ΑΠ 604/2009 – Ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1

ΑΡΙΘΜΟΣ 604/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. …., κατοίκου ….. και 2. ….., κατοίκου ….., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, περί αναιρέσεως της 3/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αρτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον “ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ ΧΟΡΤΟΝΟΜΗΣ ΠΗΓΩΝ ΑΡΤΑΣ (ΣΥΝ.ΠΕ.)”, που εδρεύει στο Δ.Δ. Πηγών, δήμου Τετραφυλίας, Ν. Αρτας, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α’ του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παράστασης πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα του, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο και ειδικότερα, επί κατηγορίας για υπόθαλψη εγκληματία (άρθρο 231 & 1 ΠΚ), κατά την οποία επιτρέπεται παράσταση πολιτικής αγωγής στο ζημιωθέντα από την πράξη του υποθαλπόμενου, αν και το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει, επί της πίστεως και του μέλλοντος του, το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης. Εξάλλου, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του ν. 2145/1993, προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου και συνεπώς δεν του επιδικάζονται. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαίτησης του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, πλην η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς την διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτική αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 289/15-2-2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας και τα ενσωματωμένα σ’ αυτήν πρακτικά, ο “Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας” δήλωσε προφορικώς, δια του προέδρου του Π1 ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να του καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από το εις βάρος του αδίκημα αυτών, το ποσό των 30 ευρώ ο καθένας, με επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων για την αποβολή της πολιτικής αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, στο οποίο ήχθη μετά από την άσκηση εφέσεων από τους κατηγορουμένους, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ’ αυτήν πρακτικά, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο πρώην Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ίδιου ως άνω “Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας” και δήλωσε ότι ο παραπάνω Συνεταιρισμός συνεχίζει την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά των κατηγορουμένων, όπως είχε παρασταθεί και στο πρωτόδικο δικαστήριο και ζήτησε να επιδικασθεί στο Συνεταιρισμό το ποσό των τριάντα (30) ευρώ από τον κάθε κατηγορούμενο, με επιφύλαξη κάθε άλλου νόμιμου δικαιώματος του, πέραν του ως άνω ποσού, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη ο Συνεταιρισμός από την αδικοπραξία των κατηγορουμένων, για την οποία κατηγορούνται αυτοί”. Κατά της παράστασης αυτής προέβαλε αντίρρηση ο συνήγορος των κατηγορουμένων, στη συνέχεια δε το Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι “ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας, σε βάρος της περιουσίας του οποίου φέρεται ότι υλοτομούσε παράνομα ο Φ1 του οποίου η δίωξη φέρεται ότι ματαιώθηκε από τις ενέργειες των κατηγορουμένων, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, νομιμοποιείται να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή για την στήριξη της κατηγορίας”, επέτρεψε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά των κατηγορουμένων δημοσίων υπαλλήλων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Η παράσταση αυτή του παθόντος Συνεταιρισμού είναι νόμιμη, αφού δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της επικαλουμένης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αναφέρεται στον αντίκτυπο τον οποίο μπορούσε να έχει επί της πίστεως και του μέλλοντος του το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Ακόμη δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από μόνο το γεγονός ότι το νομικό πρόσωπο του Συνεταιρισμού δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ” για χρηματική ικανοποίηση του, λόγω ηθικής του βλάβης” ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέτρεψε την παράσταση του μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως ο κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ (και όχι Ε’, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα και παρά τις αντιρρήσεις των επέτρεψε την παράσταση στο ακροατήριο, ως πολιτικώς ενάγοντος του παραπάνω Συνεταιρισμού, προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται “…για χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την δήθεν παράνομη πράξη τους”, ενώ έπρεπε να διατάξει την αποβολή του, γιατί τα νομικά πρόσωπα δεν υφίστανται ηθική βλάβη, παρά μόνον πλήττεται η φήμη και το κύρος τους, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 231 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε ή την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε ή του μέτρου ασφαλείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς, α) τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος από άλλον, στο οποίο δεν συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο (ως συναυτουργός, ηθικός αυτουργός ή συνεργός) ο υποθάλπων και β) πράξη, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη του υποθάλποντος, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν ο υποθάλπων έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να επιχειρήσει την ενέργεια που παραλείφθηκε (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία επιφέρει ματαίωση της δίωξης του άλλου. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα της υποθάλψεως και όταν, με την πράξη του υποθάλποντος, παρεμποδίστηκε για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα η διωκτική αρχή να θέσει τον υπαίτιο στη διάθεση της δικαιοσύνης ή να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του και δεν αίρει την ευθύνη του το γεγονός ότι η σύλληψη ή η ποινική δίωξη του υπαιτίου επιτεύχθηκαν αργότερα. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος (άμεσος), ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του υποθάλποντος με την έννοια της βεβαιότητας (της επίγνωσης) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου κακουργήματος ή πλημμελήματος που τέλεσε άλλος και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ματαιώσει τη δίωξη του υπαιτίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε καθένα από τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για υπόθαλψη εγκληματία. Με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και κατ’ είδος προσδιορίζει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και απολογία των κατηγορουμένων) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: “Στις 16-9-2005,το μέλος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας Μ1 ευρισκόμενος στην περιοχή του συνεταιριστικό δάσους του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Πηγών Άρτας, στη θέση “….”, διαπίστωσε ότι ο Φ2 που ο πατέρας του είναι μέλος του ανωτέρω Συνεταιρισμού και ο Φ1, έμπορος καυσόξυλων, υλοτομούσαν άτομα πρίνου με βενζινοκίνητο αλισοπρίονο, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού, Π1, ο οποίος αυθημερόν μετέβη στο σημείο που είχε λάβει χώρα η παράνομη υλοτομία και διαπίστωσε ότι είχαν αποκοπεί πενήντα δέντρα πρίνου. Αυτός ο τελευταίος στη συνέχεια ειδοποίησε για το συμβάν τη Διεύθυνση Δασών Άρτας, ενόψει δε τούτου, στις 20-9-2005, οι κατηγορούμενοι, υπάλληλοι της ανωτέρω Διεύθυνσης Δασών, μετέβησαν στην ανωτέρω θέση για αυτοψία, όπου διαπίστωσαν πράγματι ότι υπήρξε παράνομη υλοτόμηση, από τον Πρόεδρο δε του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Π1, από τον οποίο έλαβαν ένορκη κατάθεση την ίδια ημέρα, τους έγιναν γνωστά τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στην παράνομη υλοτομία, ήτοι από τον Φ1 και τον Φ2 γεγονός το οποίο τους επιβεβαίωσε στις 23-9-2005 ο αυτόπτης μάρτυρας Μ1 σε συνάντηση που είχε μαζί τους στο καφενείο του χωριού. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι στις 26-9-2005 οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν μήνυση κατά του Φ2 στην Εισαγγελία Άρτας, χωρίς να συμπεριλάβουν σε αυτή την με ημερομηνία 20-9-2005 ένορκη εξέταση του Π1. Όταν αυτός ο τελευταίος ενημερώθηκε από την Εισαγγελία Άρτας ότι υπεβλήθη από την πλευρά των κατηγορουμένων μήνυση μόνο κατά του Φ2 χωρίς να περιέχεται σ’ αυτή η προαναφερόμενη κατάθεση του, μετέβη στις 4-10-2005 στη Διεύθυνση Δασών Άρτας, όπου υπέβαλε παράπονα κατά των κατηγορουμένων, υπαλλήλων της παραπάνω Διεύθυνσης, οι οποίοι στη συνέχεια την ίδια ημέρα, υπέβαλαν μήνυση στην Εισαγγελία Άρτας κατά του Φ1. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι, παρότι από την αρχή τους έγινε γνωστό το όνομα του Φ1 για τη φερόμενη από μέρους του πράξη της παράνομης υλοτομίας, δεν υπέβαλλαν μήνυση εναντίον του ματαιώνοντας καταρχήν τη δίωξη του, αλλά ούτε συμπεριέλαβαν την κατάθεση του Π1 στη μήνυση τους κατά του Φ2 την οποία υπέβαλαν στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεως του Προέδρου του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού και μετά την αυτοπρόσωπη παράσταση του και τη διατύπωση παραπόνων στον Εισαγγελέα Άρτας και στο Διευθυντή της Υπηρεσίας που ασκούν τα καθήκοντα τους. Ο ισχυρισμός τους ότι δεν ήταν γνωστά σ’ αυτούς τα στοιχεία του Φ1 δεν δικαιολογεί τη χρονική απόκλιση στην υποβολή των δύο ανωτέρω μηνύσεων, πέραν του ότι δεν ευσταθεί στην ουσία, καθόσον ο δεύτερος κατηγορούμενος, απολογούμενος ανέφερε ότι είχε ασκηθεί στο παρελθόν ποινική δίωξη σε βάρος του. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι.”.Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματία, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 15, 45 και 231 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι διαπράχθηκε από τον έμπορο καυσοξύλων Φ1 το πλημμέλημα της παράνομης υλοτομίας και θέλησαν να ματαιώσουν τη δίωξη του γι’ αυτήν, επιτυγχάνοντες με την παράλειψη της οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, την παρεμπόδιση της διωκτικής αρχής να ασκήσει κατ’ αυτού τη σχετική ποινική δίωξη. Ακόμη από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται τόσον αυτή του πρώην Προέδρου του “Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Διαχείρισης Συνιδιοκτησίας Δάσους και Χορτονομής Πηγών Άρτας” Π1, όσο και εκείνη του μάρτυρα υπερασπίσεως …. καθώς και όλα, δίχως κάποια εξαίρεση, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και γι’αυτό είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Τέλος η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων κάποιων μαρτύρων και η εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου αναγνωσθέντων εγγράφων, την οποία οι ίδιοι επικαλούνται, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, ενώ ο πρώτος κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2008 κοινή αίτηση των 1) …… και 2) του ….., για αναίρεση της με αριθμό 3/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.