ΑΠ 155/2007 – Σύγκρουση σε κατάσταση μέθης και εξαιρέσεις ασφαλιστικής κάλυψης

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Αριθμός 155/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουλίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1006/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 3 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο, ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (Ολ Απ 1190/1982). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά στο αποδεικτικό μέσο, ενώ κύρια στηρίχτηκε σε άλλο νόμιμο και επαρκές μέσο απόδειξης δεν ιδρύεται ο λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, γιατί για την απόδειξη του λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι το αναφερόμενο θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα οφειλόταν στη μέθη του ίδιου ως οδηγού του ζημιογόνου XXX αυτοκινήτου, παρά το νόμο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη χωρίς επίκληση, δηλαδή την από 6-7-1998 έκθεση εξέτασης αίματος του χημείου της διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών της ελληνικής αστυνομίας, την από 2-10-1998 προανακριτική απολογία του και το 20798856 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Όμως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 25-7-2000 αγωγή της (από αναγωγή) η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι ο αναιρεσείων ασφαλισμένος, που προκάλεσε θανατηφόρο ατύχημα στις 10-6-1998 γιατί οδηγούσε μεθυσμένος το ζημιογόνο ως άνω αυτοκίνητο, οφείλει να καταβάλει σ’ αυτή το συνολικό ποσό των 19.000.000 δραχμών που είχε πληρώσει, ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό σε σχετική αγωγή, στους ζημιωθέντες τρίτους Z1 και Z2. Ρητά στο δικόγραφο επικαλέστηκε το πιο πάνω ασφαλιστήριο και ισχυρίστηκε, ότι η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, του ν.δ. 400/70 και τους ενιαίους όρους συμβολαίων αυτοκινήτων που περιλαμβάνονται στο 795/8-4-1978 ΦΕΚ, καθώς και ότι ο αναιρεσείων αποδέχτηκε ρητά τους όρους ασφάλισης αυτοκινήτων που περιέχονται στην Κ4/585/1978 απόφαση ΥΕ, ανάμεσα στους οποίους και το άρθρο 25 παρ. 8, σύμφωνα με το οποίο εξαιρούνται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 12-3-2002 ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
Με τις από 15-3-2002 προτάσεις του τότε ο αναιρεσείων δεν αρνήθηκε και μάλιστα ειδικά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, με τους πιο πάνω όρους. Αρνήθηκε μόνο, ότι το ατύχημα οφείλεται σε μέθη του κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου και υποστήριξε ότι από επικαλούμενα έγγραφα προέκυπτε το αντίθετο, δηλαδή ότι «η τροχαία σύγκρουση έλαβε χώρα εξαιτίας ενός απρόβλεπτου περιστατικού, το οποίο ήταν και το αποκλειστικό αίτιο».
Εκδόθηκε η 4273/2002 απόφαση του Mονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι α) το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη σε αμελή και παράνομη συμπεριφορά του, γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν είχε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την αλλαγή του χρώματος του σηματοδότη και την ακινητοποίηση του έμπροσθεν αυτού οχήματος στο οποίο επέπεσε και β) αποδείχτηκε βέβαια ότι στο αίμα του μετά το ατύχημα ανιχνεύθηκε οινόπνευμα 0,75%o, όμως δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι αυτό επηρέασε την ικανότητά του να οδηγεί με σύνεση, προσοχή και νηφαλιότητα, συνεπώς δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο γεγονός της ανευρεθείσας αυτής ποσότητας αίματος και της σύγκρουσης, η οποία δεν οφειλόταν στο ότι αποσπάστηκε η προσοχή του από την οδήγηση λόγω μέθης, αλλά σε άλλους παράγοντες, ήτοι στο ότι αποσπάστηκε η προσοχή του από την οδήγηση «από γενόμενο θόρυβο ή φόβο προερχόμενο από κόντρα άλλων οχημάτων κινουμένων όπισθεν αυτού». Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 5-7-2004 έφεσή της, παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για τις παραδοχές ότι «για το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 10-6-1998 στον XXX μεταξύ του XXX αυτοκινήτου που οδηγούσε ο αναιρεσείων και του XXX που οδηγούσε ο Ψ1, αποκλειστικά υπαίτιος ήταν μεν ο αναιρεσείων, αλλά στην υπαιτιότητα αυτή δεν συνετέλεσε η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα που βρέθηκε στο αίμα του σε ποσοστό 0,75%o κατά λίτρο αίματος». Το ποσοστό του οινοπνεύματος δεν αμφισβήτησε και υποστήριξε, με όσα στην έφεση ανέφερε, ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αμέλεια του αναιρεσείοντος που ήταν αποτέλεσμα της μέθης στην οποία είχε περιέλθει. Η έφεση αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 11-11-2004 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων με τις από 12-3-2002 προτάσεις του, επανέλαβε όσα και στις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε. Αρνήθηκε δηλαδή, ότι το ατύχημα οφειλόταν στη μέθη του και υποστήριξε ότι από τα επικαλούμενα έγγραφά του προέκυπτε το αντίθετο, δηλαδή ότι «η σύγκρουση οφειλόταν σε ένα απρόβλεπτο περιστατικό, το οποίο ήταν και αποκλειστικό αίτιο». Δεν αρνήθηκε και μάλιστα ειδικά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, με τους πιο πάνω όρους. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε την έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 55.759,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.
Ειδικότερα έκρινε, για αναφερόμενες στην επόμενη σκέψη της παρούσας αιτίες, ότι η μέθη του αναιρεσείοντος οδηγού (0,75%o οινόπνευμα ανά λίτρο αίματος) συνδέεται «αιτιωδώς με την επέλευση της ζημίας (δηλαδή το θάνατο του συνοδηγού Z3), αφού αυτή (μέθη) επηρέασε την ικανότητά του προς έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου, με συνέπεια να προκληθεί το ένδικο ατύχημα με το προαναφερόμενο αποτέλεσμα». Το γεγονός ότι βρέθηκε στο αίμα του η παραπάνω ποσότητα οινοπνεύματος (0,75%o) δεν ήταν στην κατ’ έφεση δίκη θέμα απόδειξης, ούτε η διηγηματική αναφορά, για την ύπαρξη του οινοπνεύματος αυτού, στην από 6-7-1998 έκθεση εξέτασης αίματος του χημείου της διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας και στην από 2-10-1998 προανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος (όπου ανέφερε ότι είχε πιεί τέσσερα ουΐσκυ), ήταν χρήσιμη, εδώ από την αναιρεσιβαλλομένη. Για το πόρισμά του το Εφετείο, αναφορικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του οινοπνεύματος, της σύγκρουσης και του απ’ αυτή αποτελέσματος στηρίχθηκε σε άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα σε κατάθεση μάρτυρα του εναγομένου, σε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν σε Ειρηνοδίκη μετά νόμιμη κλήτευση αντιδίκου, καθώς και σε όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, ανάμεσα στα οποία και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔικ). Επίσης, για την ύπαρξη της σύμβασης ασφάλισης, με τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους, στηρίχθηκε προεχόντως στο γεγονός, ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε ποτέ την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, με τους περιεχόμενους στο δικόγραφο και το 20798856 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης όρους και άρα ομολογεί, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔικ.
Συνακόλουθα πρέπει ο λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην πιο πάνω αναληθή προϋπόθεση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε για απόδειξη του μοναδικού ως άνω λόγου έφεσης, τα προσκομισθέντα χωρίς επίκληση από την αναιρεσίβλητη ως άνω έγγραφα.
ΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού, ανέλεγκτα, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: «Στις 10-6-98 και περί ώρα 4.30 π.μ. ο εναγόμενος (αναιρεσείων), οδηγώντας το XXX αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσίβλητη), εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ΧΧΧ και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, με κατεύθυνση από ΧΧΧ προς ΧΧΧ. Στο αυτοκίνητό του αυτό επέβαιναν και οι Z3, ως συνοδηγός, και Κ1, Κ2, ως συνεπιβαίνουσες. Φθάνοντας πλησίον της διασταυρώσεως της ανωτέρω λεωφόρου με την ΧΧΧ, όπου είναι τοποθετημένος επί της λεωφόρου ΧΧΧ και προ της διασταυρώσεως αυτής φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος κατά το χρόνο αυτό είχε ερυθρό φώς, δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του εγκαίρως με τη χρήση πέδης, αλλά βαίνοντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κινήθηκε αδικαιολόγητα και εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου, ήλθε σε επαφή με κινούμενο στα δεξιά του αυτοκίνητο και στη συνέχεια, χωρίς να αντιληφθεί τον ερυθρό σηματοδότη και τα προ αυτού ακινητοποιημένα οχήματα, διότι ο εναγόμενος οδηγός προηγουμένως είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, επέπεσε στο οπίσθιο μέρος του ευρισκομένου εν στάσει προ του ερυθρού σηματοδότη ΧΧΧ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ψ1, με μεγάλη ταχύτητα και σφοδρότητα, η οποία είχε ως συνέπεια να τραυματισθούν ο οδηγός και οι συνεπιβαίνοντες του ΧΧΧ αυτοκινήτου και μάλιστα ο συνοδηγός Z3 θανάσιμα, αφού υπέστη κρανιογκεφαλική κάκωση από την οποία ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού στις 22-10-98. Η ανωτέρω σύγκρουση και ο εξ αυτής θάνατος του ως άνω συνοδηγού οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και πριν από αυτή τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εφόσον κατά τη γενόμενη αιματολογική εξέταση προέκυψε ποσοστό οινοπνεύματος σ’ αυτό από 0,75%o (βλ. από 6-7-98 έκθεση εξετάσεως αίματος του χημείου της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, αλλά και από 2-10-98 προανακριτική απολογία του εναγομένου όπου αναφέρει ότι είχε πιεί τέσσερα ουΐσκυ), γεγονός που του δημιούργησε ευεξία, έλλειψη νηφαλιότητας, υπερεκτίμηση ικανοτήτων και δυνατοτήτων περί την οδήγηση, εξασθένηση της προσοχής του και αδράνεια, εξαιτίας των οποίων δεν αντελήφθη το ερυθρό φώς του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του και το προ αυτού σταματημένο όχημα και δεν ακινητοποίησε εγκαίρως με τροχοπέδηση το όχημα που οδηγούσε, αδράνησε δε να ενεργήσει άλλο αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος οδηγός ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης συνηγορούν η όλη οδική συμπεριφορά τούτου που δεν δικαιολογείται άλλως και που συνίσταται στην άνευ σοβαρού λόγου διενέργεια επικίνδυνων ελιγμών για αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και μάλιστα κινούμενος με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα που ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός αναφέρει σε 70 χιλιομ. την ώρα, η οποία προκάλεσε επαφή του αυτοκινήτου του με άλλο που εκινείτο δεξιά του και ιδία την έλλειψη ικανότητός του ν’ αντιληφθεί το ερυθρό φώς του σηματοδότη της πορείας του, το οποίο είχαν αντιληφθεί οι συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο, οι οποίοι και του «φώναξαν» τούτο, αλλά και την ύπαρξη φορτηγού αυτοκινήτου, που ήταν σταθμευμένο προ του ερυθρού σηματοδότη στο πίσω μέρος του οποίου και επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα. Σημειωτέον ότι σε βάρος του εναγομένου οδηγού ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια τελεσθείσα υπό την επίδραση οινοπνεύματος και για παράβαση των άρθρ. 42 και 19 ΚΟΚ, ενώ με τη με αριθμ. 8517/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος της πρώτης και του υποβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, ενώ για τις λοιπές έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής τους (βλ. αυτή προσκομιζόμενη).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης, αλλ’ ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλειά του, καθόσον, λόγω λαβούσας χώρα επί της ΧΧΧ «κόντρας» μεταξύ δύο άλλων αυτοκινήτων που εκινούντο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, συνεπεία της οποίας και επειδή του «αναβόσβηναν» τα φώτα, αναγκάσθηκε ν’ αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας φοβούμενος πιθανή σύγκρουση με αυτά και εισέλθει στη μεσαία λωρίδα όταν άκουσε κτύπημα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου που τον έκανε να στρίψει το κεφάλι δεξιά για να διαπιστώσει περί τίνος επρόκειτο και έτσι δεν πρόσεξε την αλλαγή του σηματοδότη από πράσινο σε ερυθρό φώς με αποτέλεσμα να μην προλάβει ν’ αντιδράσει, δεν καθίσταται βάσιμος, καθόσον ο ίδιος ο εναγόμενος εξεταζόμενος προανακριτικά δεν αναφέρει τίποτα για «κόντρες» αυτοκινήτων, αλλ’ ούτε και οι συνεπιβαίνουσες αυτού Κ1 και Κ2, στις προανακριτικές τους καταθέσεις που δόθηκαν την ίδια ημέρα του ατυχήματος. Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω η μέθη του ως άνω οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της ζημίας (δηλαδή το θάνατο του συνοδηγού Z3), αφού αυτή (μέθη) επηρέασε την ικανότητά του προς έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου, με συνέπεια να προκληθεί το ανωτέρω ένδικο ατύχημα με το προαναφερόμενο αποτέλεσμα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ’ αυτή πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Σωστά εξήγαγε από την ως άνω οδηγητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος το συμπέρασμα, ότι αυτός κατά το ατύχημα οδηγούσε μεθυσμένος, η μέθη του επηρέασε πράγματι την ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση και έγκαιρη αντίληψη κάθε κινδύνου σ’ αυτή, με αποτέλεσμα να προκληθεί η άνω σύγκρουση αυτοκινήτων και να επέλθει ο θάνατος του άνω συνοδηγού του, άρα η μέθη του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της σύγκρουσης αυτής, από την οποία επήλθε το παραπάνω θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, οι δε αντίθετοι δεύτερος και τρίτος, πρώτο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί, κατά παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔικ, δεν απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως αόριστη την από 25-7-2000 αγωγή (από αναγωγή) της αναιρεσίβλητης, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος πρωτόδικα, αλλά και στο Εφετείο, με τις προτάσεις το είχε προτείνει. Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα λιγότερα εκείνα στοιχεία (ή περισσότερα) στα οποία το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε (ή αξίωσε) απ’ όσα απαιτεί ο νόμος (νομική αοριστία) για τη θεμελίωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι στην ένδικη αγωγή, όπως στην πρώτη σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίστηκε με πληρότητα και σαφήνεια, ότι συνήψε σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος σχετικά με το ζημιογόνο εδώ ως άνω αυτοκίνητό του, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή του ασφαλιστή όρος (άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ) έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης, που αποδέχτηκε ρητά ο ασφαλισμένος της αναιρεσείων.
IV.- Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες (κατά τα οικεία μέρη), υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2005 αίτηση και τους από 3-11-2006 πρόσθετους λόγους του X1, για αναίρεση της 1006/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.