ΑΠ 1020/2013 – Στοιχεία ορισμένου αρνητικής αγωγής

αρχείο λήψηςΠερίληψη: Αναγκαία στοιχεία είναι η περιγραφή του πράγματος, το οποίο υφίσταται προσβολή, η κυριότητα του ενάγοντος πάνω σε αυτό, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη προσβολή της κυριότητας από τον εναγόμενο και αίτημα για άρση της προσβολής αυτής και παράλειψης της στο μέλλον, με παράλληλη καταδίκη του εναγομένου σε τέλεση πράξης και την παράλειψη της στο μέλλον. Επίσης, ο κύριος του πράγματος του οποίου η κυριότητα διαταράχθηκε, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι και νομέας του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή.

Αριθμός 1020/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: «Ά. Δ. Βιομηχανική – Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας – Εκμετάλλευση Ακινήτων Α.Ε», με τον διακριτικό τίτλο «Ά. Δ. Α.Ε.» και έδρα το …, που εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ά. Δ., ο οποίος διόρισε πληρεξουσία δικηγόρο την Μαριέττα Γεωργούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία «Salvest Limited (Σαλβεστ Λιμιτέτ)» και έδρα τη …, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4728/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 80/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 179/2013). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ’ άρθρο 562 Κ.Πολ.Δικ., για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 834/2013). Περαιτέρω από το άρθρο 1108 παρ. 1 εδ. α’ Α.Κ. συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αρνητικής αγωγής είναι η περιγραφή του πράγματος, το οποίο υφίσταται προσβολή, η κυριότητα του ενάγοντος πάνω σ’ αυτό, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη προσβολή της κυριότητος από τον εναγόμενο και αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, με καταδίκη του εναγομένου σε τέλεση πράξης και την παράληψής της στο μέλλον (Α.Π. 609/2012). Ακόμη ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι και νομέας του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 Α.Κ., στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή, δικαιώματος κυριότητας, του πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, στην οποία η αναιρεσίβλητη – ενάγουσα ανέφερε ότι βρίσκεται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, την κυριότητα του οποίου από τις αρχές του 2005 προσβάλλει η αναιρεσείουσα – εναγομένη, μολονότι αυτή (ενάγουσα – αναιρεσίβλητη) στην από 30-9-2008 και με αριθμ. πράξεως καταθ. 8464/2008 διεκδικητική κατά της αναιρεσείουσας αγωγή της, για το ίδιο ακίνητο, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ομολογεί ότι δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου και ότι από το 2005 έχει αποβληθεί από αυτήν. Ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός υποβλήθηκε παραδεκτά το πρώτον στο Εφετείο, γιατί προέκυψε μετά την έκδοση της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως. Το Εφετείο ενόψει της μεταβιβάσεως σ’ αυτό της υποθέσεως στο σύνολό της και της εντεύθεν, κατά τα άρθρα 511, 520 και 522 Κ.Πολ.Δ., εξουσίας του να ερευνήσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο της αγωγής, αναφέρει ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα: «με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη … αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία, που αρκούν να τη θεμελιώσουν κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1, 1198, 1108 παρ.1 Α.Κ., 70, 946-947, 118 παρ. 4 και 216 Κ.Πολ.Δικ. . Είναι λοιπόν απορριπτέα ως αβάσιμα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η εναγομένη (εκκαλούσα) με τις παρούσες, από 18-11-2009, έγγραφες προτάσεις της, για αοριστία της αγωγής, επικαλούμενη ότι η ενάγουσα (εφεσίβλητη) δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου από πολλών ετών, ενώ, αντίθετα η ίδια (εναγομένη – εκκαλούσα) νέμεται και κατέχει αυτό, όπως άλλωστε η αντίδικός της ενάγουσα αναφέρει σε μεταγενέστερη από 16-8-2008 και με αύξοντα αριθμό καταθ. 168362/8464/15-9-2008 αγωγής της (διεκδικητική κυριότητας του ίδιου ακινήτου) που άσκησε εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αδιάφορος, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αοριστία και έλλειψη (ενεργητικής) νομιμοποιήσεως της αγωγής, αφού όπως έχει προεκτεθεί, την αρνητική αγωγή μπορεί να ασκήσει ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα (με την επίκληση δηλαδή, μερικής προσβολής της κυριότητας, όπως γίνεται εδώ και όχι ολικής), χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι νομέας του πράγματος».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη και στις αναφερόμενες στο προεκτεθέν κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως διατάξεις απαιτούνται ως προς τα στοιχεία της νομής και της διαταράξεως επί αρνητικής αγωγής, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γι’ αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση, αφού ο επικληθείς περί αοριστίας από την εκκαλούσα – αναιρεσείουσα ισχυρισμός, λήφθηκε υπόψη, μολονότι ήταν αλυσιτελής, αφού απέδιδε στην αγωγή αοριστία που δεν προέκυπτε από το δικόγραφό της, αλλά από την παραπομπή σε άλλα, εκτός του κειμένου της έγγραφα, ενώ αυτή (εκκαλούσα – αναιρεσείουσα) υπελάμβανε ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις και μάλιστα να προταθεί το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη ως οψιγενής κατά το άρθρο 527 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. ισχυρισμός, υπήρξε δε ως εκ περισσού επ’ αυτού απάντηση, κριθέντος ως νομικά αδιαφόρου. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητος του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δικ. στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (Ολ.Α.Π. 5/2003, Ολ.Α.Π. 3/1991, Ολ.Α.Π. 30/1995, Α.Π. 638/2012, Α.Π. 1119/2011, ΑΠ. 1192/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην, για την εκδίκαση της σωρευομένης με την αρνητική του άρθρου 1108 Α.Κ.,αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, καθόσον δεν αναφερόταν στο δικόγραφο η, προσδιορίζουσα την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, αξία του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλομένη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εφέσεως, αλλά σε σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.- Επειδή, από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 191/2013). Εξάλλου, ο κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 834/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτους, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 567/2013, Α.Π. 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου και με τους τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα – εναγομένη έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ’ αριθμ. …/2001 (εννοεί …/2001) συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Καλλιόπης Σαλατά – Καρακαξίδου, με το οποίο αυτή απέκτησε μεγαλύτερο ακίνητο επιφανείας 17565 μέτρων, το οποίο (μεγαλύτερο ακίνητο) είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους της Άγγελο – Ε. και Χ. Δ., με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη υπ’ αριθμ. …/1990 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ενυποθήκου ακινήτου και μηχανημάτων της συμβ/φου Αθηνών Κων/νας Βασιλείου, β) ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας – εναγομένης με τακτική χρησικτησία, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτή δεν έχει νόμιμο τίτλο και ότι το πρώτον απαραδέκτως, κατά το άρθρο 527, επικαλέστηκε καλή, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ. πίστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την οποία (καλή πίστη) επαλλήλως δέχθηκε ότι δεν υπάρχει, για το λόγο ότι η εναγομένη – αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της από το 1990 γνώριζαν ή σε κάθε περίπτωση από βαρειά αμέλεια αγνοούσαν ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους τους. Ότι η κρίση αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα η αναιρεσείουσα εξέθετε στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και απέδειξε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και ότι η επίκληση του άρθρου 1041 Α.Κ. συμπεριλαμβάνει και την καλή πίστη, έστω και αν από παραδρομή δεν ανεγράφη και το στοιχείο αυτό (καλή πίστη) και ότι σε κάθε περίπτωση υφίσταται νομιζόμενος τίτλος, γ) ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αυτή «αναιρεσείουσα» επικαλέστηκε και απέδειξε ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της βρίσκονται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο περιλαμβάνεται στο μεγαλύτερο επιφανείας 17565 τ.μ. ακίνητό τους από το 1972, το οποίο έχουν περιφράξει και έχουν προβεί σ’ αυτό σε εδαφικές διαμορφώσεις, σε ανέγερση κτισμάτων κλπ. Οι λόγοι αυτοί στους οποίους δεν προσδιορίζονται οι παραβιάσεις των περί, παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως, κυριότητας διατάξεων, ούτε διαλαμβάνονται οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτοι καθόσον ευθέως, απροκάλυπτα και χωρίς επιφάσεις για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, πλήττουν την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί (πρώτο σκέλος του τρίτου, τέταρτος και πέμπτος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επίσης απαράδεκτος είναι και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως γιατί δεν αφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά σε απόφαση που έχει εκδοθεί με διαδίκους την αναιρεσείουσα και τον Ν. Σ.. Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π. 179/2013, Α.Π. 87/2013). Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, εκτός εάν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α’ και β’, ενώ για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 834/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 332 που ορίζει ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, συνάγεται ότι τούτο μπορεί να προβληθεί το πρώτον και στο Εφετείο, αφού ως προς την υποβολή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 527 Κ.Πολ.Δικ., δεν ισχύει ο περιορισμός της προβολής των ενστάσεων κατά την πρώτη συζήτηση. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και τούτο γιατί το δεδικασμένο δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 968/2012). Ενόψει τούτων ο οικείος λόγος ιδρύεται αν ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασής του (Ολ.Α.Π. 1720/2009), διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 1957/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής εφέσεως με την υπ’ αριθμ.3745/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής που άσκησε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης «Τ. ΑΒΕΕ» κατά της υπ’ αριθμ. 4667/1990 πράξεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου την κυριότητα της αναιρεσείουσας επί τους εκπλειστηριασθέντος, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά ούτε και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφία (εφετήριο, προτάσεις) προκύπτει ότι ο οικείος, περί δεδικασμένου, ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο, από το ότι δε αυτός λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεν μπορεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο. Εξάλλου απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο ήτοι για το ότι δεν είχε υποβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, είναι και η αποδιδομένη με το ίδιο σκέλος του τρίτου λόγου στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι δεν υφίστατο έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής που αφορά σε ακίνητο που περιλαμβάνεται στο εκπλειστηριασθέν αφού η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν άσκησε την κατά το άρθρο 1020 Κ.Πολ.Δικ. αγωγή διεκδικήσεως του εκπλειστηριασθέντος μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο αυτό προθεσμία των πέντε ετών από της παραδόσεως του στους υπερθεματιστές – δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας, εχούσης ως εκ τούτου συμπληρωθεί της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο τους ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 7/2013, Α.Π. 79/2013, Α.Π. 495/2013). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π. 481/2013, Α.Π. 179/2013). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 179/2013), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δικ.), η γνωμοδότηση των πραγ/νων (383 Κ.Πολ.Δικ.), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δικ.) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ. 2 και 339 Κ.Πολ.Δικ.) – Α.Π. 495/2013, Α.Π. 481/2013.- Για τις κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. γνωμοδοτήσεις δεν απαιτείται ειδική μνεία, αφού πρόκειται περί εγγράφου που ρυθμίζεται ειδικά και όχι περί ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, η δε μνεία της απόφασης ότι «λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα» καλύπτει και αυτές (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 481/2013). Περαιτέρω μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14-15-16/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 197/2013, Α.Π. 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, με επίκληση, στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα στον δεύτερο παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του, έχοντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου. Ειδικότερα η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη α) την υπ’ αριθμ. …/9-2-2013 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ΔΑΑ, β) την υπ’ αριθμ. …/2-4-1975 πράξη της ίδιας υπηρεσίας, γ) την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν τρία σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Θ., δ) την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., με τις προσαρτημένες σ’ αυτήν δύο αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) των ετών 1978 και 1988 ε) την από 1-10-2008 και με αριθμ. πραξ. καταθ. 8464/2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στ) το υπ’ αριθμ. 395/Δ/24-11-1976 ΦΕΚ τ. Δ’ σε συνδυασμό α) με τον κτηματολογικό πίνακα καταμερισμού μεταξύ και δημοσίων και παροδίων ιδιοκτητών της αποζημιώσεως ακινήτων προς βελτίωση της Ε.Ο Σταυρού – Λαυρίου και β) το από 9-7-1987 κτηματολογικό διάγραμμα της άνω απαλλοτριώσεως. 2) έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ενιαίου και αδιάσπαστου ακινήτου των ετών 1993, 1996, 2000, 2004, 2005, 2008 και δύο πανοραμικές έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ακινήτου, με το εργοστάσιο, έτους 2006, ή) τα από 4-5-1990, 1-2-2002, 21-2-2005, 1-2-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως με εκμισθώτρια την «Τ. Α.Ε.» το πρώτο και την αναιρεσείουσα τα λοιπά και εκμισθωτή τον Α. Γ., το από 12-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό συνάψεως χρησιδανείου μεταξύ Α. Γ. και Ά. – Ε. και Χ. Δ. και την υπ’ αριθμ. …/4-1-2007 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. στη συμβ/φο Ιορδάνα Μορφωνιού. Ο λόγος αυτός, που κατ’ αρχάς είναι παραδεκτός γιατί όλων των παραπάνω αποδείξεων έγινε επίκληση και προσκομιδή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με νόμιμη κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δικ. επαναφορά (Ολ.Α.Π. 23/2008), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), που ρητά αναφέρει (φύλλο 6α) ότι λήφθηκαν υπόψη «τα έγγραφα, που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης» … μεταξύ των οποίων «φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ.2, 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.» … «τις υπ’ αριθμ. …/4-1-2007 … ένορκες βεβαιώσει των Α. Γ. …», σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπως γίνεται και ειδικότερη αναφορά σε κάποια από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία (φύλλο 7β για την …/9-2-1973 οικοδομική άδεια, φύλλο 11α για ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες του επιδίκου, για την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα – μηχανικού Χ. Θ. και την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του αγρονόμου τοπογράφου – μηχανικού Δ. Μ., κλπ) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος και την απόρριψη του περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ενώ για τα υπό στοιχ. γ’, δ’ αποδεικτικά μέσα που είναι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 481/2013) κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν είναι ιδιαίτερες αποδείξεις, αλλά έγγραφα, που ρυθμίζονται «ειδικά» και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως προς αυτά αρκούσε η αναφορά «στα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη». Εξάλλου η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 481/2013, Α.Π. 609/2013). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2010 αίτηση της Α.Ε. «Ά. Δ. Βιομηχανική – Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας – Εκμετάλλευση Ακινήτων Α.Ε» και τον διακριτικό τίτλο «Ά. Δ. Α.Ε.» κατά της Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία «Salvest Limited (Σαλβεστ Λιμιτέτ)», για αναίρεση της υπ’ αριθμό 80/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.