AΠ 53/2013 – Ορισμένο του αναιρετικού λόγου για μη λήψη υπόψη αποδείξεων

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Σύμφωνα με την απόφαση για να είναι ορισμένο το αναιρετήριο πρέπει να καθορίζονται σε αυτό τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Πρέπει ακόμα να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό.

 

Αριθμός 53/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Ε., κατοίκου …, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιωτόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Γκίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1337/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5047/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 -12-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 22-12-2012 αίτησης για αναίρεση της 5047/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκ του άρθρου 559 αρ. 11Γ’ ΚΠολΔ, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ‘ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1506/2006, 1494/2009) πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλ. που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο, ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 1190/82).
Συνεπώς πρέπει, να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και ν` αναφέρεται ότι έγινε ή δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 30/97). Πρέπει ακόμη να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό (ΑΠ 88/2003, 584/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, το Εφετείο, που δίκασε επί της από 26-5-2010 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1337/2010 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην αυτής και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενου γάμου, αφού εξαφάνισε, λόγω της ερημοδικίας, την απόφαση αυτή, δέχθηκε ομοίως την αγωγή και απήγγειλε τη λύση του γάμου αυτού, κατ’ άρθρο 1439 εδ. γ’ ΑΚ λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, συνεπεία συνεχούς διετούς τουλάχιστον διαστάσεως. Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: “Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, τις ενώπιον της συμ/φου Αθηνών … με αριθμούς …, …, και …, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα……μετά την …γνωστοποίηση και κλήση εξέτασης μαρτύρων του ενάγοντα προς την εναγομένη…. καθώς και τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …,και …, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, που ελήφθησαν νομότυπα ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του εφεσιβλήτου, λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα… αποδεικνύονται τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο… στις 5-12-1998 .. από τον οποίον απέκτησαν ένα τέκνο… Μετά το γάμο τους συμβίωσαν στο …ως τις 23-11-2007, οπότε η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε, με οριστική πρόθεση διακοπής της…Το γεγονός αυτό καθώς και ο άνω χρόνος έναρξης της διάσπασης …αποδεικνύεται πλήρως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα, περί αυτού καταθέτουν οι μάρτυρες του ενάγοντα, οι καταθέσεις των οποίων κρίνονται πειστικές, προκύπτει δε και από το συνδυασμό των ισχυρισμών της εναγομένης με τις καταθέσεις των μαρτύρων της. Ειδικότερα ο ενόρκως καταθέσας μάρτυρας του αναφέρει ότι αμέσως μετά την αποχώρηση του ενάγοντα από τη συζυγική οικία διέμενε προσωρινά μαζί του…ενώ στη συνέχεια μίσθωσε δικό του διαμέρισμα από 17-4-2008… στο …όπου κατοικεί έως σήμερα.. Ήδη το έτος 2009 ο ενάγων υπέβαλε χωριστή φορολογική δήλωση για όλα τα εισοδήματα του του οικονομικού έτους 2008… από την αρχή δε του έτους 2008 αυτός της κατέβαλε διατροφή μηνιαίως για την κόρη της….. γεγονός που αναφέρει και στο από 1-3-2010 σημείωμα της. Έτσι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας – εναγομένης, ότι αυτή αποχώρησε το πρώτον από τη συζυγική οικία 28/6 του 2009 κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Η ίδια η εναγομένη στην από 25-5-2009 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας της ..ισχυρίζεται ότι υπήρξε διακοπή κάθε μεταξύ τους σχέσης από τον Ιούλιο του 2007, ενώ στην έφεση της αναφέρει ότι τότε ο ενάγων (καλοκαίρι του 2007) έβγαλε τη βέρα του και έκανε χωριστές διακοπές για πρώτη φορά από την οικογένεια του. Οι μάρτυρες της καταθέτουν μάλιστα ότι αυτός από το χρόνο αυτό είχε μετατρέψει την οικία του σε ξενοδοχείο και ότι αυτή ήταν μια κατάσταση την οποία αποδεχόταν η εναγομένη, χωρίς να έχει όμως καμιά ουσιαστική σχέση με το σύζυγο της. Ήδη οι διάδικοι έχουν ασκήσει αντίθετες αγωγές για τη λύση του γάμου τους, στηριζόμενες στον ισχυρό κλονισμό της σχέσης τους, οι οποίες εκκρεμούν. Η διάσταση συνεχίστηκε έκτοτε (23-11-2007) χωρίς διακοπή, ως τη συζήτηση της αγωγής (7-12-2009), .. χωρίς τη θέληση να διατηρηθεί ο μεταξύ τους γάμος. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται πλήρως η διάσταση των διαδίκων συζύγων, συνεχώς, από διετίας τουλάχιστον πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής…”. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα απ’ αυτήν, ενώπιον του, αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα “Την επ’ ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρος της Ε. Τ., η οποία μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα της δήθεν διετούς διαστάσεως τους ο αντίδικος πηγαινοερχόταν στην οικία τους … και ότι το χρονικό σημείο οριστικής και αμετάκλητης διασπάσεως ήταν η 28-6-1999 και όχι η ισχυριζόμενη από τον αντίδικο ημερομηνία (23-11-2007)..” που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο η απόφαση, που δέχθηκε ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, λόγω δήθεν συνεχούς επί διετία διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης τους, και έλυσε, για την αιτία αυτή τον μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο είναι εσφαλμένη. Με το ως άνω περιεχόμενο ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος. Από δε την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε με λόγο έφεσης της και με τις έγγραφες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της, τον ισχυρισμό περί μη συμπληρώσεως διετούς συνεχούς διάστασης των διαδίκων, κατα το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ με την προσθήκη αυτών, μετά τη συζήτηση της έφεσης επικαλέσθηκε επί πλέον ότι ” Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ενώπιον σας (σημ: του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) η μάρτυς Ε. Τ… αδελφή μου.. ο άνθρωπος που έχει ζήσει πιο κοντά απ’ όλους …τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στη διάσπαση του εγγάμου βίου και μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικότητας επιβεβαίωσε και εξ ιδίας γνώσεως.. τη βασιμότητα και αλήθεια του περιεχομένου της υπό κρίση εφέσεως μου … ότι η πραγματική διάσταση με τον αντίδικο επήλθε όταν αποχώρησα για λόγους αποκλειστικής υπαιτιότητας του αντιδίκου από τη συζυγική μας εστία τον Ιούνιο 2009… Η ούτως έχουσα …πειστική κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος…. σε συνδυασμό με τις… ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αποδεικνύουν .. το αληθές και βάσιμο των ισχυρισμών μου”. Από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Εφετείου, προκύπτει ότι ενώπιον αυτού εξετάσθηκε ενόρκως η μάρτυρας της εκκαλούσας- εναγομένης Ε. Τ.. Πλην όμως, δεν προκύπτει με βεβαιότητα από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κατάθεση αυτής συναξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού καμμιά αναφορά δεν γίνεται γι’ αυτήν στο προπαρατεθέν οικείο μέρος της προσβαλλόμενης, ούτε άλλωστε προκύπτει οποιαδήποτε μνεία αυτής από το λοιπό περιεχόμενο αυτής. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (δεύτερος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί την υπ` αριθ. 5047/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.