ΑΠ 624/2013 – Ακυρότητα έκθεσης πραγματογνωμοσύνης λόγω μη κοινοποίησης του αντιγράφου της απόφασης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονα

turkiye-de-adalet-sistemi_80576Περίληψη: Η παράλειψη κοινοποίησης αντιγράφου της απόφασης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονα δεν επάγεται άνευ ετέρου ακυρότητα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, αλλά μόνο με συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Μόνον ο μη διορισμός τεχνικού συμβούλου δεν αρκεί για να θεμελιώσει βλάβη.

Αριθμός 624/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Γ. και 2) Ν. Τ. του Γ., κατοίκων …, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Χ., 2) Χ. Τ. του Χ. και 3) Π. Τ. του Χ., κατοίκων …, ως καθολικών διαδόχων – μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σκάρπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/1989 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/1990 του ιδίου Δικαστηρίου, 1112/1995 μη οριστική και 740/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/6/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 20/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/6/2009 αιτήσεως για αναίρεση της 740/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ο αρχικός ενάγων Χ. Τ. του Ν. (δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, δυνάμει της από 10.10.1975 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 18.12.1975 πατέρα του Ν. Τ. (και πατέρα και του αρχικού εναγόμενου Γ. Τ. του Ν., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων), που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 161/1976 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκε, δυνάμει της …/1977 πράξεως αποδοχής της συμβολαιογράφου Πατρών Πολυξένης Παπουτσάκη και της όμοιας (διευκρινιστικής) …/1990 της συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίας Ταραπέρα, οι οποίες έχουν νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, εκτάσεως 2.400 τ.μ. περίπου, του οποίου ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχε γίνει κύριος με το …/21.12.1920 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίου Λεχουρίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, και το οποίο ο αρχικός ενάγων μετά το θάνατο του πατέρα του (στις 18.12.1975) κατείχε έκτοτε και νεμόταν, καλλιεργώντας αυτό με κηπευτικά, φυτεύοντας διάφορα δένδρα και ενεργώντας κάθε πράξη δηλωτική της διανοία κυρίου εξουσιάσεώς του σύμφωνα με τον προορισμό του, μέχρι του έτους 1985, οπότε ο εναγόμενος κατέλαβε τούτο, αντιποιούμενος τη νομή του και ισχυριζόμενος ότι ανήκει στην κυριότητά του. Μέχρι το έτος αυτό (1985), ο εναγόμενος καλλιεργούσε το επίδικο με την ανοχή του ενάγοντος, καθώς και το συνεχόμενο τμήμα του όλου ακινήτου μαζί με τον ενάγοντα αδελφό του, επίσης έβοσκαν σ’ αυτό τα ποίμνιά του και ενεργούσαν και άλλες πράξεις εκμεταλλεύσεώς του. Μέχρι τότε όμως οι σχέσεις τους ήταν καλές, διέμεναν στο πατρικό σπίτι και χρησιμοποιούσαν από κοινού όχι μόνο το επίδικο αλλά και άλλα ακίνητα που είχαν περιέλθει σ’ αυτούς με την ίδια διαθήκη. Μετά το έτος 1985 εγκαταστάθηκε ο καθένας σε δικό του σπίτι και ο ενάγων θέλησε να καλλιεργεί το επίδικο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Ο εναγόμενος όμως αρνήθηκε να εγκαταλείψει το επίδικο και έκτοτε κατέχει αυτό εξ ολοκλήρου, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο αρχικός ενάγων Χ. Τ. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο, που αποτελεί και την κύρια βάση της ένδικης – από 25.4.1989 – διεκδικητικής αγωγής του, ήτοι της κληρονομικής διαδοχής, ως άνω, του αποβιώσαντος στις 18.12.1975 πατέρα του Ν. Τ.και κυρίου από το έτος 1920 του επίδικου ακινήτου, τη νομή και κατοχή του οποίου ο αρχικός ενάγων διατήρησε έως το έτος 1985 που ο αρχικός εναγόμενος τον απέβαλε ως άνω από αυτό (άρθρα 1094, 1192 αριθ.1, 1193, 1194, 1195, 1198, 1199, 1710, 1712, 1721 και 1771 ΑΚ) και απέρριψε την έφεση του αρχικού εναγομένου (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της, όσον αφορά τις επικουρικές βάσεις της αγωγής από τη χρησικτησία (τακτικής και έκτακτης, άρθρα 1041, 1045 και 1051 ΑΚ) είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς – όπως και από τα πιο κάτω προκύπτει – με λόγο αναίρεσης παραπάνω αιτιολογία, που αφορά στον παράγωγο τρόπο και αποτελεί την κύρια βάση της αγωγής, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
ΙΙ. Τόσο η διάταξη του άρθρου 343 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/29.5.2001 και έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, κατ’ άρθρο 22 του ίδιου ν.2915/29.5.2001, εφόσον η ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συζητήθηκε πριν τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η οποία ορίζει ότι «οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται στην αποδεικτική διαδικασία και καλούνται για το σκοπό αυτό τρεις ημέρες πριν από τη διεξαγωγή …», όσο και η διάταξη του άρθρου 375 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι «αντίγραφο της απόφασης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει» δεν έχουν οριστεί με ποινή την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης κατά τις περιπτώσεις 1 και 2 του αρθ. 159 του ίδιου Κώδικα, αλλά συνεπάγονται ακυρότητα αυτής στην περίπτωση 3 αυτού, δηλαδή αν το δικαστήριο κρίνει ότι η παραβίαση αυτή προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά. Μόνο, όμως, ο μη διορισμός τεχνικού συμβούλου δεν αρκεί για να θεμελιώσει βλάβη, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 392 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ, ο διορισμός του μπορεί να γίνει και μετά την πραγματογνωμοσύνη έως τη συζήτηση της υπόθεσης και να αναπτύξει και τη γνώμη του για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου ή να την υποβάλει εγγράφως, να υποβάλει δε και ερωτήσεις στους πραγματογνώμονες. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. του ΚΠολΔ για την πραγματογνωμοσύνη, δεν απορρέει υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τους διαδίκους να του προσκομίσουν στοιχεία. Απεναντίας, από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και με άδεια του δικαστηρίου να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους ή να καταρτίσουν σχέδια ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να κάνουν επιτόπιο εφαρμογή τίτλων ή τεχνικές ενέργειες ή να εξετάσουν έγγραφα ή βιβλία εμπόρων ή επαγγελματιών. Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα σύνταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου. Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 του ΚΠολΔ το δικαστήριο, από τη μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 1588/1991 ΕλλΔνη 34.326).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με τη 1112/1995 απόφασή του, απορρίπτοντας σχετικό αίτημά τους που είχαν προβάλει νόμιμα με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε το Νοέμβριο 2003 από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα αγρονόμο – τοπογράφο μηχανικό Δ. Γ., χωρίς μέχρι τη διεξαγωγή της να έχουν λάβει γνώση της ως άνω 1112/1995 απόφασης που διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη, με αποτέλεσμα να στερηθούν του δικαιώματος να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο σύμφωνα με το άρθρο 391 ΚΠολΔ προς άσκηση των δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 ίδιου Κώδικα, ενώ ούτε ειδοποιήθηκαν από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα να του προσκομίσουν τα στοιχεία τα οποία διέθεταν (συμβόλαια, πράξεις αποδοχής κληρονομίας), τοπογραφικό διάγραμμα κλπ) ούτε κλήθηκαν να παρευρεθούν κατά την αυτοψία, ώστε να αποδείξουν τα όρια και να θέσουν υπόψη του προς εφαρμογή τοπογραφικό διάγραμμα. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείοντες υπό τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν υπέστησαν βλάβη η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, αφού και μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης μπορούσαν να ορίσουν τεχνικό σύμβουλο προς άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων τους από το άρθρο 392 ΚΠολΔ, πέραν άλλωστε του ότι ο πραγματογνώμονας δεν είχε υποχρέωση να τους ειδοποιήσει να του προσκομίσουν τα ως άνω στοιχεία και να παρευρεθούν στην αυτοψία, το δε Εφετείο μπορούσε, εκτιμώντας ελεύθερα την πραγματογνωμοσύνη, εάν το είχε κρίνει σκόπιμο, να είχε διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 270 παρ.2, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/29.5.2001 και έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση κατ’ άρθρο 22 του ίδιου ν. 2915/29.5.2001 για τον προεκτεθέντα στη με το στοιχείο Ι σκέψη της παρούσας λόγο, 339 και 8 του ν. 1599/1986 προκύπτει, ότι οι δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι για την εξέταση των μαρτύρων ή τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων δικονομικές διατάξεις, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν τηρήθηκε γι’ αυτές ο τόπος του άνω ν. 1599/1986 (Ολ.ΑΠ 8/1987 ΕλΔνη 28.629). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Όταν, όμως, το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ισχυρισμού που δεν έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, διότι λ.χ. υπό τα επικαλούμενα περιστατικά δεν έχει νομική θεμελίωση, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α’ ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί απόρριψης του άνω αιτήματός τους να κηρυχθεί άκυρη η διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη για επελθούσα βλάβη τους, ως άνω, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 13.10.2005 υπεύθυνη δήλωση του διορισθέντα πραγματογνώμονα, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους και κατά τα εκτεθέντα αποτελεί ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, γιατί έγινε από τον πραγματογνώμονα – δύο περίπου μάλιστα χρόνια μετά την παύση του λειτουργήματός του – και παραδόθηκε στους αναιρεσίβλητους για να χρησιμοποιηθεί στην εκκρεμούσα ήδη στο Εφετείο δίκη αυτή, ότι «οι (αναιρεσείοντες) ήταν παρόντες κατά την εκ μέρους του επίσκεψη του επιδίκου». Όμως, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι η διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη είναι άκυρη για επελθούσα βλάβη τους, ως άνω, που στηρίζει το πιο πάνω αίτημά τους να κηρυχθεί άκυρη η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη και προς ανταπόδειξη του οποίου οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν με επίκληση την υπεύθυνη πιο πάνω δήλωση, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα – με το στοιχείο ΙΙ – σκέψη της παρούσας, δεν έχει νομική θεμελίωση. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.6.2009 αίτηση των: 1) Α. Τ. του Γ. κ.λπ. για αναίρεση της 740/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.