταστήματος πώλησης υφασμάτων, ετοίμων ενδυμάτων, αξεσουάρ και συναφών ειδών. Κατόπιν τούτου υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας αυτής το από 3.11.2000 προσύμφωνο μίσθωσης, στο οποίο έλαβαν μέρος ως τρίτοι τα προαναφερόμενα τέκνα της ενάγουσας, καθώς και ο Ν. Τ., υιός του Χ. Τ. και εγγονός της ενάγουσας ως «ενδεχόμενος μελλοντικός επικαρπωτής». Σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού συνήφθησαν οι εξής μισθώσεις : α) με το από 3.4.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της προαναφερόμενης εταιρίας, εκμισθώθηκαν στην τελευταία για το από 1.5.2001 μέχρι 31.5.2021 εικοσαετές χρονικό διάστημα το υπόγειο και το ισόγειο της παραπάνω οικοδομής, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.250.000 δραχμών, επιβαρυνόμενου με το τέλος χαρτοσήμου εκ 3,6% και αναπροσαρμοζόμενου κατ’ έτος κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου έτους, β) με το από 17.5.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του γιού της Ε. Τ. και στο οποίο συνεβλήθη ως τρίτη η ως άνω εναγόμενη εταιρία, εκμισθώθηκαν σε αυτόν για το ίδιο πιο πάνω εικοσαετές χρονικό διάστημα (1.5.2001 έως 31.5.2021) ο πρώτος όροφος και το δώμα της ίδιας αυτής οικοδομής, αντί μηνιαίου μισθώματος 150.000 δραχμών, επιβαρυνόμενου με το τέλος χαρτοσήμου εκ 3,6% και αναπροσαρμοζόμενου κατ’ έτος κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου έτους, με δικαίωμα υπομίσθωσης αποκλειστικά και μόνο στην εκ τρίτου συμβληθείσα ως άνω εταιρία και γ) με το από 17.5.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του παραπάνω μισθωτή Ε. Τ. και της ως άνω εταιρίας, συνεβλήθη δε ως τρίτη και η ενάγουσα , ο Ε. Τ. υπεκμίσθωσε στην εταιρία αυτή τον πρώτο όροφο και το δώμα της εν λόγω οικοδομής για το ίδιο παραπάνω εικοσαετές χρονικό διάστημα και αντί μηνιαίου μισθώματος 1.250.000 δραχμών, επιβαρυνόμενου με το εκ 3,6% τέλος χαρτοσήμου και αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Στις 14.6.2001 απεβίωσε ο Ε. Τ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής – γιό του, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία επ’ ωφελεία απογραφής και έτσι υπεισήλθε στη μισθωτική και υπομισθωτική σχέση στη θέση του πατέρα του και συνεπώς είναι μισθωτής – από την μίσθωση – και ταυτόχρονα υπεκμισθωτής – από την υπομίσθωση – του πρώτου ορόφου και του δώματος της προαναφερόμενης οικοδομής. Ήδη δε κατά την άσκηση της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών (από 10.8.2007 και με αριθμό κατάθεσης 3568/2007) και μετά τις αναπροσαρμογές που μεσολάβησαν, το μηνιαίο μίσθωμα διαμορφώθηκε ως ακολούθως και ειδικότερα α) στο ποσό των 589,91 ευρώ, που καταβάλλει ο εναγόμενος – αναιρεσείων ως μισθωτής στην ενάγουσα – αναιρεσίβλητη για τη μίσθωση του πρώτου ορόφου και του δώματος της οικοδομής, β) στο ποσό των 5.161,78 ευρώ, που εισπράττει ο εναγόμενος αυτός από την υπομισθώτρια εταιρία ως υπεκμισθωτής για την υπεκμίσθωση σ’ αυτήν των ιδίων ως άνω πρώτου ορόφου και δώματος της οικοδομής αυτής και γ) στο ποσό των 4.915,98 ευρώ, που καταβάλλει η εταιρία στην ενάγουσα για την μίσθωση του υπογείου και του ισογείου της εν λόγω οικοδομής. Το μίσθιο ακίνητο βρίσκεται στο κέντρο της … και επί οδού που έχει μεγάλη εμπορική κίνηση, στη δε περιοχή στην οποία αυτό κείται ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 8 ΠΔ/τος 34/1995, σύμφωνα με τα οποία, αφού ληφθεί υπόψη ότι η τιμή της Ζ’ Ζώνης καθορίζεται σε 1.500 ευρώ και ο συντελεστής της εμπορικότητας της οδού σε 5,8, η μισθωτική αξία του όλου μισθίου ακινήτου ανέρχεται – κατά τους λεπτομερώς εκτιθέμενους στην πληττόμενη απόφαση υπολογισμούς – σε 7.588,80 ευρώ και ειδικότερα η αξία α) του υπογείου σε 720 ευρώ, β) του ισογείου σε 4.872 ευρώ, γ) του πρώτου ορόφου σε 1.420,80 ευρώ και δ) του δώματος σε 576 ευρώ. Ακόμη – πάντοτε κατά τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου – από την τελευταία συμβατική αναπροσαρμογή δεν προέκυψε ότι μεσολάβησαν νομισματικές διακυμάνσεις ή επήλθε σημαντική αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή ή αυξήθηκε σημαντικά η εμπορική αξία του επιδίκου. Στη συνέχεια αφού εκθέτει το Εφετείο ως συγκριτικά στοιχεία τα μισθώματα τα οποία καταβάλλονται για άλλα ακίνητα, εννέα (9) τον αριθμό, ευρισκόμενα είτε επί της ιδίας με αυτό οδού …, είτε επί της πλησίον αυτού ευρισκομένης οδού …, δέχεται ότι όσον αφορά το τμήμα του μισθίου ακινήτου για το υπόγειο και το ισόγειο, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ του καταβαλλομένου (4.915,98 ευρώ) και του ελευθέρου μισθώματος (5.300 ευρώ) και δεν συντρέχει λόγος αναπροσαρμογής, ενώ όσον αφορά το μίσθωμα που καταβάλλεται από τον εναγόμενο – αναιρεσείοντα για τον πρώτο όροφο και το δώμα του επιδίκου μισθίου δέχεται ότι μεταξύ του καταβαλλομένου (589,91 ευρώ) και του ελεύθερου μισθώματος (5.200 ευρώ) υπάρχει σημαντική διαφορά, ώστε αντίκειται στη διέπουσα κάθε ενοχή αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών η συνέχιση της καταβολής του άνω μισθώματος των 589,91 ευρώ και γι’ αυτό πρέπει να αναπροσαρμοσθεί αυτό στο ποσό των 4.000 ευρώ, έτσι ώστε να αρθεί η δυσαναλογία και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη. Περαιτέρω, το Εφετείο προέβη σε έρευνα του πρωτοδίκως προβληθέντος και επαναφερθέντος στην κατ’ έφεση δίκη με τις από 2.2.2010 προτάσεις του εναγομένου – αναιρεσείοντος ισχυρισμού αυτού περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προς αναπροσαρμογή του υπ’ αυτού καταβαλλομένου μισθώματος, περί του οποίου δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα : «Όσον αφορά δε στην ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για αναπροσαρμογή του μισθώματος (281 ΑΚ), που είχε προβάλλει πρωτόδικα και ήδη επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, για τους λόγους ότι, αφενός μεν η αρχική συμφωνία της ενάγουσας με τον αποβιώσαντα αρχικό μισθωτή – υπεκμισθωτή υπήρξε ουσιώδης προϋπόθεση για την κατάρτιση των συμβάσεων μισθώσεως – υπομισθώσεως, αφετέρου δε η συμπεριφορά της ενάγουσας υπαγορεύεται από αισθήματα μίσους και εμπάθειας προς το πρόσωπό του λόγω των μεταξύ τους οικογενειακών διαφορών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν προέκυψε προφανής υπέρβαση των ορίων που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος. Ειδικότερα, όταν συνήφθη η αρχική σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της ενάγουσας και του γιού της Ε. Τ. (17.5.2001), ο τελευταίος έπασχε βαρέως από καρκίνο, η δε μητέρα του απέβλεπε με τη σύναψη της εν λόγω μισθώσεως και τη συμφωνία με το γιό της για έντονα μικρότερο μίσθωμα (150.000 δρχ.), σε σχέση με τη μισθωτική αξία του ακινήτου, να τον βοηθήσει να ανταπεξέλθει οικονομικά στην αντιμετώπιση της ασθένειάς του και στην πιθανή νοσηλεία του σε κλινική των ΗΠΑ, αφού πλέον ο γιός της, ως υπεκμισθωτής του ιδίου μισθίου βάσει της συναφθείσας την ίδια ημέρα υπομίσθωσης με την εναγομένη εταιρία θα μπορούσε να εισπράττει το πολύ μεγαλύτερο ύψος του υπομισθώματος (1.250.000) δρχ.), που θα αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία του μισθίου. Όμως, στις 14.6.2001, δηλαδή λίγες ημέρες μετά τη σύναψη της μισθώσεως και της υπομισθώσεως, απεβίωσε εξ αιτίας της βαριάς νόσου που έπασχε ο αρχικός μισθωτής και γιός της ενάγουσας και εξέλιπαν πλέον οι λόγοι, για τους οποίους η τελευταία είχε συμφωνήσει με το γιό της το ως άνω ιδιαίτερα μικρού ύψους μίσθωμα. Η συμβατική αυτή επιλογή, κατά την οποία το συμφωνηθέν μίσθωμα ήταν κατά πολύ μικρότερο από το σύνηθες καταβαλλόμενο, δεν μπορεί πλέον να δεσμεύει υπέρμετρα τη βούληση της εκμισθώτριας ενάγουσας και ως προς το νέο μισθωτή, ο οποίος υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του γιού της, ήτοι τον εναγόμενο, έστω και αν αυτός είναι τέκνο του γιού της και εγγονός της, ενόψει και του γεγονότος ότι ήδη οι εν λόγω διάδικοι βρίσκονται σε αντιδικία μεταξύ τους σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες εκατέρωθεν δικαστικές αποφάσεις».
Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά και την απόρριψη του προβληθέντος από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμού (ένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ενάγουσας, το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά της εταιρίας, έκανε δεκτή ως βάσιμη την έφεση αυτή ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δίκασε επί της από 10.8.2007 και με αριθμό κατάθεσης 3568/2007 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή αυτήν εν μέρει και αναπροσάρμοσε το καταβαλλόμενο από αυτόν μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 589,91 ευρώ σε εκείνο των 4.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης σημαντικής δυσαναλογίας μεταξύ του καταβαλλομένου για το μίσθιο κατάστημα μισθώματος και του δυναμένου ελευθέρως να επιτευχθεί γι’ αυτό. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο αυτό (Εφετείο) να χρησιμοποιήσει προς σχηματισμό της κρίσης του για την ύπαρξη ή μη σημαντικής δυσαναλογίας ως συγκριτικά στοιχεία μόνο μισθώματα άλλων μισθώσεων που συνοδεύονται από υπομίσθωση και επομένως ουδόλως δέχθηκε αυτό χωρίς απόδειξη πράγματα (προφανή δυσαναλογία) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τους πέμπτο, έκτο, όγδοο και ένατο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως το περιεχόμενό τους προσηκόντως εκτιμάται, και έβδομο, από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω Κώδικα λόγους της αναίρεσης, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επί μέρους τμήματα (όροφοι) του μισθίου ακινήτου αποτέλεσαν αντικείμενο δύο χωριστών συμβάσεων μίσθωσης, οι οποίες καταρτίσθηκαν με δύο χωριστά μισθωτήρια συμφωνητικά, προς δύο διαφορετικούς μισθωτές και με συμφωνία διαφορετικού ποσού μισθώματος για το κάθε τμήμα και απλώς η μισθώτρια εταιρία, μετά την κατά τα άνω υπεκμίσθωση σ’ αυτήν του πρώτου ορόφου και του δώματος, χρησιμοποίησε το όλο ακίνητο για τις ανάγκες της επιχείρησής της. Πρόκειται λοιπόν στην ερευνόμενη περίπτωση περί απλής και όχι περί αναγκαστικής ομοδικίας και το δικαστήριο εκείνο το οποίο με την πληττόμενη απόφαση του α) δέχθηκε εκ του πράγματος ότι τα υποβληθέντα με τις προαναφερόμενες δύο αγωγές αιτήματα για αναπροσαρμογή των μισθωμάτων των δύο ως άνω τμημάτων του μισθίου ακινήτου δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθούν μόνο με το ίδιο δικόγραφο ως ενιαίο αίτημα και β) απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, την έφεση της εκμισθώτριας – αναιρεσίβλητης κατά της μισθώτριας εταιρίας και όχι την έφεση αυτή καθόσον στρεφόταν και κατά του ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις περί αναγκαστικής ομοδικίας και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Κατά συνέπεια οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι στηρίζονται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και το υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της διάταξης η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά την συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1550/2010, 714/2008). Περαιτέρω, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι’ αυτά. Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1550/2010, ΑΠ 995/1992). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται εάν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, αντίθετα, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αλλά, ενδεχομένως, ο από τον αριθμό 8 του ιδίου ως άνω άρθρου Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρετηρίου, απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης εκείνης, την βασιμότητα του λόγου, δηλαδή εάν, πράγματι, το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση εκείνη, καλύπτει ή όχι και την κρινόμενη υπόθεση.-
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των εκτιθεμένων, η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση του πραγματικού (ουσιαστικής βασιμότητας) της προβληθείσας από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία ένσταση και απέρριψε, παραβίασε το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη υπ’ αριθμ. 1402/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 23.7.2002 προηγούμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατ’ αυτού, και έκρινε ότι οι προαναφερόμενες από 17.5.2001 συμβάσεις μίσθωσης και υπεκμίσθωσης που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως εκμισθώτριας και του πατέρα του Ε. Τ. ως μισθωτή και του τελευταίου αυτού ως υπεκμισθωτή και της προαναφερόμενης εταιρίας ως υπομισθώτριας, είχαν καταρτισθεί στα σοβαρά και όχι φαινομενικά (εικονικά), απορρίψασα την ως άνω αγωγή με την οποία διώκετο η αναγνώριση του αντιθέτου.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της από 23.7.2002 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας και του ήδη αναιρεσείοντος, της επ’ αυτής εκδοθείσας υπ’ αριθμ. 532/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και της κατόπιν έφεσης κατ’ αυτής του αναιρεσείοντος εκδοθείσας, τελικώς, υπ’ αριθμ. 1402/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την ως άνω από 23.7.2002 αγωγή ζητήθηκε να αναγνωριστεί α) ότι τα προαναφερόμενα στην υπ’ αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας από 17.5.2001 μισθωτήρια συμφωνητικά τα οποία είχαν καταρτισθεί αφενός μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ήδη αποβιώσαντος γιού της Α. Τ. και αφετέρου μεταξύ του τελευταίου αυτού και της εταιρίας, ήσαν εικονικά και άκυρα και β) ότι ο τότε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ουδέν δικαίωμα είχε επί της μισθωτικής σχέσης που αναφέρεται στα συμφωνητικά αυτά (μίσθωση – υπεκμίσθωση). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η ως άνω 532/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που την έκανε δεκτή ως νόμιμη και κατ’ ουσία βάσιμη και στη συνέχεια, μετά από άσκηση κατ’ αυτής της από 30.9.2003 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, η ως άνω υπ’ αριθμ. 1402/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την τελευταία αυτή έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απορρίφθηκε η αγωγή, δεκτού γενομένου ότι οι επίμαχες συμβάσεις εκμίσθωσης και υπεκμίσθωσης έγιναν στα σοβαρά και όχι εικονικά και ότι ο αναιρεσείων υπεισήλθε μετά τον θάνατο του πατέρα του στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο της μίσθωσης όσο και της υπεκμίσθωσης, ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού. Μεταξύ δε των αιτιολογιών της εφετειακής αυτής απόφασης, που έγιναν προς ενίσχυση και τεκμηρίωση του κατά τα άνω αποδεικτικού της πορίσματος, περιλαμβάνεται και εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ο αποβιώσας πατέρας του αναιρεσείοντος Ε. Τ., έχοντας επίγνωση της σοβαρότητας της ασθένειας από την οποία έπασχε (καρκίνος) και του επερχομένου θανάτου του, επιθυμούσε να υπεισέλθει στις μισθωτικές αυτές συμβάσεις ο αναιρεσείων γιός του, προκειμένου, μετά τον θάνατό του, να λαμβάνει το υπομίσθωμα των 1.250.000 δραχμών, να πληρώσει τα χρέη της κληρονομίας και να παραμείνει σ’ αυτόν το σοβαρό αυτό περιουσιακό στοιχείο (μίσθιο ακίνητο). Η αιτιολογία όμως αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, η μη αποδοχή του οποίου από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως μέρος του πραγματικού του προταθέντος από αυτόν ισχυρισμού του περί καταχρηστικής άσκησης του εδώ αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας (αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ άρθρο 288 ΑΚ), συνιστά παραβίαση αυτού (δεδικασμένου). Δεν αποτελεί δε δεδικασμένο διότι : α) δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη (ΑΚ 138 εικονική δήλωση) δεν είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης που εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη δίκη (ΑΚ 288) και β) (διότι) η αιτιολογία αυτή, ως μέρος του πραγματικού της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του εδώ αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας, δεν ήταν ουσιαστικό αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, αλλά προβλήθηκε από τον εναγόμενο και εξετάστηκε από το δικαστήριο ως χρήσιμο στοιχείο για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του αντικειμένου (εικονικότητα) για το οποίο διεξαγόταν εκείνος ο δικαστικός αγώνας. Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο απέρριψε τον περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας ισχυρισμό του εναγομένου, με αιτιολογία που αναφέρεται στην με αριθμό ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας και που είναι διαφορετική της ως άνω που φέρεται ότι έχει περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου, δεν παραβίασε το τελευταίο αυτό και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τους ως άνω τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, που στηρίζονται επί του άρθρου 559 αριθμ, 16α Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 31/2011 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 429/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.