ΑΠ 1763/2012 – Τέλος δικαστικού ενσήμου και απαλλοτριώσεις

DSC03562H αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση της δικαστικά καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας των μη απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων των εναγόντων μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους αυτών, αν και καταψηφιστική, δεν υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Αριθμός 1763/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του Παρέδρου του ΝΣΚ Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Β. του Ι., κατοίκου …, 2. Μ. Π. του Β., κατοίκου …, 3. Π. Ν. συζ. Κ. Π., και 4. Δ. Μ. του Β., κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Άλκη Λιάτσο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 8-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 17 παρ.4 εδαφ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι η αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν υπόκειται σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, στα πλαίσια της προστασίας της ιδιοκτησίας, απέβλεψε στην αποτροπή της φαλκίδευσης της καταβλητέας πλήρους αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται και η ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 13 παρ.4 του ν.δ. 797/1971, η οποία επιδικάζεται για τη μείωση της αξίας του τμήματος του ακινήτου που παρέμεινε έξω από την απαλλοτρίωση.
Συνεπώς, και η ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση δεν υπόκειται σε φόρο ή τέλος. Η αντίθετη άποψη, από μόνο το γεγονός ότι η ένδικη ιδιαίτερη αποζημίωση αφορά ακίνητο που δεν απαλλοτριώθηκε, αλλά απλώς υποτιμήθηκε η αξία του λόγω της απαλλοτρίωσης άλλου συνεχόμενου ακινήτου, δεν ευσταθεί, αφού η ιδιαίτερη αποζημίωση, ως πηγάζουσα επίσης από την απαλλοτρίωση, είναι άμεσο και αναγκαίο επακολούθημα αυτής και μόνο δια του υπολογισμού και αυτής μπορεί ο ιδιοκτήτης να αποκτήσει ισοδύναμο ακίνητο προς την αξία του με την απαλλοτρίωση κατακερματισθέντος ακινήτου (ΟλΑΠ 714/1978, ΟλΑΠ 67/1974). Με βάση το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση της δικαστικά καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας των μη απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων των εναγόντων μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους αυτών, η αγωγή, αν και καταψηφιστική, δεν υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η υπό κρίση αγωγή δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25, 27 και επ. Του ΠΔ από 28-7-1931 «Περί Κώδικος τελών χαρτοσήμου» και ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη των άρθρων 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής παραμόρφωση υπάρχει όταν προσδιορίζεται εσφαλμένα το κείμενο εγγράφου (διαγνωστικό λάθος), έγγραφα δε είναι μόνο αυτά, τα οποία προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ.ΚΠολΔ, όχι και τα διαδικαστικά. ‘Οταν όμως, σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση και προσκομιδή διαδικαστικού εγγράφου, άλλης δίκης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, που προσκομίζεται προς απόδειξη κρισίμου πραγματικού περιστατικού και πρέπει να αποδειχθεί στην εκκρεμή, τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αποδεικτού μέσου και η παραμόρφωσή του θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 339/1996, ΑΠ 359/1993).
Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 179/2010 απόφασή του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την με αριθμ. 1014417/658/0010/26-3-1998 κοινή απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομίας και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 148/1998 Τ. Δ’) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της Εγνατίας Οδού (τμήμα Bροσύνα-Ιωάννινα, Υπότμημα: Πεδινή-Μπάφρα-Κουτσελιό-Πλατανιά-Δροσοχώρι (από Χ.Θ 14+400 έως Χ.Θ 27+200), εδαφική έκταση μετά των επικειμένων, συνολικού εμβαδού 726.394 τ.μ, όπως αυτή αποτυπώνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο πίνακα της Δ/νσης Δ 12 απαλλοτριώσεων και τοπογραφήσεων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει οι Π. Κ. και Γ. Α. και έχει θεωρήσει ο Δ/ντης της ως άνω Δ/νσεως Κ. Δ. στις 19/9/1997. Η απαλλοτρωθείσα έκταση, βρίσκεται στις Κοινότητες Κουτσελιού-Μπάφρας, Νεοκαισάρειας, Αμπελιάς, Κοσμηράς, Πεδινής, Δαφνούλας, Ηλιόκαλης, Πλατανιάς, Ανατολής, Κατσικά, Βασιλικής και Δροσοχωρίου, μεταξύ δε άλλων ακινήτων που ατταλλοτριώθηκαν, περιλαμβάνονται και τμήματα των με κτηματολογικούς αριθμούς 30, 50, 227 και 257 (στην οικεία κτηματολογική έκθεση) ιδιοκτησιών, που ανήκουν αντίστοιχα στον πρώτο, στην δεύτερη, στην τρίτη και στον τέταρτο ενάγοντα και περιήλθαν κατά κυριότητα σ’ αυτούς, γεγονός που δεν αμφισβητεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο .Ειδικότερα : α) Η με αριθμό 30 ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος είναι ακίνητο που βρίσκεται στη θέση «Άγιοι Απόστολοι» Πεδινής, εκτάσεως (αρχικής) 6103 μ2 και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση (της απαλλοτριώσεως) 6298 τ.μ. β) Η με αριθμό 50 ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας, βρίσκεται στη θέση «Μπαρκούμι» Πεδινής εμβαδού 48.75 μ2 κατά τον τίτλο κτήσεως, πραγματικής δε εκτάσεως κατά την εμβαδομέτρηση της απαλλοτριώσεως 4994 τ.μ. γ) Η με αριθμό 227 ιδιοκτησία περιλαμβάνει δύο (2) συνεχόμενα οικόπεδα που βρίσκονται στη θέση «Φτέρη» Κουτσελιού, συνολικής εκτάσεως κατά νεότερη καταμέτρηση 2300 τ.μ.περίπου, πραγματικής δε εκτάσεως κατά την εμβαδομέτρηση της απαλλοτριώσεως 2258 τ.μ. δ) Η με αριθμό 254 ιδιοκτησία αφορά το με αριθμό 198 κληροτεμάχιο στη θέση «Γκούρτζες» Κουτσελιού, εκτάσεως, κατά τον ανωτέρω τίτλο 2100 τ.μ, πραγματικής δε εκτάσεως κατά την εμβαδομέτρηση της απαλλοτριώσεως 1950 τ.μ. Για τα απαλλοτριωθέντα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ τμήματα των ανωτέρω ιδιοκτησιών (ήτοι: α) έκταση 3100 μ2 της με αριθμ. 30 ιδιοκτησίας, β) έκταση 2298 τ.μ. της με αριθμ. 50 ιδιοκτησίας, γ) έκταση 744 μ2 της με αριθμ. 227 ιδιοκτησίας και δ) έκταση 950 μ2 της με αριθμ. 254 ιδιοκτησίας), καθορίστηκε αρχικά προσωρινή τιμή μονάδος με την 709/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και στη συνέχεια οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως με την με αριθμό 251/2002 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων που δημοσιεύθηκε στις 20-6-2002.Κατά της τελευταίας απόφασης δεν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, το δε εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) αποδέχτηκε την απόφαση αυτή, με το με αριθμό 3245/2003 πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με την ίδια ως άνω απόφαση (251/2002) του Εφετείου Ιωαννίνων, καθορίστηκε υπέρ των εναγόντων και ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ’ άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 για τα τμήματα των ακινήτων τους, τα οποία μετά την απαλλοτρίωση παρέμειναν στους ιδιοκτήτες τους. Ειδικότερα, τα τμήματα αυτά είναι τα ακόλουθα: 1) Από την με αριθμ. 30 ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντα, τμήμα εμβαδού (6298-3100) 3198 τ.μ, 2) από την με αριθμό 50 ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας, τμήμα εμβαδού (4994-2298) 2696 τ.μ., 3) από την με αριθμό 227 ιδιοκτησία της τρίτης ενάγουσας, τμήμα, εμβαδού (2258-744) 1514 τ.μ. και 4) από την με αριθμό 254 ιδιοκτησία του τέταρτου ενάγοντα, τμήμα εμβαδού (1950-950) 1000 τ.μ, η δε τιμή μονάδος αποζημιώσεως που ορίστηκε για τα τμήματα αυτά ήταν: των 39,91 ευρώ για κάθε μ2, 37,56 ευρώ για κάθε μ2, 32,87 ευρώ για κάθε μ2 και 32,87 ευρώ για κάθε μ2 αντίστοιχα. Επίσης με την ανωτέρω απόφαση, καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση ποσού 117,39 Ευρώ για κάθε μ3, για την απομείωση της αξίας κτίσματος (1ου ορόφου) 423 μ3, κτίσματος δευτέρου ορόφου 123 μ3 και κλιμακοστασίου 60 μ3 (συνολικού δε όγκου 606 μ3) από την με αριθμ. 227 ιδιοκτησία της τρίτης ενάγουσας, καθώς και αποζημίωση ποσού 73,37 ευρώ για κάθε μ3 για κτίσμα (κατοικία) της με αριθμ. 254 ιδιοκτησίας του τετάρτου ενάγοντα συνολικού όγκου 682 μ3. Περαιτέρω οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι των αποζημιώσεων αυτών με την με αριθμό 338/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Στη συνέχεια όμως, μετά την παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση, ακολούθησε νέα απαλλοτρίωση με την με αριθμ. 1038894/3501/0010/2000 (ΦΕΚ 296 τεύχος Δ /2000) κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, με την οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά έκταση 276.100 τ. μ στην προαναφερόμενη περιοχή, για την διάνοιξη της Εγνατίας οδού, στην οποία μεταξύ άλλων, περιλήφθηκαν (με διαφορετικούς αριθμούς στον οικείο νέο Κτηματολογικό Πίνακα) τμήματα των ιδιοκτησιών του πρώτου και της δεύτερης ενάγουσας αντίστοιχα και τμήματα των ιδιοκτησιών της τρίτης ενάγουσας και του τέταρτου ενάγοντα με τους αριθμούς (νέους) 121 και 138 στον οικείο πίνακα προεκτιμήσεως. Ειδικότερα με την νέα ως άνω απαλλοτρίωση, απαλλοτριώθηκε ο πρώτος όροφος της οικίας της, με αριθμό 227 (121) ιδιοκτησίας της τρίτης ενάγουσας, συνολικού όγκου 423 μ3, ο δεύτερος όροφος της ίδιας οικίας, συνολικού όγκου 123 μ3 και το κλιμακοστάσιο μετά του βοηθητικού χώρου της ίδιας οικίας συνολικού όγκου 60 μ3, ήτοι τμήματα της εν λόγω οικίας συνολικού όγκου 606 μ3, για τα οποία, με την με αριθμό 251/2002 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση (τιμή απομείωσης αξίας) ποσού 117,39 Ευρώ για κάθε μ3. Όμοια με την ως άνω μεταγενέστερη απαλλοτρίωση απαλλοτριώθηκε το ισόγειο της οικίας της 254 (138) ιδιοκτησίας του τετάρτου ενάγοντα, συνολικού όγκου 341 μ3 καθώς και ο πρώτος όροφος της ίδιας οικίας συνολικού όγκου 341 μ3 επίσης, ήτοι τμήματα της παραπάνω οικίας συνολικού όγκου 682 μ3. Για την απαλλοτρίωση αυτή εκδόθηκε η 604/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα τμήματα (και επικείμενα) των ιδιοκτησιών των εναγόντων, για τα οποία ήδη είχε οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση. Την παραπάνω απόφαση αποδέχτηκε το Ελληνικό Δημόσιο ως προς το σύνολο σχεδόν των απαλλοτριωθέντων ακινήτων-επικειμένων, πλην ορισμένων ιδιοκτησιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων, για τα οποία είχε οριστεί η παραπάνω αναφερόμενη ειδική (ιδιαίτερη) αποζημίωση του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001. Για το τμήμα αυτό της απόφασης (604/2002) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το εναγόμενο άσκησε στο Εφετείο αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ειδικότερα για τα τμήματα των εναγόντων, για τα οποία είχε ήδη οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση ζήτησε να οριστεί μηδενική τιμή μονάδος αποζημίωσης, επειδή γι’ αυτά είχε ήδη οριστεί η ιδιαίτερη αποζημίωση. Επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 397/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος των νέων απαλλοτριουμένων τμημάτων, μεταξύ των οποίων είχαν περιληφθεί και τα προαναφερόμενα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων (ήτοι τα-εναπομείναντα από την πρώτη ως άνω απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους μετά των επ’ αυτών κτισμάτων). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης του Εφετείου (397/2003) κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, των ιδιοκτησιών των εναγόντων (με τους αριθμούς 23, 31, 121 και 138 αντίστοιχα της έκθεσης κτηματογράφησης της νέας απαλλοτρίωσης) έλαβε υπόψη του την ειδική (ιδιαίτερη) αποζημίωση, η οποία είχε οριστεί με την με αριθμ. 251/2002 απόφαση του (βλ. 8 – 9° – 10°, 21° και 23° φύλλο της 397/2003 απόφασης) με κρίσιμο χρόνο την 17-9-2003. Επομένως το Εφετείο Ιωαννίνων, με την 397/2003 απόφαση του, αφού απέρριψε το αίτημα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να ορίσει μηδενική τιμή μονάδος αποζημίωσης, για τα αποζημιωθέντα ήδη με την ιδιαίτερη αποζημίωση τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων (με τους αρχικούς αριθμούς 30, 50, 227 και 254) καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για τα τμήματα αυτά αφού συνυπολόγισε και την ειδική αποζημίωση που είχε οριστεί με την 251/2002 απόφαση του. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εξέδωσε το με αριθμό 44788/373883/30-6-2003 έγγραφο του και το με αριθμ. 3245/2003 πρακτικό της τριμελούς επιτροπής του Δικαστικού του Γραφείου του Νομού Ιωαννίνων, με το οποίο διατυπώνεται η εντολή του Προέδρου του, για την αποδοχή από το Ελληνικό Δημόσιο, της με αριθμό 251 /2002 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων (με εξαίρεση το κεφάλαιο που αναφέρεται στον καθορισμό αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων από την απαλλοτρίωση τμημάτων ακινήτων μετά των κτισμάτων που βρίσκονται σε αυτά), για τα οποία δεν θα πρέπει να γίνει εκτέλεση, δεδομένου ότι για αυτά τα τμήματα ακινήτων, τα οποία ήδη απαλλοτριώθηκαν με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση, δυνάμει της με αριθμ. 1038894/3501/0010/10-5-2000 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, έχουν παρακατατεθεί ήδη τα ποσά που επιδικάστηκαν με την 604/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος της συμπληρωματικής αποζημίωσης. Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο δεν παρακατέθεσε το τμήμα της αποζημίωσης που αφορούσε την ιδιαίτερη αποζημίωση που είχε καθοριστεί, κατά τα προαναφερόμενα, για τα επίδικα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων (με αριθμούς 30, 50, 227, 254) τα οποία είχαν απομείνει από την πρώτη ως άνω απαλλοτρίωση και απαλλοτριώθηκαν ήδη με την προαναφερόμενη μεταγενέστερη απαλλοτρίωση. Επομένως οι ενάγοντες νόμιμα ζήτησαν την καταβολή τόσο της ιδιαίτερης αποζημίωσης (επίδικης) που ορίστηκε με την με αριθμ. 251/2002 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, όσο και της αποζημίωσης που ορίστηκε στη συνέχεια με την με αριθμ. 397/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Το εναγόμενο επομένως, οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες την αποζημίωση, η οποία έχει καθοριστεί με την με αριθμ. 251/2002 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, της οποίας αυτοί αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι με την με αριθμ. 338/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, αφού σε περίπτωση μη καταβολής της αιτούμενης, αρχικά καθορισθείσας αποζημίωσης, οι ενάγοντες δεν θα λάβουν την πλήρη αποζημίωση που δικαιούνται με βάση το άρθρο 17 παρ.2-4 του Συντάγματος.
Συνεπώς, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει τα ακόλουθα ποσά: 1) στον πρώτο ενάγοντα για την έκταση των 3198 τ.μ.που απέμεινε από την με αριθμ. 30 ιδιοκτησία του, το ποσό (3198 τ.μ. Χ 39,91 ευρώ) 127.632 ευρώ, 2) στην δεύτερη ενάγουσα, για την έκταση των 2696 τ.μ. που απέμεινε από την με αριθμό 50 ιδιοκτησία της, το ποσό των (2696 μ2 Χ 37,56 ευρώ/ μ2) 101.261,76 ευρώ, 3) Στην τρίτη ενάγουσα, για την έκταση των 1514 μ2 που απέμεινε από την με αριθμό 227 ιδιοκτησία της, το ποσό των (1514 μ2 Χ 32,87 ευρώ) 49.765,18 ευρώ και επιπλέον για την απομείωση της αξίας κτισμάτων συνολικού όγκου 606 μ3 από την ίδια ιδιοκτησία (227) το ποσό των (606 μ3 Χ 117,39) 71.138,34ευρώ και συνολικά το ποσό των (49.765,18 +71.138,34) 120.903,52 ευρώ και 4) στον τέταρτο ενάγοντα, για την έκταση των 1000 τ.μ. που απέμεινε από την με αριθμ. 254 ιδιοκτησία του, το ποσό των (1000 Χ 32,87 Ευρώ) 32.870 ευρώ και επιπλέον, για την απομείωση της αξίας κτισμάτων συνολικού όγκου 682 μ3, το ποσό των (682 μ3 Χ 73,37 ευρώ/ μ3) 50.033,34 ευρώ και συνολικά το ποσό των (32.870 + 50.038,34) 82.908,34 ευρώ. Ας σημειωθεί ότι το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο),συνομολογεί το γεγονός, ότι το Εφετείο Ιωαννίνων με την με αριθμ. 397/2003 απόφαση του συνυπολόγισε στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και την απομείωση, που είχε καθορισθεί με την προηγούμενη με αριθμ. 251/2002 απόφαση του, μόνο για τους δύο πρώτους των εναγόντων (Γ. Β. και Μ. Π.) και όχι για τους υπόλοιπους δυο, καθόσον -όπως ισχυρίζεται- δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό αυτής, για τους υπόλοιπους, εκτός από τους δυο πρώτους των εναγόντων. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, γιατί το σκεπτικό της με αριθμ. 397/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, ισχύει για όλους τους δέκα επτά αντιδίκους του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς για όλους τους ενάγοντες, καθόσον δεν είναι δυνατόν να υπάρξει διαφορετική νομική μεταχείριση για τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων ήτοι την ενάγουσα Π. Ν. συζ. Κ. Π. και τον τέταρτο ενάγοντα Δ. Β. Μ.,αφού και γι’ αυτούς υπάρχει η ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, δηλαδή της 397/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Με τις προαναφερθείσες, όμως, παραδοχές, δεν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης του Εφετείου, που αποτελεί αποδεικτικό μέσο, ως διαδικαστικό έγγραφο άλλης δίκης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού αυτή η απόφαση συνεκτιμήθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (135/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), πρακτικά συνεδρίασης και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς μάλιστα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην 397/2003 απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, στο σύνολό της, καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 179/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.