ΑΠ 1825/2012 – Στοιχεία κύρους της διαταγής πληρωμής

EURO DOLLARΜεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει η διαταγή πληρωμής και την αιτία της πληρωμής. Ως αιτία της πληρωμής νοείται κατά τη διάταξη αυτή ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης που την εξατομικεύει, αρκεί δε για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, ο λόγος αυτός της απαίτησης να προσδιορίζεται συνοπτικά αλλά και κατά τρόπον που να μην δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του, χωρίς να απαιτείται και περιγραφή όλων των περιστατικών που τον συνιστούν. Θεωρήθηκε νόμιμη η διαταγή πληρωμής, όπου αναφέρεται ότι η αιτούσα επιδιώκει να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση τα αναφερόμενα έγγραφα και δη δεκατέσσερα τιμολόγια – δελτία αποστολής, προσδιοριζόμενα ατομικώς κατ’ αριθμόν, ημερομηνία εκδόσεως και ποσό, ότι ο καθ’ου οφείλει στην αιτούσα (βάσει των προεκτιθεμένων στην ίδια διαταγή πληρωμής) το ποσό των 16.144,59 ευρώ ευθυνόμενος στην καταβολή του ως οφειλέτης των προαναφερόμενων τιμολογίων.

Αριθμός 1825/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ι. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Σπυροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΠΑΚ ΑΒΕΕ» που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιούφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2007/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7012/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Kατά το άρθρο 630 του ΚΠολΔ η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων, την αιτία της πληρωμής (στοιχ. γ’) και το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί (στοιχ. δ’). Ως αιτία της πληρωμής νοείται κατά τη διάταξη αυτή ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης που την εξατομικεύει, αρκεί δε για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής ο λόγος αυτός (της απαίτησης) να προσδιορίζεται συνοπτικά, αλλά και κατά τρόπον που να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς να απαιτείται και περιγραφή όλων των περιστατικών που τον συνιστούν (ΑΠ 1094/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακοπτόμενης υπ’ αριθμ. 8798/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφέρεται σ’αυτήν, μεταξύ των άλλων, ότι «η αιτούσα επιδιώκει να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση τα αναφερόμενα έγγραφα» και δη δεκατέσσερα τιμολόγια-δελτία αποστολής, προσδιοριζόμενα ατομικώς κατ’ αριθμόν, ημερομηνία εκδόσεως και ποσό, ότι «ο καθ’ ού οφείλει στην αιτούσα (βάσει των προεκτιθεμένων στην ίδια διαταγή πληρωμής) το ποσό των 16.144,59 ευρώ, ευθυνόμενος στην καταβολή του ως οφειλέτης των προαναφερομένων τιμολογίων», και ότι (διατακτικό:) «διατάσσει τον καθ’ού να καταβάλει στην αιτούσα το ανωτέρω ποσό των 16.144,598 ευρώ από τιμολόγια, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας πληρωμής εκάστου τιμολογίου». Από τα ανωτέρω και το όλον περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής προκύπτει σαφώς ότι ως αιτία της διατασσόμενης πληρωμής, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, αναφέρεται (στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής) η απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τα προμνησθέντα τιμολόγια (υποκειμένη σύμβαση πωλήσεως), από τα οποία και αποδεικνύεται η απαίτηση. Η αναφορά δε στην ίδια (ανακοπτόμενη) διαταγή πληρωμής των από 15-6-2005 και 30-6-2005 τραπεζικών επιταγών, τις οποίες «οπισθογράφησε στην αιτούσα» (καθ’ ής η ανακοπή-αναιρεσίβλητη) ο αναιρεσείων και στις οποίες αναφέρεται το συνολικό ως άνω ποσό των τιμολογίων και οι οποίες, ως άκυρες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους ως αξιογράφων, γίνεται ιστορικά και δεν συνιστούν αυτές την αιτία της διατασσόμενης πληρωμής. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, και τον σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αναφέροντας ως αιτία της πληρωμής τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές, που, ως άκυρες, δεν απεδείκνυαν την απαίτηση, εν πάση δε περιπτώσει δημιουργώντας αμφιβολία ως προς την αιτία της διατασσόμενης πληρωμής, ήταν άκυρη κατά το προρρηθέν άρθρο 630 του ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε (το Εφετείο) στην αποδιδόμενη με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας, και ο πρώτος αυτός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της αναφοράς στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής της αιτίας της πληρωμής και επομένως της εγκυρότητας της εκδοθείσης αυτής διαταγής πληρωμής, και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου είναι επίσης αβάσιμα. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στην αίτησή της για την έκδοση της συνακοπτόμενης διαταγής πληρωμής καθώς και στην ίδια τη διαταγή πληρωμής ότι οφειλόμενο ποσό είναι μόνο το αναφερόμενο στις προρρηθείσες δύο τραπεζικές επιταγές, την οποία (ομολογία) ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε, όπως αναφέρεται σ’αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα, βάσει των προμνησθέντων ιδιωτικών εγγράφων (τιμολογίων) από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 623του ΚΠολΔ, ώστε να μην ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω η επικαλούμενη ως άνω ομολογία της αναιρεσίβλητης. Εν πάση δε περιπτώσει από την ανωτέρω αίτηση της αναιρεσίβλητης και την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, που αναφέρει το περιεχόμενό της, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ’αυτές ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αιτία της πληρωμής είναι οι ειρημένες δύο επιταγές, ιστορικά αναφερόμενες, όπως προαναφέρθηκε, στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (και στην αίτηση της αναιρεσίβλητης), με αποτέλεσμα ο ανωτέρω τρίτος λόγος του αναιρετηρίου να είναι, πάντως, απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τα άρθρα 416 και 421 του ΑΚ προκύπτει ότι αν ο οφειλέτης με σκοπό να εκπληρώσει την υποχρέωσή του από κάποια σύμβαση αποδεχθεί συναλλαγματική ή εκδώσει τραπεζική επιταγή και παραδώσει τα αξιόγραφα αυτά στον δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσής του παρά μόνο όταν ο δανειστής με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρέωσης ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 392/2000). Επομένως το Εφετείο, που, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό-τρίτο λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος ότι εξόφλησε την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης με την παράδοση σ’ αυτήν των αναφερόμενων πέντε (5) τραπεζικών επιταγών, χωρίς να αναφέρει και ότι εξοφλήθηκαν οι επιταγές αυτές, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 416 και 421 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγου της αιτήσεώς του. Αφού δε η παραδοχή αυτή του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο ίδιος αυτός λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά το μέρος του με το οποίο ο τελευταίος παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με επάλληλη σκέψη, ως αόριστης της ίδιας ενστάσεώς του για εξόφληση του ένδικου χρέους και τον οποίο (λόγο εφέσεως), απέρριψε ομοίως ως αλυσιτελή το Εφετείο. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι ο Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στη σελίδα 14 των πρωτόδικων προτάσεών της και στη σελίδα 7 των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, την οποία είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη εισέπραξε το ένδικο ποσό από αυτόν, είσπραξη «την οποία η αναιρεσίβλητη δεν αμφισβήτησε (261 ΚΠολΔ), αλλά ισχυρίστηκε ότι η καταβολή των ποσών αυτών έγινε έναντι προηγούμενων χρεώσεων, χωρίς όμως να προσδιορίζει τις χρεώσεις αυτές». Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, τον οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και όπως προεκτέθηκε ο ισχυρισμός-λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως του ένδικου χρέους απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και δεν εξετάστηκε κατ’ ουσίαν από το δικαστήριο της ουσίας, με την (ορθή) ως ανωτέρω αιτιολογία ότι η παράδοση στον δανειστή αξιογράφων που δεν (αναφέρεται ότι) πληρώθηκαν (προαναφερθείσες, εν προκειμένω, πέντε επιταγές) δεν επιφέρει απόσβεση του χρέους. Εν πάση δε περιπτώσει ο υπόψη πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου περί του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση από τους ισχυρισμούς του διαδίκου συνάγεται ομολογία ή άρνηση (άρθρ. 261 εδ. β’ του ΚΠολΔ), ως κρίση περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η νόμιμη, κατά το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ’έφεση δίκη παρέχει στον αντίδικο εκείνου που τα επικαλείται και τα προσκομίζει τη δυνατότητα να τα αντικρούσει, δεν νοείται δε δικονομική βλάβη του τελευταίου όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε έχει υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει σε ισχυρισμό του διαδίκου ότι από την μη προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκλήθηκε σ’ αυτόν δικονομική βλάβη, εφ’όσον, όπως προεκτέθηκε, τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται νομίμως ενώπιον του Εφετείου. Επομένως ο έκτος και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για δικονομική του βλάβη από το γεγονός ότι τα αναφερόμενα έγγραφα (τιμολόγια κ.λ.π.) που νομίμως, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ενώπιόν του δεν τα είχε προσκομίσει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, ώστε η παράλειψή του να απαντήσει σ’ αυτόν να ελέγχεται αναιρετικά κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ.
IV.- Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2010 αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7012/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.