ΑΠ 2063/2008 – Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1

Αριθμός 2063/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σίδερη – Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση

του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χς, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 614 και 641/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 19.10.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/12008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτοί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για τη στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 397 παρ. 1 ΠΚ εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν «πρόθεση», δηλαδή δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του υπαιτίου έχει αξίωση κατ’ αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικά ή εν μέρει, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή ολικά ή εν μέρει με μια από τις ρητά και περιορισμένα ερειδόμενες στην ως άνω διάταξη πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η δίωξη χωρεί μόνο ύστερα από έγκληση του δανειστή (άρθρο 397 παρ. 3 ΠΚ), για την οποία τάσσεται στο νόμο (άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ) τρίμηνη προθεσμία που αρχίζει αφότου ο δικαιούμενος στην έγκληση έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως της καταδολιεύσεως, καθ’ όλα τα ανωτέρω στοιχεία που συγκροτούν αυτή, ως και του προσώπου που την τέλεσε. Εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, χάνεται το δικαίωμα της εγκλήσεως και εξαλείφεται συγχρόνως το αξιόποινο της πράξεως, το επιλαμβανόμενο δε αυτής συμβούλιο ή δικαστήριο παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε γι’ αυτή (άρθρα 309 παρ.1 περ. β’, 310 παρ.1 εδ. β’ και 370 περ. β’ ΚΠΔ). Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, πρέπει δε να διαλαμβάνει, αν πρόκειται για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, το χρόνο που ο δικαιούμενος στην υποβολή της εγκλήσεως έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή ενός από τους συμμετόχους της, χωρίς να απαιτείται η αναφορά της συγκεκριμένης ημέρας υποβολής της εγκλήσεως η οποία αρκεί να προκύπτει από την δικογραφία, ενώ, ως προς τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητά της, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Από άτυπη σύμβαση δανείου, που είχε συναφθεί τον μήνα Μάρτιο 1999 μεταξύ του εγκαλούντος ως δανειστού και του κατηγορουμένου δανειολήπτου, ο τελευταίος όφειλε στον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 45.000.000 δρχ ή 132.061 Ευρώ. Ο κατηγορούμενος δανειολήπτης εγνώριζε την ύπαρξη αυτής της οφειλής του, αφού ο προς απόδοση του δανείου χρόνος (Σεπτέμβριος 2000) είχε παρέλθει προ πολλού, και επιπλέον την είχε ρητώς (εγγράφως) αναγνωρίσει με την από 16-10-2000 δήλωση αναγνώρισης χρέους. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε ο κατηγορούμενος οφειλέτης ήταν ένα διαμέρισμα εμβαδού 200,44 τμ του Β ορόφου πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ΧΧΧ αριθμός ΧΧΧ στην ΧΧΧ, αντικειμενικής αξίας 10.026.828 δρχ ή 29.425,74 Ευρώ. Μολονότι δε εγνώριζε ότι δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο και ότι η εναπομένουσα περιουσία του είναι μηδαμινή και οπωσδήποτε ανεπαρκής για την ικανοποίηση του δανειστού του και θέλοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση της, την επομένη της αναγνωρίσεως του ως άνω χρέους προέβη σε δόλια ενέργεια από τις ρητά και περιορισμένα αναφερόμενες στο άρθρο 397 & 1 ΠΚ. Συγκεκριμένα με το υπ’ αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σπάρτης Πολύτιμης Αλεξανδρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην θυγατέρα του Α λόγω γονικής παροχής το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας του εν λόγω ακινήτου. Με τον τρόπο αυτό αποξενώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που έως τότε διέθετε και έτσι ματαίωσε κατά τον ίδιο βαθμό την ικανοποίηση της απαιτήσεως του εγκαλούντος δανειστού, αφού ο τελευταίος δεν μπορεί πλέον να επισπεύσει κατ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση για το εν λόγω περιουσιακό δικαίωμα στο ως άνω περιουσιακό του στοιχείο. Περαιτέρω, η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, για την πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών, ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως του παθόντος Β. Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, φέρει χρονολογία 22.4.2003 και υποβλήθηκε στις 24.4.2003 κατά τη χρονολογία αυτή, ήτοι μετά πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως. Ο εγκαλών δε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου που την στήριξε στα κατ’ είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, έλαβε γνώση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης και του προσώπου που την τέλεσε, δηλαδή του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και του γεγονότος ότι τα εναπομένοντα σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα), μετά την απαλλοτρίωση της 17.10.2000, περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2003 οπότε και χωρίς χρονοτριβή υπέβαλε την ως άνω έγκληση εντός της οριζομένης από το άρθρο 117 του Π.Κ. τριμήνου προθεσμίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση, στη συνέχεια δε κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για καταδολίευση δανειστών και επέβαλε στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 397 του ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα: Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και η μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, αιτιολογεί δε ειδικώς ότι ο κατηγορούμενος, κατά του οποίου ο εγκαλών είχε απαίτηση ύψους 45.000.000 ή 132.061 ευρώ, προερχομένη από δάνειο το οποίο του είχε δώσει, ματαίωσε την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του αυτής, με το να μεταβιβάσει στη θυγατέρα του, με το υπ’ αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σπάρτης Πολύτιμης Αλεξανδρίδη που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επί του προπεριγραφομένου διαμερίσματος, αντικειμενικής αξίας 10.026.828 δρχ ή 29.425,74 ευρώ, το οποίο αποτελούσε και το μοναδικό αυτού περιουσιακού στοιχείου, καθώς και το εμπρόθεσμο της υποβληθείσας εγκλήσεως, εφόσον είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των τριών μηνών από την τέλεση του κατηγορουμένου εγκλήματος, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση της καταδολιευτικής ως άνω πράξεως, καθ’ όλα στοιχεία που την συγκροτούν, κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003 και υπέβαλε την έγκλησή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα στις 24.4.2003, ήτοι εντός του τριμήνου αφότου έλαβε γνώση της καταδολιευτικής ως άνω πράξεως, ενώ αναφέρεται στην απόφαση τόσο το ύψος της εκ δρχ 45.000.000 οφειλής του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (17.10.2000), χωρίς να είναι αναγκαία, όπως ο αναιρεσείων αβασίμως ισχυρίζεται, η λεπτομερής αναφορά των μετά το έτος 2001, σε μερική εξόφληση της οφειλής, καταβληθέντων ποσών, όσο και ότι το αντικειμενικής αξίας των 10.026.828 δρχ ή 29.425,74 ευρώ μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αναιρεσείοντος, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ψιλή κυριότητα, δεν είναι επαρκές για την πλήρη ικανοποίηση της απαιτήσεως του εγκαλούντος και δεν είναι αξιόλογο για να εκποιηθεί άνευ της επικαρπίας. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’, Ε’ και Η’ σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των προσθέτων αυτής λόγων, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Η αιτίαση τέλος που περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι δηλαδή από τις αποδείξεις προκύπτει χρόνος γνώσεως του εγκαλούντος – αναιρεσείοντος προγενέστερος πέραν των τριών μηνών από την υποβολή της εγκλήσεως, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.7.2008 αίτηση, ως και τους από 19.8.2008 προσθέτους λόγους, του Χ για αναίρεση της 614,641/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.