ΑΠ 1975/2006 – Ποινική ευθύνη φαρμακοποιών

Ποινική ευθύνη φαρμακοποιών. Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 1729/1987 με την ποινή του άρθρου 5 τιμωρείται ο φαρμακοποιός ή έμπορος φαρμάκων γενικά, διευθυντής ή υπάλληλος φαρμακείου ή οποιοσδήποτε άλλος στο φαρμακείο, ο οποίος εν γνώσει του χορηγεί ναρκωτικά χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα από όσα αναγράφονται σ’ αυτή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτή κακουργήματος της καταχρήσεως ιδιότητας φαρμακοποιών απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του δράστη, ο οποίος έχει την ιδιότητα του φαρμακοποιού ή εμπόρου φαρμάκων γενικά, διευθυντή ή υπαλλήλου φαρμακείου ή άλλου στο φαρμακείο, ότι χορηγεί ναρκωτικά, χωρίς να υπάρχει η προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα των όσων σ’ αυτήν αναγράφονται.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: XXX, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαγεωργίου-Γονατά, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1673/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2002/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 1729/1987 με την ποινή του άρθρου 5 τιμωρείται ο φαρμακοποιός ή έμπορος φαρμάκων γενικά, διευθυντής ή υπάλληλος φαρμακείου ή οποιοσδήποτε άλλος στο φαρμακείο, ο οποίος εν γνώσει του χορηγεί ναρκωτικά χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα από όσα αναγράφονται σ’ αυτή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτή κακουργήματος της καταχρήσεως ιδιότητας φαρμακοποιών απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του δράστη, ο οποίος έχει την ιδιότητα του φαρμακοποιού ή εμπόρου φαρμάκων γενικά, διευθυντή ή υπαλλήλου φαρμακείου ή άλλου στο φαρμακείο, ότι χορηγεί ναρκωτικά, χωρίς να υπάρχει η προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα των όσων σ’ αυτήν αναγράφονται. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά η ύπαρξη της ανωτέρω μορφής του δόλου, που αφορά την προαναφερόμενη πράξη, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως ειδικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την ιδιότητά του ως φαρμακοποιού στο ΧΧΧ και στο επί της οδού ΧΧΧ φαρμακείο του, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 18.3.1997, με πρόθεση χορηγούσε ναρκωτικά χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή και συγκεκριμένα χορηγούσε σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο ΧΧΧ, τις παρακάτω ποσότητες ψυχοτρόπων φαρμάκων α) HIPNOSWDON TABL 2 MG BT 432, β) JACTUS SIR AD. 200 ML FL 374, γ) DOVAVAXIN SIR 100 ML 0, 5 AD FL 178 και δ) TAVOR 1 MGX18 TABL BT 40, χωρίς μονόγραμμη φυλασσόμενη ιατρική συνταγή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της καταχρήσεως ιδιότητας φαρμακοποιών και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ. Με αυτά όμως που δέχθηκε δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αλλ’ ούτε και στο συμπληρούν εκείνο διατακτικό της, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που ανάγεται στην παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα γνώση της χορηγήσεως των ως άνω ναρκωτικών χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή, αλλά περιορίζεται να παραθέσει μόνο τη φράση “με πρόθεση”, που περιλαμβάνει τόσο τον άμεσο όσο και τον ενδεχόμενο δόλο. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περιττής μετά ταύτα καθισταμένης της έρευνας των υπόλοιπων λόγων αυτής και πρέπει κατά παραδοχή αυτού ως βασίμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1673/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2006.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.