ΑΠ 1812/2012 – Ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση για διαφυγόν κέρδους

90498-moneyΔεν αρκεί η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του ΑΚ 298, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων.

Αριθμός 1812/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Σ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία “ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ”, που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένου ως ειδικού καθολικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία “ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕΓΑ”, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, υποκατασταθέντος νομίμως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίκας Καζιτώρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6274/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1574/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 19-2-2010 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη 2.373 δ’ /17-9-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Μ. Π. του Χ., που επισπεύδει τη συζήτηση της από 9-1-2009 αίτησης αναίρεσης κατά της 1574/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής ,με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ. Σ. του Α., για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 5-3-2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με θυροκόλληση, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου 128 ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης ,κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, με σχετική επισημείωση του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου στο πινάκιο, η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά, αρχικά για τη δικάσιμο της 19-11-2010 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 2-12-2011, οπότε κατά τον ίδιο τρόπο αναβλήθηκε (οίκοθεν) για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (21-9-2012). Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολήν δικάσιμο, όπως και κατά τις προηγούμενες τρεις, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ποτέ, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ),αφού ο ως άνω δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζεται νέα κλήση του, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές, διότι από το νόμο (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, 241 και 575 ΚΠολΔ) δεν κηρύσσεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης πέραν της μιας φοράς (βλ. και ΑΠ 1681/2011, ΑΠ 1296/2006) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδαφ. α’ και γ’ ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 ΑΚ “αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε με δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής”. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και ο ζημιωθείς να συντέλεσε, από δικό του πταίσμα, στην ζημία του ή την έκταση της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία του. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο δικαστής έχει την διακριτική ευχέρεια είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του και να επιμερίσει την ζημία ή να του καταλογίσει πλήρη την ευθύνη. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Αλλά ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και όχι με βάση εκείνα που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και το δικαστήριο δεν εξήτασε ή δεν δέχθηκε. Για να στοιχειοθετηθεί δε ο λόγος αυτός, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται, όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό, ως απαράδεκτο, αόριστο ή μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, σε σχέση προς τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στην έκταση της βλάβης του, και ειδικότερα: “… Ο ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών “ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ”. Κατά την εξέταση του στη Νευροχειρουργική Κλινική διαπιστώθηκε ότι κατά το τροχαίο ατύχημα είχε υποστεί: 1) βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συγκεκριμένα κάταγμα του κρανίου δεξιά κροταφοβρεγματικό, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά, θλάσεις του εγκεφάλου και μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία για την αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε αυθημερόν σε αποσυμπιεστική κρανιοεκτομή και 2) κάκωση του θώρακα και συγκεκριμένα κατάγματα των πλευρών δεξιά, κάταγμα της δεξιάς κλείδας, αιματοπνευμοθώρακα δεξιά, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, θλάσεις των πνευμόνων και ωτορραγία δεξιά. Οι εναγόμενοι για την επέλευση της κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως προτείνουν συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, γιατί δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του άνω τραυματισμού του ενάγοντος, κρίνεται ότι πράγματι αυτός δε φορούσε προστατευτικό κράνος κατά το χρόνο του ατυχήματος. Σημειώνεται δε σχετικά, ότι στα στοιχεία της προανακρίσεως (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, κατάθεση αυτόπτου μάρτυρα, ένορκη κατάθεση και απολογία του εναγομένου) δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για κράνος του ενάγοντος. Η επιβαίνουσα στο Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) προανακριτικά, στο ποινικό δικαστήριο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε, ότι άκουσε από άλλους ότι ο ενάγων φορούσε κράνος και του έφυγε πλην η ίδια τον είδε χωρίς κράνος χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά, ότι είδε σε κάποιο σημείο το κράνος. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως, κατά ένα μέρος ως και κατ’ ουσίαν βασίμου, το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος για την επέλευση της κρανιοεγκεφαλικής του κακώσεως κρίνεται ότι ανέρχεται σε 20%”. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων-αναιρεσείων συντέλεσε, από ίδιο πταίσμα, στην έκταση της βλάβης του, κατά ποσοστό 20% και, κατά παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε από τους εναγομένους αναιρεσιβλήτους, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ο ανωτέρω, περί συντρέχοντος πταίσματος, ισχυρισμός τούτων (εναγομένων-αναιρεσιβλήτων), έλαβε υπ’ όψη το συντρέχον πταίσμα αυτού, ως προσδιοριστικό στοιχείο του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως τούτου, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ εμείωσε, κατά το, ως άνω, ποσοστό, τα ποσά των λοιπών αξιώσεών του, που ερείδονται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που υπέστη. Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας, εν σχέσει προς την αναγνώριση του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος αναιρεσείοντος στην έκταση της βλάβης του σε ποσοστό 20%. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, επί του ζητήματος του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, στην έκταση της βλάβης του, ώστε να καθίσταται εφικτός ο? αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ενώ το συντρέχον πταίσμα τούτου το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, έλαβε υπ’ όψη, κατά το ανωτέρω μεν ποσοστό, για την μείωση των αξιώσεων του αποζημιώσεως, που ερείδονται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, ως προσδιοριστικό δε παράγοντα, για τον καθορισμό της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, χωρίς μαθηματικό υπολογισμό. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, επειδή το Εφετείο με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε, ως μη νόμιμο, την αγωγική αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος, για αποζημίωση ως αξία των προσθέτων υπηρεσιών της μητέρας του, ως αποκλειστικής νοσοκόμας και περιποιήτριας αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2003 έως 18-4-2004. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την ανωτέρω αξίωση, απερρίφθη, ως μη νόμιμος. Επομένως, το Εφετείο δεν προέβη στην κατ’ ουσίαν έρευνα αυτής και την κατάρτιση αποδεικτικού πορίσματος και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1077/2009).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, “σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον …”. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 298 ΑΚ”, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευστικά μέτρα πρέπει, κατ’ άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των, ως άνω, εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 20/1992). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, μέσω δε του λόγου αυτού ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αγωγής.
Στην παρούσα περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι, προ του χρόνου του ατυχήματος του, μετά το πέρας της εργασίας του ως ιδιωτικός υπάλληλος της ΑΕ “ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤ1ΚΗ ΑΕ”, καθώς και κατά τις αργίες, εργάζετο ανελλιπώς, ως ελεύθερος επαγγελματίας, με την ιδιότητα του μηχανολόγου-μηχανικού” σε διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Από την πρόσθετη αυτή απασχόληση του, ως ελεύθερος επαγγελματίας, απεκέρδαινε κατά μέσον όρον τουλάχιστο 2.000 ευρώ μηνιαίως. Εξ αιτίας της ένδικης βλάβης του, αδυνατεί να ασκήσει το ανωτέρω ελεύθερο επάγγελμα του και έτσι απώλεσε, από του χρόνου του ατυχήματος (7-8-2003) μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, το ποσό των 24.000 ευρώ, (12 μ. Χ 2000). Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν (πέραν των άλλων αξιώσεων) το ποσό των 24.000 Ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, ως προς την ανωτέρω αξίωση, δεν ήταν ορισμένη, κατ’ άρθρον 216 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 298 ΑΚ, εφ’ όσον δεν περιλαμβάνει τα, ως άνω, συγκεκριμένα περιστατικά, περιστάσεις και μέτρα, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, κατά τα αξιούμενα κονδύλια, αλλά μόνον το φερόμενο ως διαφυγόν μηνιαίο κέρδος. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, ως αόριστο, λόγω ελλείψεως των αυτών στοιχείων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά τον νόμο ακυρότητα και επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ’ ορθήν εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-1-2009 αίτηση αναίρεσης του Μ. Π. του Χ. κατά της 1574/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.