ΑΠ 414/2013 – Διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής Εθνικού Κτηματολογίου για κτήμα στο όνομα »άγνωστου» ιδιοκτήτη

ktimatologioΌταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως άγνωστου ιδιοκτήτη όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση, η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου. (Βλ. επίσης ΑΠ 258/2013, ΑΠ 259/2013 και ΑΠ 309/2012).

 

Αριθμός 414/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος – καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης – καθής η κλήση: Μ. Π. του Α., συζ. Ι. Κ., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και της από 6/11/2006 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 71/2009 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16/9/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 617/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/7/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ’ αποδοχή του πρώτου λόγου της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση της 617/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-2-2012, νομίμως φέρεται προς συζήτηση με κλήση του αναιρεσείοντος η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή. Όπως δε προκύπτει από τις 1035β και 1036β/26-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδος …, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης με την υπ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου κατά την τελευταία δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως μετά από παραγγελία της πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, αφού αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως εάν και αυτή ήταν παρούσα (αρθ. 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, με το άρθρο 6 παρ.1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 ορίζονται τα εξής: «1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ.2 περ. β’ του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της οκταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας για τους οποίους η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής είναι δέκα ετών … . Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου … 3. α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπομένης στην παρ.2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου, που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κυρίας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωρηθεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της παραπάνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες. Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. β) Με την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στον μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος. Συνακόλουθα δεν μπορεί να ζητηθεί με την αίτηση αυτή ή την κυρία παρέμβαση η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ώστε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι’ αυτό άλλωστε η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 6 παρ.3 όπως ισχύει) αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας ισχυρίσθηκε ότι με βάση αποδοχή κληρονομίας που δεν έχει μεταγραφεί κατέστη κυρία του επιδίκου και ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης από παραδρομή δεν υπέβαλε τη σχετική δήλωση που αφορά την κυριότητά της στο επίδικο, με αποτέλεσμα αυτό να εμφαίνεται στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», γεγονός που καθιστά ανακριβή τη σχετική κτηματολογική εγγραφή στο αντίστοιχο για το ακίνητο αυτό κτηματολογικό φύλλο του οικείου κτηματολογικού βιβλίου και επιτρέπει νομικώς να θεωρείται τούτο μετά την οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, ως ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και να τίθεται υπό αμφισβήτηση η επ’ αυτού κυριότητα της αιτούσας. Με βάση τα παραπάνω, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής (πρώτης) εγγραφής του ακινήτου αυτού στα κτηματολογικά βιβλία. Το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε κυρία παρέμβαση με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, του οποίου η αιτούσα, καθής η παρέμβαση, ζητάει να αναγνωρισθεί κυρία και να διαταχθεί η διόρθωση, ως ανακριβούς της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία σε σχέση με αυτό, είναι ανέκαθεν δημόσια έκταση, περιήλθε δε στην ιδιοκτησία του, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, επικουρικά ότι κατέστη κύριος αυτού (επιδίκου) με κατάληψή του ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση άλλως σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1883 Β.Δ/τος κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά το κυρίως παρεμβαίνον ζήτησε, όπως απορριπτομένης της αίτησης, να γίνει δεκτή η κυρία παρέμβασή του και να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, να υποχρεωθεί η αιτούσα να του το αποδώσει και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή, ως άγνωστου ιδιοκτήτη, ώστε να αναγραφεί σε αυτό ιδιοκτήτης το ίδιο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, αφού παραθέτει το κατ’ εκτίμησή του ιστορικό της ένδικης κύριας παρέμβασης, στη συνέχεια δέχθηκε σε σχέση με το νόμιμο αυτής τα ακόλουθα «η υπό κρίση κυρία παρέμβαση με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι το κυρίως παρεμβαίνον ουσιαστικά αμφισβητεί την κυριότητα της αιτούσας επί του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα επ’ αυτού μη μεταγραφέν. Το γεγονός ότι το εκκαλούν σωρεύει και δεύτερο αίτημα στην ένδικη παρέμβαση ζητώντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» ώστε να αναγραφεί στο επίδικο ως ιδιοκτήτης το Ελληνικό Δημόσιο δε μπορεί να καταστήσει την παρέμβαση νόμιμη, εφόσον η αμφισβήτηση του ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί εξεταστέα έννομη σχέση μόνο στην περίπτωση που το εγγραπτέο δικαίωμα δεν έχει μεταγραφεί». Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά το πρώτο αίτημα της κυρίας παρεμβάσεως για αναγνώριση της κυριότητας του παρεμβαίνοντος στο επίδικο ακίνητο και την απόδοσή του σε αυτό κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα. Αναφορικά όμως με το παραπάνω δεύτερο αίτημα της κυρίας παρεμβάσεως περί διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, παραβίασε κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου αυτής τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ,3α του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006, τις οποίες δεν εφάρμοσε παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Είναι συνεπώς βάσιμος κατά ένα μέρος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ’ ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου) με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω πλημμέλειες. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο μέρος, κατά το οποίο έγινε δεκτός κατά ένα μέρος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 71/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.