ΑΠ 129/2012 – Το δεδικασμένο δεν ισχύει αν κατά τον κρίσμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ’ αυτή – Η ισχύς κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλει το νομοθετικό καθεστώς και οι προγενέστερες αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Αναίρεση για εσφαλμένη διάγνωση δεδικασμένου – Δεδικασμένο για αξιώσεις μεταγενέστερου χρόνου – Εργασιακές σχέσεις – Μη λήψη υπόψη ΕΓΣΣΕ -. Το δεδικασμένο δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ’ αυτή. Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό ΣΣΕ ή ΔΑ (ΟλΑΠ 10/02). Η ΑΠ 128/12 ασχολήθηκε με τον τρόπο αμοιβής ηλεκτροτεχνιτών νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενώ η ΑΠ 129/12, με τον τρόπο αμοιβής καθαριστριών νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κρίθηκε ότι το μονομελές πρωτοδικείο που δέχθηκε ότι από αποφάσεις εφετείου απορρέει δεδικασμένο, το οποίο καλύπτει και την προκείμενη περίπτωση, που όμως έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, καθώς αφορά αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή σ’ αυτόν διαφορών αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, για το οποίο ίσχυε διάφορο νομικό καθεστώς, υπέπεσε στην εν λόγω πλημμέλεια.

Αριθμός 129/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος – καθ’ ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία “Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου – καλούντος: Ζ. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 635/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-6-2005 αίτησή του. Η υπόθεση, μετά από ματαίωσή της κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαΐου 2010, επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-6-2011 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 22-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό με εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ’ αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Έτσι από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. (ΟλΑΠ 10/2002). Περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθμ. 42/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων νοσοκομείων κ.λ.π. του Δημοσίου και Ο.Τ.Α. και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ’ αριθμ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου άνω προσωπικού, που κηρύχτηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1998 ΕΣΣΕ που ίσχυσε από 1-7-1998. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ. Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ’ αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 10/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: “εκ των υπό του ενάγοντος μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων υπ’ αριθμ. 5145/1990, 3808/1995, 1405/1997 και 4401/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι σε δίκες μεταξύ των αυτών διαδίκων (ενάγοντος και εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.),υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων, εκρίθη τελεσιδίκως ότι ο ενάγων προσληφθείς την 23-4-1981 στην υπηρεσία του εναγομένου νοσηλευτικού ιδρύματος, κατόπιν συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου και από 16-2-1988, αορίστου χρόνου, προσέφερε έκτοτε σ’ αυτό και μέχρι της λόγω συνταξιοδοτήσεως αποχωρήσεως του την 27-6-2000, την υπό την συμφωνηθείσα ιδιότητα εργασία του, αντί αποδοχών που προβλέπονται από το νόμο και τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε και Δ.Α που καθορίζουν τις αποδοχές των εργαζομένων στα νοσηλευτικά ιδρύματα, στις διατάξεις του οποίου υπάγεται και το εναγόμενο, επιδικάστηκαν δε δια των προαναφερομένων αποφάσεων στον ενάγοντα οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το συνολικό χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-12-1997, οι οποίες προέκυψαν λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού βάσει του εκάστοτε κατωτάτου ορίου του ημερομισθίου των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και του 8ώρου της εργασίας του και μη χορηγήσεως των επιδομάτων τριετιών και της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του Ν. 201/1975 και λόγω μη υπολογισμού της προσαυξήσεως 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του 1057/1980 επί του συνόλου των αποδοχών του”. Στη συνέχεια δέχτηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 27-6-2000, που αφορούσε η από 11-7-2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, γιατί δεν έλαβε χώρα μεταβολή της νομοθεσίας ή των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής της επί τα χείρω για τον ενάγοντα και δέχτηκε εν όλω την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα τις αιτούμενες διαφορές. Όμως, από τις αποφάσεις αυτές του Εφετείου Αθηνών δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., που καλύπτει και την προκείμενη υπόθεση, που έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, αφού αφορά αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή σ’ αυτόν διαφορών αποδοχών για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από 1-1-1998 έως 27-6-2000, που ίσχυε διάφορο νομικό καθεστώς, και δη οι από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που ίσχυσαν από 1-1-1998 και 1-1-2000 αντίστοιχα.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο δέχτηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις και ότι για το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, η σχέση εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τις ίδιες διατάξεις χωρίς να λάβει υπόψη τις πιο πάνω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και συνακόλουθα δέχτηκε την αγωγή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ.. Έτσι είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η προαναφερθείσα πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 635/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.