ΑΠ 1726/2012 – Ορισμένο της αγωγής για κλονισμό της έγγαμης σχέσεως

διαζυγιοΗ αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα κλονιστικά περιστατικά, που αφορούν το πρόσωπο του εναγόμενου συζύγου ή και των δύο συζύγων, την επίκληση του ισχυρού κλονισμού, ως συνέπειας των περιστατικών αυτών και το βάσιμα αφόρητο της εξακολούθησης της έγγαμης συμβίωσης του ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι ο κλονισμός οφείλεται αποκλειστικά στον ενάγοντα συνιστούν άρνηση της αγωγής και μπορούν να αποδειχθούν ανταποδεικτικώς, χωρίς να ταχθεί σε βάρος του εναγομένου ιδιαίτερο θέμα απόδειξης.

Αριθμός 1726/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Γ., ήδη συζ. Δ. Λ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Οκτωβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8067/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4657/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό 9721β/5-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 16-1-2012, αίτησης του αναιρεσείοντα, για αναίρεση της 4657/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν, από 23-1-2012 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμος, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αθανασίου Θάνου, επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, στη δηλωθείσα με τη κρινόμενη αίτηση κατοικία του, με θυροκόλληση με την παρουσία του μάρτυρα Ε. Έ., και τη εν συνεχεία 1) παράδοση την ίδια ημέρα αντιγράφου της αίτησης αυτής στον Προϊστάμενο του Α/Τ Εξαρχείων στη περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του, όπως βεβαιώνεται με την υπό ιδία ημερομηνία απόδειξη παραλαβής του αρμοδίου οργάνου και 2) αποστολή με το ταχυδρομείο της ειδοποίησης για το έγγραφο που επιδόθηκε, όπως βεβαιώνεται στην από 5-3-2012 απόδειξη του αρμοδίου υπαλλήλου του ταχυδρομικού γραφείου, επί της …, αρ. 5, Γ. Χ. που παρέλαβε την ειδοποίηση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 παρ. 4 εδ. α, β, και γ ΚΠολΔ. Πλην όμως ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση στην αναφερομένη, στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντιθέτως η αναιρεσίβλητη, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του αναιρεσείοντα, κατ’ άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών, υπ’ αριθ. 4657/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 1-14-2010 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 8067/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων εξαιτίας του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του αναιρεσείοντα. Η αίτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
3. Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις, έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης ως λόγο διαζυγίου, προκύπτει ότι η αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρού κλονισμού, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει τα κλονιστικά περιστατικά, που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δυο συζύγων, την επίκληση του ισχυρού κλονισμού, ως συνέπειας των περιστατικών αυτών και το βάσιμα αφόρητο της εξακολούθησης της έγγαμης συμβίωσης του ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι ο κλονισμός οφείλεται αποκλειστικά στον ενάγοντα συνιστούν άρνηση της αγωγής και μπορούν να αποδειχθούν ανταποδεικτικώς, χωρίς να ταχθεί σε βάρος του εναγομένου ιδιαίτερο θέμα απόδειξης. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής διαζυγίου, που επισκοπείται παραδεκτά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσίβλητη εξέθετε σ’ αυτήν ότι με τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, τέλεσε νόμιμο γάμο στις 6-7-2002 και ότι εξαιτίας των κλονιστικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και τα οποία αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του εναγομένου οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη γι’ αυτήν (ενάγουσα). Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω του κατά τα ανωτέρω επικαλούμενου ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμο, από τις προαναφερόμενες διατάξεις(1439 παρ. 1 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ), απαιτούμενα για το ορισμένο της αγωγής στοιχεία. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι ορισμένη και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντα, με τον οποίο ο τελευταίος υπέβαλε παράπονο για την μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που οι προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 1439 παρ. 1ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής αυτής και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14, ΚΠολΔ, τις οποίες ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, οι αλυσιτελείς, οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, καθώς και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί η μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως. Ακόμη ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ, λόγος διαζυγίου, θεμελιώνεται, όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δυο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, το οποία πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων. Αν συνδέονται και με τους δυο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δυο βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό., εκτός αν εκείνα που αφορούν τον εναγόμενο είναι μηδαμινά σε σχέση με εκείνα που αφορούν τον ενάγοντα. Αν ο κλονισμός του γάμου, προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης, ακόμη και αν έχει κλονισθεί αντικειμενικά η έγγαμη σχέση. Παρέπεται ότι, όταν ο εναγόμενος σύζυγος που εμμένει στη διατήρηση του γάμου, ισχυρίζεται ότι ο κλονισμός προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα δεν προβάλλει νέο αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ώστε η μη λήψη υπόψη της άρνησης αυτής, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αν τα είχε λάβει υπόψη, δεδομένου ότι είχαν προταθεί νομίμως με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο με την έφεση και τις προτάσεις του, θα κατέληγε το δικαστήριο σε απορριπτική κρίση για την ένδικη αγωγή, διότι αποδεικνυόταν η αναλήθεια και η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων και της εφέσεως του αναιρεσείοντα) τα εκτιθέμενα σ’ αυτά, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής και προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που στήριζε την αγωγή της, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων από λόγους που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπό του, συνετέλεσε στον κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης, ώστε βάσιμα η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη γι’ αυτήν, ισχυρισμό άλλωστε, τον οποίο, το Εφετείο, απέρριψε εκ των πραγμάτων ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος που συνετέλεσε στον κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης.
5. Για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχομένου από το άρθρο 1439 &1 ιδίου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα, της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρα σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών. Η ένσταση αυτή μπορεί να στηριχθεί, μόνο, στις συνέπειες του διαζυγίου. Περαιτέρω, μετά τη συγχώνευση, με την πιο πάνω διάταξη, όλων των υπαιτίων λόγων διαζυγίου, που προέβλεπε το προγενέστερο δίκαιο, στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε, διότι κρίθηκε περιττή, η διάταξη του άρθρου 1447 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του, που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια, αληθώς από το αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη αξίωση της ενάγουσας είναι καταχρηστική. Ειδικότερα ότι η συμπεριφορά της αντιδίκου, όπως την αναλύει στο εδάφιο για την άρνηση της αγωγής, που αν και γνωρίζει ότι κανένα από τα περιστατικά της σε βάρος του αγωγής. δεν είναι αληθές, εν τούτοις τα υποστηρίζει για να επιτύχει την λύση του γάμου, από δήθεν υπαιτιότητά του, είναι καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προδήλως τα όρια των χρηστών ηθών και του κοινωνικού σκοπού των δικαιωμάτων της, κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, η πιο πάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν θεμελιώνει, ως μη έχουσα σχέση με τυχόν δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες του διαζυγίου, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να μην λάβει υπόψη, τον μη νόμιμο πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε την προβλεπόμενη από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία ή δεν προκύπτουν σαφώς, από την απόφαση, τα περιστατικά, που απαιτούνται από το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή όταν οι αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο, εξάλλου, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ούτε είναι αναγκαίο, καθόσον διάταξη δεν το επιβάλλει, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών στοιχείων. Ούτε επιβάλλεται υποχρέωση στο δικαστήριο να αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασης του, με βάση ποιο ή ποια από τα αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο πόρισμά του. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για την αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμιά από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ως αποδειχθέντα, μετά την κατά νόμο αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 6-7-2002 στην Τερψιθέα Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο τον Π. που γεννήθηκε στις 4-11-2003. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά εξ αιτίας της αντισυζυγικής συμπεριφοράς που επέδειξε προς την ενάγουσα ο εναγόμενος. Συγκεκριμένα δε από την αρχή σχεδόν του γάμου τους συμπεριφερόταν απαξιωτικά και περιφρονητικά προς την ενάγουσα και συχνά για ασήμαντες αφορμές δημιουργούσε σε βάρος της επεισόδια κατά τα οποία της απηύθυνε φράσεις όπως «είσαι ένα σκουπίδι» και άλλους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε σταδιακά άρχισαν να απομακρύνονται ψυχικά και σωματικά. Οι μεταξύ τους διαφορές εντάθηκαν περισσότερο από τις αρχές του έτους 2003, όταν η ενάγουσα άρχισε τη σταδιοδρομία της ως συμβολαιογράφος Λαυρίου, επεδίωκε δε να επιβάλει τις δικές του απόψεις σε θέματα της εργασίας της, όπως στον εξοπλισμό του γραφείου της. Είχε αρνητική συμπεριφορά έναντι των γονέων της, οι οποίοι διέμεναν στο ισόγειο του ίδιου κτηρίου, παρότι τους βοηθούσαν στη φροντίδα του τέκνου τους. Όταν κατά τον Οκτώβριο του έτους 2004 το ανήλικο τέκνο τους παρουσίασε κρίση άσθματος και χρειάσθηκε να μεταβούν στο Νοσοκομείο, απαίτησε να μη συνοδεύσει αυτούς η μητέρα της ενάγουσας, ο ίδιος δε δεν επέδειξε το ενδιαφέρον που απαιτείται σε τέτοιες περιστάσεις και κατόπιν παρακλήσεων της ενάγουσας διανυκτέρευσε μαζί τους, παρότι εξέφρασε αυτός την επιθυμία να μεταβεί για ύπνο στη μητέρα του. Μετά την κατάθεση της από 16-11-2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με την οποία η ενάγουσα μεταξύ άλλων ζήτησε τη μετοίκηση του εναγόμενου από τη συζυγική κατοικία, αυτός αποχώρησε και εγκαταστάθηκε στην πατρική του οικία. Παρά την αποχώρησή του, οι σχέσεις τους εξακολούθησαν να είναι τεταμένες και στις 8-12-2004 όταν αυτός επισκέφθηκε την ενάγουσα προκειμένου να επικοινωνήσει με το ανήλικο τέκνο τους δημιούργησε επεισόδιο σε βάρος της, όταν του ανακοίνωσε ότι το τέκνο τους είχε αδιαθεσία και θα έπρεπε να παραμείνει στο σπίτι της, κατά το οποίο της πέταξε μία καρέκλα στο κεφάλι και της προκάλεσε τραυματισμό (βλ. από 9-12-2004 ιατρική βεβαίωση του Κέντρου Υγείας Κορωπίου και την από 8-12-2004 καταγγελία συμβάντος του Αστυνομικού Τμήματος Κορωπίου). Αντίθετα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε αντισυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας προς τον εναγόμενο. Από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί ισχυρά από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εναγόμενου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους, να αποβαίνει αφόρητη για την ενάγουσα. Κατ’ ακολουθία δεν έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με τις παρούσες, και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εναγόμενου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε λυθεί ο γάμος των διαδίκων, για τον πιο πάνω λόγο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία συνέτρεχαν οι όροι του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση. Με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή, χωρίς, στην απόφασή του, να στηρίζει επαρκώς την κρίση του και χωρίς να εξειδικεύει με βάση ποιους αποδεικτικούς συλλογισμούς και σε ποια αποδεικτικά μέσα έδωσε βαρύτητα για να καταλήξει στην κρίση του. Ακόμη δε ότι οι αρνήσεις του και ενστάσεις του, κατά ορθό χαρακτηρισμό επιχειρήματα (καθόσον εκτός της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως που ήταν μη νόμιμη, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, από τα διαδικαστικά έγραφα που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο δεν υποβλήθηκαν εκ μέρους του αναιρεσείοντος άλλες ενστάσεις καταλυτικές ή διακωλυτικές του ασκηθέντος δικαιώματος της αντιδίκου του), απορρίφθηκαν σιγή χωρίς να αναφέρεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκαν. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, η στην έλλειψη μνείας ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων, ή στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο, όπως στην κρινόμενη περίπτωση διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, εκ των πραγμάτων απέρριψε, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που προέβαλε ο αναιρεσείων. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-1-2012 αίτηση του Δ. Λ. του Π., για αναίρεση της 4657/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.