ΑΠ 445/2013 – Τεκμήριο κατοχής του κοινού από τον συγκύριο εξ ονόματος όλων των συγκυρίων

1123641Ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν καταστήσει σε αυτούς γνωστή την απόφαση του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του η ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Τοιαύτη εξωτερίκευση της βουλήσεως δεν εμπεριέχεται στην παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η πρώτη αρχικώς εναγομένη από το έτος 1935 εγκατεστάθη στην … και ότι δεν επέδειξε ενδιαφέρον για τα επίδικα, αντίθετα προς τους δύο ενάγοντες αδελφούς της, που και οι ίδιοι κατά τις σχετικές παραδοχές από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 είχαν εγκατασταθεί μονίμως στην ….

 

Αριθμός 445/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Γ. χας Δ. Ν., το γένος Μ. Κ., κατοίκου …, 2. Α. θυγ. Μ. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3. Ν. συζ. Μ. Ο., το γένος Μ. Κ., κατοίκου …, οι οποίες 1η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελένη Κοντογιαννοπούλου, η οποία δήλωσε ότι η 2η αναιρεσείουσα (Α. Κ.) απεβίωσε στις 10-11-2008 και κληρονομήθηκε από την Γ. Ν. και Ν. Ο., ήδη πρώτη και τρίτη αναιρεσείουσες.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Χ. του Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Μ. Ν. Λ., το γένος Ν. Χ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Α. Χ.) απεβίωσε στις 30-12-2009 (ετών 76) και κληρονομήθηκε από τον Ν. Χ. του Α. και την Γ. θυγ. Α. Χ., κατοίκων …, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω (Νικ. Αναγνωστόπουλο) πληρεξούσιο δικηγόρο τους και 3. Μ. συζ. Σ. Κ., το γένος Θ. και Σ. Δ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-1007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/ΤΠ/1998 μη οριστική, 27/ΤΠ/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-9-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 6-12-2000 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’, 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κωδικός, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και ότι ο αντίδικος του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να κοινοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε και η δίκη στην περίπτωση αυτή επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της προσκλήσεως. Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος ( εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου)αυτού , ο οποίος, όμως, κατά το άρθρο 292 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν παρέλθει η προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν χάσει με οποιδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποιήσεως. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο της δευτέρας αναιρεσειούσης Α. θυγ. Μ. Κ., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 86/11.11.2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, την 10/11/2008, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως επακολουθεί και συνεχίζεται η δίκη με τους, α) Γ. χήρα Δ. Ν., β) Ν. σύζ. Μ. Ο., πρώτη και τρίτη εκ των αναιρεσειουσών, υπό την ιδιότητα τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης διαδίκου, αδελφών της, όπως αποδεικνύεται από τα υπ’ αριθμ. 27698/2012 και 20033/2009 πιστοποιητικά του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ’ αριθμ. 3080/22.2.2011 πιστοποιητικό του Δήμου Αθηνών, κατόπιν της στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως γενομένης δηλώσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης και τρίτης αναιρεσειούσης περί της γενομένης βιαίας διακοπής της δίκης και της εκούσιας επαναλήψεως της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 34/30.12.2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Μαραθώνος και την από 10/9/2008 ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Χ., δημοσιευθείσα με τα υπ’ αριθμ. 1577/11.3.2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εκ των εναγόντων και πρώτος αναιρεσιβλητος Α. Χ. απεβίωσε την 30/12/2009 και δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Ν. Α. και Γ. Α., τα οποία, κατόπιν της γενομένης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους δηλώσεως περί βιαίας διακοπής της δίκης και επαναλήψεώς της, καταχωρηθείσης στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, νομίμως συνεχίζουν την δίκη.
II. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αναίρεση του εναγομένου πρέπει να απευθύνεται κατά των ομοδίκων – εναγόντων, μετά των οποίων τελούσε σε αντιδικία στη δίκη κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων – εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει υπέρ αυτού την προσβαλλομένη απόφαση. Δεν δύναται , όμως, να απευθύνει την αναίρεση και κατά του συνεναγομένου του, μετά του οποίου τελεί σε σχέση απλής ομοδικίας, εκτός εάν η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ’ αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, απλού ομοδίκου του, επέχουσα ισχύ δεδικασμένου, ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε, οπότε, αν και νίκησε, έχει έννομο συμφέρον να στρέψει την αναίρεση και κατά του εν λόγω απλού ομοδίκου του. (αρθρ. 556§2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 18/8/1997 αγωγή των πρώτου και δευτέρας εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Χ. και Μ. Λ. κατά των α) Χ. χήρας Μ. Κ., β) Γ. χήρας Γ. Ν., γ) Α. Κ., δ) Ν. συζ. Μ. Ο. και ε) Μ. συζ. Σ. Κ., με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητος των εναγόντων επί των σ’ αυτή περιγραφομένων επτά ακινήτων, ως προς την πέμπτη εκ των συνεναγομένων Μ. σύζ. Σ. Κ., με την αιτιολογία ότι ουδέποτε οι ενάγοντες άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής επί του ακινήτου αυτού, χωρίς σ’ αυτή να περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικές για τις αναιρεσείουσες – εναγόμενες και υπέρ της συνεναγομένης των Μ. συζ. Σ. Κ., απλής αυτών ομοδίκου, στην δια της άνω αγωγής ανοιγείσα δίκη. Την ένδικη, όμως, αναίρεση οι αναιρεσείουσες εναγόμενες απευθύνουν όχι μόνον κατά των εναγόντων , ως προς τους οποίους για τα έξι από τα συνολικώς επτά επίδικα ακίνητα ηττήθησαν, αλλά και κατά της άνω συνεναγομένης των, χωρίς μάλιστα να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως τα ειδικότερα εκείνα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο αυτών συμφέρον να απευθύνουν την αναίρεση και κατά της ανωτέρω ομοδίκου των, ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως έναντι αυτής, όσον αφορά το υπ’ αριθμ. 3 της αγωγής ακίνητο. Επομένως, η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
III. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βουλήσεως του κατόχου να εξουσιάζει το πράγμα ως ιδικό του. Και κατά την διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980,981, 982 και 994 ΑΚ συνάγεται ότι, ο συγκοινωνός που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ αυτούς γνωστή την βούληση του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Η αρχή όμως αυτή, προϋποθέτουσα νομίμως υφισταμένη κοινωνία κατά τον χρόνο ενάρξεως της νομής εκ μέρους ενός εκ των συγκοινωνών που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, δεν εφαρμόζεται όταν οι κοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή επί επικοίνου ακινήτου, αφού έκτοτε έκαστος εξ αυτών με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σε αυτόν εκ της ατύπου διανομής, καθώς και όταν κάποιος εκ των κοινωνών εξωτερίκευσε την βούληση του να μην είναι συννομέας του επικοίνου. Και κατά την διάταξη του άρθρου 983 του ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως. Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Τα επίδικα ακίνητα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια … Ν. Φωκίδος, είναι α) ένα οικόπεδο, μέσα στον οικισμό …, εκτάσεως 500 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν νοτιοανατολικούς με κοινοτικό δρόμο, νοτιοδυτικά, με ιδιοκτησία Β. Τ., δυτικώς με ιδιοκτησία Ι. Κ., βορείως με πρώην ρέμα και βορειοανατολικούς με εκκλησιαστικό χώρο Αγίας Βαρβάρας β) ένα οικόπεδο, κείμενο εντός του υπό εφαρμογή σχεδίου πόλεως …, κείμενο στη θέση «…», εμβαδού 2.150τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικούς με αγροτικό δρόμο, ανατολικώς με αγροτικό δρόμο, νοτίως εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Θ.Γ., εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Β. χήρας Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Θ.Γ. και δυτικώς με ακίνητα ιδιοκτησίας Α. συζ. Α. Μ. και Α. Κ.Π. γ) ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση «…» ή «…», εκτάσεως 1.200 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν ανατολικώς με Χάνδακα, νοτίως με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ε. Ι.Σ., δυτικώς με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Λ.Μ. και βορείως με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν. Ν., δ) ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση «…», εκτάσεως 4.000 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητο ιδιοκτησίας Λ. Σ., με ποταμό, με ακίνητα ιδιοκτησίας Α. Α., Α. Χ. και με ποταμό Καντανίτη ε) ένα αγροτεμάχιο, στη θέση «…», εκτάσεως 4.000 τ,μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητα ιδιοκτησίας Ν. Φ., Π. Α. Κ., Ι. Μ.. Δ. Α. Θ. και Γ. Δ. Π., στ) ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση «…» ή «…», εκτάσεως 3.000 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητα ιδιοκτησίας Δ. Π., Κ., Ι. Γ. Κ. και αγροτικό δρόμο και ζ) ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση «…», εκτάσεως 1.000 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητα ιδιοκτησίας Α. Σ., Λ. Θ. και Λ. Γ.Κ.. Τα ως άνω ακίνητα είχε στη νομή και κατοχή του, κατά το χρόνο του θανάτου του, ο πατέρας των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης Ν. Χ., που απεβίωσε το έτος 1949. Πριν από το θάνατο του, ο τελευταίος κατοικούσε στο …, μαζί με τη σύζυγο του (σε δεύτερο γάμο) Π. και τους ενάγοντες (τέκνα του), ενώ η πρώτη εναγομένη, τέκνο του από τον πρώτο γάμο του με την Γ. Π. (που είχε απεβιώσει το έτος 1917), είχε αποχωρήσει από την πατρική οικία, το έτος 1934, και είχε εγκατασταθεί στον …, όπου και παντρεύτηκε και απέκτησε τις 2η, 3η και 4η των εναγομένων. Μετά το θάνατο του πατέρα τους, οι ενάγοντες, οι οποίοι παρέμειναν για μερικά ακόμη χρόνια στο χωριό … μαζί με τη μητέρα τους Π., συνέχισαν να φροντίζουν τα άνω ακίνητα και να τα καλλιεργούν, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι δικά τους (πλην του κειμένου στη θέση «…» για το οποίο παρακάτω). Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο πρώτος ενάγων έφυγε από το χωριό και εγκαταστάθηκε στην …, όπου εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος, δημιουργώντας τη μόνιμη κατοικία του στη …. Μετά από λίγα χρόνια, κατά το έτος 1960 περίπου, και η δεύτερη ενάγουσα άφησε το χωριό … και μετέβη στο Παρίσι, όπου διέμεινε για διάστημα, 2-3 ετών περίπου και, στη συνέχεια, επέστρεψε στην …, όπου και δημιούργησε την κύρια κατοικία της και παντρεύτηκε. Παρά, όμως, την απομάκρυνση των εναγόντων από το χωριό …, όπου βρίσκονταν τα ως άνω επίδικα ακίνητα, δεν έπαυσαν να ενδιαφέρονται και να φροντίζουν γι’ αυτά (θεωρώντας τα δικά τους), είτε οι ίδιοι προσωπικά είτε μέσω της άνω μητέρας τους, που συνέχισε να διαμένει στην πατρική τους οικία μέχρι το 1981 που απεβίωσε, αρχικά καλλιεργώντας αυτά και στη συνέχεια εκμισθώνοντας τα σε τρίτους, προς καλλιέργεια ή βόσκηση των ζώων (βλ. και προσαχθέν από τους ενάγοντες αντίγραφο της από 20-9-1958 εντολής πληρωμής προς ΑΤΕ για τον πρώτο ενάγοντα ως σποροπαραγωγό του χωριού … αλλά και την από 19-7-1959 απόφαση του Νομάρχη Φωκίδας, που αφορά παραχώρηση δικαιώματος χρήσεως υδάτων του ποταμού Κηφισσού, για άρδευση αγρού του πρώτου ενάγοντος όχι μεν επιδίκου, πλην, όμως, εκ τούτου συνάγεται ότι ο ενάγων αυτός, παρά την απουσία του, από το …, ασχολείτο με την εκεί υπάρχουσα ακίνητη περιουσία του). Εξάλλου, η δεύτερη ενάγουσα επισκεπτόταν συχνά το … και όσο ζούσε η μητέρα της αλλά και στη συνέχεια, διαμένουσα, μαζί στα εκεί μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία διέμενε στην πατρική οικία και φρόντιζε για την εκμίσθωση των άνω ακινήτων σε τρίτους, ενεργώντας και για λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος γνώριζε και αποδεχόταν τις ενέργειές της αυτές (βλ. για τη διαμονή της ενάγουσας στο …, προσκομιθέν αντίγραφο της από 2-4-1988 αγωγής τρίτου κατά της (νυν) ενάγουσας, ως κατοίκου …, που αφορά ζημίες που προκάλεσε αυτή από αμέλεια της, στις 30-6-1986, ανάβοντας φωτιά στην αυλή της οικίας της στο …, καθώς και φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται το τότε ανήλικο τεκνό της που φοιτούσε στο νηπιαγωγείο, …). Η εκμίσθωση των άνω ακινήτων σε τρίτους προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, που υπήρξαν και οι ίδιοι μισθωτές τους κάποια χρονικά διαστήματα, γνώριζαν δε, ως κάτοικοι … από πολλών ετών, την πραγματική κατάσταση σχετικά με την νομή και εκμεταλλευτών των ακινήτων αυτών. Δεν αναιρούνται δε οι καταθέσεις τους από την κατάθεση του (πρώτου) μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος είναι σύζυγος της δεύτερης απ’ αυτές και δεν ήταν κάτοικος … αλλά απλώς επισκεπτόταν αυτό, μαζί με τη σύζυγο του. Εξάλλου, και σύμφωνα με την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος, η δεύτερη ενάγουσα εκμίσθωνε τα ακίνητα προς καλλιέργεια, τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία χωρίς, όμως, να είναι πειστικά τα κατατεθέντα από τον ίδιο μάρτυρα ότι αυτή ενεργούσε κατ’ εντολήν και για λογαριασμό της πεθεράς του, πρώτης (αρχικά) εναγομένης (και ήδη αποβιώσασας), γεγονός το οποίο το πρώτον προβλήθηκε, χωρίς μάλιστα να ενισχύεται η εν λόγω σχετική κατάθεση από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική (προς την παραπάνω) κρίση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν από κοινού στα άνω ακίνητα (πλην του τρίτου) τις προσιδιάζουσες σ’ αυτά διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου (1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μέχρις ότου η (αρχικά) πρώτη εναγομένη (ετεροθαλής αδελφή των εναγόντων), προβάλλοντας δικαίωμα κυριότητας στα ακίνητα αυτά ως κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής όλα τα ακίνητα κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων (θυγατέρες της) με το υπ’ αριθμ. …/1997 συμβόλαιο του Συμβ/φου Δωριέων Ευθυμίου Φιλίππου Μπελούμπαση και στη συνέχεια, οι τελευταίες, με το υπ’ αριθμ. …/1997 συμβόλαιο του ιδίου άνω Συμβ/φου, μεταβίβασαν στην πέμπτη εναγομένη, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, το ως άνω κείμενο στη θέση «…» ακίνητο. Επομένως, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των άνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία (αρθρ. 1045 ΑΚ). Αντίθετα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν. αποδείχθηκε ότι η άνω πρώτη εναγομένη άσκησε στα παραπάνω ακίνητα οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις, η ίδια ή μέσω αντιπροσώπου. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι, αφότου αυτή έφυγε από το … και εγκαταστάθηκε στον … το 1934, επέδειξε κάποιο ενδιαφέρον για τα ακίνητα αυτά η ασχολήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την εκμετάλλευση τους. Οι απλές επισκέψεις της στο χωριό … ή ακόμη και στις ευρύτερες τοποθεσίες όπου ανήκουν τα ακίνητα, κυρίως τα πρώτα χρόνια της απουσίας της και όσον ακόμη ζούσε ο πατέρας της, δεν συνιστούν, σε καμία περίπτωση, διακατοχικές πράξεις αυτής επί των άνω ακινήτων. Επίσης τα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες ότι τα άνω ακίνητα αφέθηκαν, λόγω προίκας, στην πρώτη εναγομένη από την μητέρα τους Γ. Π. που απεβίωσε το έτος 1917, δεν προκύπτουν βάσιμα από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, τότε, η πρώτη εναγομένη ήταν ηλικίας μόλις τριών ετών ούτε, εξάλλου, προκύπτει με ακρίβεια και σαφήνεια ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στην περιουσία της μητέρας της πρώτης εναγομένης κατά το χρόνο του θανάτου της (1917) ενόψει και του ότι τόσον αυτή όσον και ο πατέρας των διαδίκων άφησαν, πέραν των επιδίκων, και άλλη ακίνητη περιουσία. Επομένως, δεν αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας της (αρχικά) πρώτης εναγομένης επί των άνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, και ως εκ τούτου δεν κατέστησαν κυρίες και οι λοιπές εναγόμενες (θυγατέρες της), ως μη αποκτήσασες από κύριο και, επομένως, η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση αυτών περί ιδίας κυριότητας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, όσον αφορά το ευρισκόμενο στη θέση «…» ή «…» ακίνητο (αγροτεμάχιο), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έχει μεταβιβαστεί στην πέμπτη εναγομένη από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν και σ’ αυτό διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια κ.λ.π.), ώστε να έχουν αποκτήσει και επ’ αυτού κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν. Κάτι τέτοιο δεν προέκυψε ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων των ιδίων εναγόντων, από τους οποίους ο μεν πρώτος κατέθεσε ότι «το χωράφι στο … ήταν φυτεμένο πριν από 30 χρόνια. Μετά τα 30 χρόνια και προς τα εδώ δεν ήταν φυτεμένο και δεν είδα άλλον να το φυτεύει», ο δε δεύτερος δεν γνώριζε να καταθέσει κάτι συγκεκριμένο για το εν λόγω ακίνητο. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων προέκυψε ότι το ακίνητο αυτό δεν καλλιεργείται (ο πρώτος το γνωρίζει από το έτος 1966 και ο δεύτερος από 1982), ενώ από την κατάθεση του πρώτου απ’ αυτούς προέκυψε επί πλέον, ότι τούτο αποτελούσε χώρο απορριμμάτων, που καθαρίστηκε μετά τη διάνοιξη του παρακειμένου ρέματος από την Κοινότητα …, που έγινε μετά από ενέργειες της πεθεράς του (πρώτης εναγομένης), πριν από 17 περίπου χρόνια. Επομένως, ως προς το άνω ακίνητο και όσον αφορά στην πέμπτη εναγομένη η ένδικη αγωγή πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφού δεν αποδείχθηκε κυριότητα των εναγόντων επ’ αυτού. Κατά τα λοιπά, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς τα άνω υπόλοιπα ακίνητα, να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι των ακινήτων αυτών, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη), που κατέχουν τα εν λόγω ακίνητα, να τους τα αποδώσουν. Όσον αφορά τη … αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας των ως άνω συμβολαίων γονικής παροχής και πωλήσεως (συμβάσεων) λόγω έλλειψης κυριότητας της πρώτης εναγομένης (παρέχουσας) επί των άνω, μεταβιβασθέντων, ακινήτων, αυτή (αγωγή) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513επ, 1033 και 1191 του ΑΚ, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης, αλλά εκείνος προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση δεν αποκτά κυριότητα αφού η μεταβίβαση έγινε από μη κύριο». Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής της υπό των εναγόντων ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου υπ’ αριθμ. 27/ΤΠ/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή των ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και μετ’ εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, έκανε δεκτή την αγωγή αυτή εν μέρει για τα έξι από τα συνολικώς επτά επίδικα ακίνητα, ενώ την έκρινε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και ως τοιαύτη την απέρριψε, όσον αφορά το με αριθμό της αγωγής τρία (3) ακίνητο, κείμενο στη θέση «…» ή «…», εμβαδού 1200 τ.μ., κατεχόμενο από την εκ των αναιρεσιβλήτων συνεναγομένη Μ. σύζ. Σ. Κ.. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, και έτσι, όπως έκρινε, εστέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα εκ των αποδείξεων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο εδέχθη ότι τα επίδικα, ως προς τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή, τελούσαν υπό την νομή και κατοχή του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ν. Χ. μέχρι τον θάνατο του την 9/7/1949, χωρίς μέχρι το χρονικό αυτό σημείο να λάβει χώρα άτυπη παραχώρηση της νομής των στους ενάγοντες, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, στο δικαίωμα της νομής στα έξι από τα επτά επίδικα ακίνητα να υπεισέλθουν αυτοδικαίως από κοινού κατά το ιδανικό κληρονομικό τους μερίδιο, τόσον οι ενάγοντες όσον και η πρώτη εκ των αρχικώς εναγομένων ( ήδη αποβιώσασα) Χ. χήρα Μ. Κ., μητέρα των δευτέρας, τρίτης και τετάρτης εξ’ αυτών, στη συνέχεια εδέχθη την απόκτηση της κυριότητος από τους ενάγοντες επί των έξι αυτών ακινήτων δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, χωρίς να διευκρηνίζεται στην απόφαση εάν οι ενάγοντες, ως συγκληρονόμοι με την πρώτη αρχικώς εναγομένη αδελφή τους Χ. χήρα Μ. Κ., εγνωστοποίησαν σ’ αυτήν την βούληση τους να νέμονται τα άνω επίδικα εξ ολοκλήρου ή και πλέον της κληρονομικής των μερίδος ή και εάν η τελευταία εξωτερίκευσε την βούληση της να μην είναι συννομμέας επί των ιδίων επιδίκων, οπότε δεν ήταν αναγκαία η του ανωτέρω περιεχομένου γνωστοποίηση. Τοιαύτη εξωτερίκευση της βουλήσεως της δεν εμπεριέχεται στην παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η πρώτη αρχικώς εναγομένη από του έτους 1935 εγκατεστάθη στην … και ότι δεν επέδειξε ενδιαφέρον για τα επίδικα, αντίθετα προς τους δύο ενάγοντες αδελφούς της, που και οι ίδιοι, κατά τις σχετικές παραδοχές, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 είχαν εγκατασταθεί μονίμως στην … . Επομένως, η από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση που περιέχεται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που με αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, και δη ως προς τα υπ’ αριθμ της αγωγής 1, 2, 4, 5, 6 και 7 της αγωγής ακίνητα και παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση, μόνον ως προς τα ακίνητα αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/9/2008 αίτηση της Γ. Δ. Ν. κ.λ.π. για αναίρεση της 38/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, ως προς την εκ των αναιρεσιβλήτων Μ. συζ. Σ. Κ.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες α) Γ. χήρα Δ. Ν. και β) Ν. σύζ. Μ. Ο. στα δικαστικά έξοδα της εν λόγω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την 38/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατά το προαναφερόμενο μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους α) Ν. Χ. του Α., β) Γ. θυγ. Α. Χ., ως κληρονόμων του αρχικώς πρώτου αναιρεσιβλήτου Χ. Α. και γ) την δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. Ν. Λ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών α) Γ. χήρας Δ. Ν. και β) Ν. συζ. Μ. Ο. τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.