ΑΠ 101/2004 – Διαταγή πληρωμής, μη νόμιμη σύνταξη εγγράφου για απόδειξη απαιτήσεως, εγγύηση και σύμμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό

Αριθμός 101/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Νικόλαο Οικονομίδη, Στέφανο Γαβρά και Αθανάσιο Γιωτάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2003, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Βορίδη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται ως προς τους 6ο, 7ο και 8ο αναιρεσιβλήτους.

Των αναιρεσίβλητων: Α) 1. Τ. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «OLI ROSE Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Ετοίμων Ενδυμάτων» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Β. Ε. Χ., κατοίκου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, 3. Κ. Ι. Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 4.Όλγας συζ. Κ. Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 5. Γ. Ε. Χ., κατοίκου Σερρών, 6. Ν. Ι. Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 7. Π. Ι. Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 8. Ι. Ν. Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-1999 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13379/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 846/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2002 αίτησή της και τους από 18-2-2003 προσθέτους λόγους, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-3-2003 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη επαναφέρεται η υπόθεση προς συζήτηση με την από 3-4-2003 κλήση της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Στέφανος Γαβράς ανέγνωσε την από 25-2-2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου και ήδη Αντιπροέδρου Στυλιανού Πατεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την α) παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποδοχή των λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι στο σκεπτικό και β) την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η αναιρεσείουσα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως κατά των αναιρεσιβλήτων Ν. Σ., Π. Σ. και Ι. Σ. (με αριθ. 6, 7 και 8). Επομένως, ως προς αυτούς θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η αναίρεση (άρθρα 294 εδ. α’, 295 εδ. α’, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. 1443Η, 1482Η, 1483Η, 1484Η/27.5.2003, 2278Η, 2290Η, 2292Η, 2295Η/25.6.2003, 11533Ζ, 11534Ζ, 11535Ζ, 11558Ζ/20.2.2003 οι τρεις πρώτες και 21.2.2003 η τέταρτη εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Π. Β. και 814/21.2.2003, 1006/27.5.2003, 1059/26.6.2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Χ. Κ. Α., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, καθώς και της από 3.4.2003 κλήσης της αναιρεσείουσας με την επ’ αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της άνω σημειούμενης 26.11.2003 (μετά ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26.3.2003) και κλήση να εμφανισθούν κατ’ αυτήν (26.11.2003), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως με εντολή της αναιρεσείουσας σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους (1 έως 5). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ).

Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, εκτός από τις ειδικώς μνημονευόμενες σ’ αυτήν υπ’ αριθ. 1212/1985 αρχική σύμβαση παροχής πίστωσης και τις ταυτάριθμες με αυτήν αυξητικές πράξεις μεταξύ των διαδίκων, και όλα τα έγγραφα (διπλότυπα των αρμοδίων Δημοσίων Ταμείων) που αναφέρονται στο αναιρετήριο ως μη ληφθέντα υπόψη και από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, προκύπτει η καταβολή στις αρμόδιες κατά τόπο Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, του αναλογούντος νόμιμου τέλους χαρτοσήμου τόσο στη σύμβαση πίστωσης δια ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όσο και των ταυτάριθμων με αυτή αυξητικών αυτής πράξεων. Το Εφετείο με το να κρίνει ότι ακύρως εκδόθηκε με βάση την ως άνω σύμβαση παροχής πιστώσεως και τις αυξητικές αυτής πράξεις καθώς και τις σχετικές συμβάσεις εγγυήσεως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής γιατί δεν έχουν νόμιμα χαρτοσημανθεί, με την έννοια ότι δεν έχει γίνει νομότυπη διαγραφή των κινητών επισημάτων, που έχουν επικολληθεί επί των εν λόγω εγγράφων, με την υπογραφή όλων των συμβληθέντων και τη θέση επ’ αυτών χρονολογίας, όπως απαιτούσαν οι ισχύουσες κατά τον επίδικο χρόνο καταρτίσεως των εγγράφων αυτών συμβάσεων διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ΒΔ της 23/24.8.1988 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, εκ του πράγματος απέκρουσε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που φέρεται να αποδεικνύεται, από τα μη ληφθέντα υπόψη διπλότυπα είσπραξης του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, με τον οποίον προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η αναλογικότητα, ως γενική αρχή του δικαίου αναγνωριζομένη παγίως από την νομολογία των δικαστηρίων ως ισχύουσα βάσει των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975 αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, απαιτεί από τον νομοθέτη όπως οι περιορισμοί που επιβάλλει στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου, και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (Ολ. ΑΠ 26/2003). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Αν το προσκομιζόμενο για απόδειξη της απαιτήσεως έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά νόμιμο αποδεικτικό τρόπο, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε τυχόν εκδοθεί ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολομ. ΑΠ 10/1997). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 850 παρ. 1, 851 ΑΚ, 47, 64, 67 του Ν.Δ. της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» και 112 Εισ. Ν. ΑΚ, ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή για την καταβολή από μέρος του οφειλέτη του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ευθύνεται λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού της κύριας οφειλής, δηλαδή της πίστωσης για την οποία εγγυήθηκε. Η σύμβαση εγγύησης προϋποθέτει την ύπαρξη κυρίας σύμβασης οφειλής, μετά της οποίας, προκειμένου να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγγυητή, αποτελεί ενιαία βάση της σχετικής αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, γεγονός που σημαίνει, ότι όχι μόνο η σύμβαση εγγύησης, αλλά και η κυρία σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Β.Δ. της 23/24.8.1888 «Περί εκτελέσεως του περί τελών χαρτοσήμου νόμου ΑΧΚΕ/1887», το κινητό επίσημα κολλάται επί του εγγράφου προς τα δεξιά ή αριστερά του κειμένου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 49 του νόμου «άμα τη συντάξει του», διαγράφεται δε «αυτοστιγμεί» με την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη που γράφεται κατά μήκος του κινητού επισήματος και που αρχίζει από αυτό το έγγραφο. Στο κάτω μέρος και μέσα στο χώρο του κινητού επισήματος τίθεται πλήρης η χρονολογία η οποία ανταποκρίνεται με τη σημειούμενη στο κείμενο του εγγράφου. Προκειμένου δε περί διαγραφής κινητού επισήματος από ανώνυμες εταιρίες αυτή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ΒΔ, με το οποίο ορίζεται, ότι αυτές μπορούν να διαγράφουν το κινητό επίσημα με σφραγίδα που τίθεται πάνω σ’ αυτό και η οποία έχει τα στοιχεία που αναφέρει η ίδια διάταξη και καταλαμβάνει και μέρος του εγγράφου επί του οποίου κολλάται το κινητό επίσημα. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες εξακολούθησαν να ισχύουν κατά το άρθρο 67 του ΠΔ της 28/28.7.1931 περί Κώδικος Τελών Χαρτοσήμου και μετά την κατάργηση του ν. ΑΧΚΕ 1887, καθώς και των νόμων που τον τροποποίησαν και τον συμπλήρωσαν με το άρθρο 68 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ (ΑΠ 699/2000), συνάγεται ότι ο νομοθέτης, θέλοντας να προστατεύσει το Δημόσιο από απόπειρες είτε επαναχρησιμοποίησης του επισήματος με την αποκόλλησή του από το έγγραφο και την επικόλλησή του σε άλλο, είτε από απόπειρα μη επικολλήσεώς του στο έγγραφο κατά το χρόνο της συντάξεώς του, επικόλλησής του δε μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο αυτό θα χρησιμοποιηθεί σε κάποια δημόσια αρχή, όπως είναι τα δικαστήρια, θεσμοθέτησε την αναφερομένη στο άρθρο 16 παρ. 1 αυστηρή διαδικασία, σύμφωνα με την οποία γίνεται άμεση επικόλληση του κινητού επισήματος πάνω στο έγγραφο κατά το χρόνο της σύνταξής του και ταυτόχρονη διαγραφή και υπογραφή του από τον εκδότη. Στην περίπτωση δε που αποτυπώνεται πολυπρόσωπη δικαιοπραξία, τότε οι διατυπώσεις αυτές πρέπει να γίνουν απ’ όλους τους εκδότες σε κάθε περίπτωση. Κατά τα άρθρα δε 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, σε περίπτωση που δεν γίνει νόμιμη διαγραφή ή ακύρωση του κινητού επισήματος, μόλις επικολληθεί στο έγγραφο, η σήμανση κατ’ αμάχητο τεκμήριο θεωρείται ότι δεν έγινε, το έγγραφο θεωρείται ότι συντάχθηκε από την αρχή σε απλό χαρτί και τα δικαστήρια δεν επιτρέπεται να το δεχθούν. Από 1.1.1987, που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 1676/1986, επήλθε κατάργηση των άρθρων 16 και 17 του από 23/24.8.1888 ως άνω Β.Δ. που προέβλεπαν τις παραπάνω διατυπώσεις χαρτοσημάνσεως και οι συμβάσεις, τόσο οι κύριες όσο και οι παρεπόμενες, υπόκεινται πλέον στο νέο φορολογικό καθεστώς, που καθιερώνει ο νόμος αυτός (βλ. ΑΠ 1667/1995, 976/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της εκδοθείσας εις βάρος αυτών, κατόπιν αιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με αριθ. 9819/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα εξής: Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τη με αριθμ. 962/5.2.1982 σύμβαση πίστωσης δια ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και των ταυτάριθμων με αυτή αυξητικών αυτής πράξεων με αριθ. 962/1/2.03.1982, 962/2/30.03.1982, 962/3/27.07.1982, 962/4/9.02.1983, 962/5/3.08.1983, 962/6/2.09.1983, 962/7/21.09.1983, 962/8/0.02.1984, 962/9/25.07.1984 και 962/10/14.01.1985, περιοριστικών αυτής πράξεων υπ’ αριθμ. 962/11/24.07.1985 και 962/12/12.02.1986 και αυξητικών αυτής πράξεων υπ’ αριθμ. 962/13/13.08.1986, 962/14/24.10.1986 και 962/15/16.12.1992, σύμφωνα με τους όρους των οποίων η ήδη αναιρεσείουσα χορήγησε πίστωση στην πρώτη αναιρεσίβλητη, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν εγγράφως και εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Από τις ανωτέρω συμβάσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα οι 1η, 2ος, 3ος και 5ος δρχ. 55.089.345 και η 4η δρχ. 48.000.000, πλέον τόκων υπερημερίας από 16.8.99 και ανατοκισμού ανά εξάμηνο), οι φερόμενες ως καταρτισθείσες μέχρι την 1-1-1987 που εξακολουθούσαν να ισχύουν τα άρθρα 16 και 17 του από 23/24.8.18888 Β.Δ., δεν έχουν χαρτοσημανθεί νομίμως, με την έννοια ότι δεν έχει γίνει νομότυπη διαγραφή των κινητών επισημάτων, που έχουν επικολληθεί επί των εν λόγω εγγράφων, με την υπογραφή όλων των συμβληθέντων και τη θέση επ’ αυτών χρονολογίας. Ειδικότερα δέχθηκε, ότι από τις προσκομιζόμενες αρχική σύμβαση παροχής πίστωσης, υπ’ αριθ. 962/5.2.1982 και τις αυξητικές πράξεις της αρχικής πίστωσης μέχρι και την 14.1.1985, η μεν πρώτη φέρει στη δεύτερη σελίδα της κινητό επίσημα 10 δρχ., στην τρίτη σελίδα της επίσης κινητό επίσημα 10 δρχ., τα οποία δεν έχουν διαγραφεί από κανένα από τους διαδίκους, οι οποίοι δεν έθεσαν την ιδιόχειρη υπογραφή τους, για την πρώτη ανακόπτουσα ο νόμιμος εκπρόσωπός της και την καθής οι αρμόδιοι υπάλληλοί της, αλλ’ ούτε χρονολογία, όπως ορίζει ο νόμος. Ομοίως δεν έχουν διαγραφεί τα κινητά επισήματα, εκ δρχ. 10, που έχουν επικολληθεί στη δεύτερη και τρίτη σελίδα των υπ’ αριθ. 962/1/2.3.1982, 962/2/30.3.1982, 962/4-9-2-83, 962/6/ 2.9.1983, 962/9/25.7.1984 αυξητικών πράξεων από τους προαναφερθέντες αντισυμβαλλομένους, ακόμη δε οι υπ’ αριθ. 962/3/27.7.1982, 962/5/3.8.1983, 962/7/21.9.1983, 962/8/9.2.1984 αυξητικές πράξεις, φέρουν, στη δεύτερη και τρίτη σελίδα, κινητό επίσημα, εκ δρχ. 10, το οποίο έχει διαγραφεί, μόνο από την πρώτη ανακόπτουσα, πιστούχο – πρωτοφειλέτιδα, χωρίς όμως να έχει τεθεί χρονολογία. Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών, όπως έκρινε το Εφετείο, είναι ότι τα ανωτέρω έγγραφα θεωρούνται ότι έχουν γραφεί απ’ αρχής επί απλού και όχι σημασμένου χαρτιού και ως εκ τούτου δεν μπορούν αυτά να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο ως έγγραφα αποδεικνύοντα την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Εξάλλου, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, στην αρχική ως άνω σύμβαση πιστώσεως, στο περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, και η δικονομική σύμβαση περί αποδείξεως του τυχόν καταλοίπου, που θα προκύψει μετά το κλείσιμο του λογαριασμού υπέρ της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας από απόσπασμα που θα εξαχθεί από τα εμπορικά βιβλία της, παραπέμπουν όλες οι καταρτισθείσες αυξητικές πράξεις και οι σ’ αυτές συμβάσεις εγγυήσεως, μεταξύ των οποίων και αυτές θα καταρτίσθηκαν μετά την 1-1-1987. Το αποτέλεσμα δε του τρόπου σήμανσης της αρχικής συμβάσεως είναι να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ως έγγραφα ιδιωτικά και οι μετά την 1-1-1987 αυξητικές πράξεις της αρχικής συμβάσεως πιστώσεως, αφού παραπέμπουν στους όρους αυτής (αρχικής συμβάσεως), η οποία όμως δεν λαμβάνεται υπόψη ως ιδιωτικό έγγραφο, λόγω της μη νόμιμης χαρτοσήμανσης αυτής, υπό την προαναφερθείσα έννοια και έτσι δεν μπορούν να αποδείξουν το ύψος του χρεωστικού καταλοίπου, που θα προκύψει από το κλείσιμο του λογαριασμού και συνεπώς της οφειλής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Αναφορικά δε με τις συμβάσεις εγγυήσεως των ως άνω αυξητικών πράξεων που καταρτίσθηκαν μετά την 1-1-1987, το Εφετείο έκρινε ότι παρότι δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωση χαρτοσημάνσεως, ως εκ του χρόνου της καταρτίσεως αυτών, οι συμβάσεις αυτές εγγυήσεως έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα και προϋποθέτουν την ύπαρξη κυρίας σύμβασης οφειλής, η οποία όμως, όταν δεν αποδεικνύεται με ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, δεν μπορεί να θεμελιώσει την έκδοση διαταγής πληρωμής και κατά του εγγυητή. Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι μεταξύ των εγγράφων που προσκομίστηκαν για την έκδοση διαταγής πληρωμής και στα οποία στηρίχθηκε ο δικαστής που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, περιλαμβάνεται και έγγραφο αναγνωρίσεως εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης του χρεωστικού σε βάρος της υπολοίπου του λογαριασμού στις 15.06.1998, πριν την καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως δι’ ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και το οριστικό κλείσιμο αυτού. Και τούτο, γιατί και μετά την ημερομηνία αυτή κινήθηκε η πίστωση και ο λογαριασμός έκλεισε τελικά, στις 18.9.1998 και ως εκ τούτου, το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού, λόγω της μη αποδεικνυόμενης δικονομικής συμβάσεως, μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης θα αποδεικνυόταν και πάλι από το απόσπασμα που θα εξαγόταν από τα εμπορικά βιβλία της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ακύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενόψει του ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα, με βάση τα οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν είχαν νόμιμα χαρτοσημανθεί, υπό την έννοια ότι δεν έχει γίνει νομότυπη διαγραφή των κινητών επισημάτων που έχουν επικολληθεί επ’ αυτών, με την υπογραφή όλων των συμβληθέντων και τη θέση επ’ αυτών χρονολογίας, όπως απαιτούσαν οι ισχύουσες κατά τον επίδικο χρόνο συντάξεως των εγγράφων διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Β.Δ. της 23/24.8.1888 και οι οποίες (διατάξεις) έπαυσαν να ισχύουν από 1.1.1987, που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 1676/1986. Αποτέλεσμα δε της μη νόμιμης διαγραφής των κινητών επισημάτων ήταν να θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, ότι η σήμανση δεν έγινε και ότι τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν από την αρχή σε απλό χαρτί ώστε να μην επιτρέπεται στα δικαστήρια να τα δεχθούν. Τέλος έκρινε ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση η μη έχουσα αναδρομική ισχύ διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν. 2523/1997 που ορίζει ότι η μη νόμιμη διαγραφή του κινητού επισήματος στο οικείο έγγραφο δεν αποτελεί παράλειψη χαρτοσήμανσης του εγγράφου και απλώς επιβάλλεται κατά του παραβάτη αυτοτελές πρόστιμο. Η κρίση αυτή πλήσσεται ήδη βασίμως με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο αυτού μέρος, και δεύτερο πρόσθετους λόγους, με τους οποίους, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, διότι παρά το νόμο (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ) κήρυξε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής με την εφαρμογή των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ως άνω ΒΔ και των άρθρων 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, ενώ έπρεπε να μην εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές, οι οποίες (κατά την ως άνω αιτίαση) έρχονται σε αντίθεση προς την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, από την οποία συνάγεται ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή η εφαρμογή των άνω διατάξεων του ΒΔ της 23/24.8.1888 κει εκείνων (49 και 62) του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου στη συγκεκριμένη περίπτωση της μη διαγραφής (μόνο) των επιτεθέντων επί των ενδίκων συμβάσεων ως άνω αξίας κινητών επισημάτων, παρά και την καταβολή στο δημόσιο ταμείο του αναλογούντος νομίμου τέλους χαρτοσήμου επ’ αυτών (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 58/1978, ΑΠ 1327, 735/2001). Εφόσον όμως το τμήμα αρνείται την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων κατά το ανωτέρω μέρος τους ως αντισυνταγματικών είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ, να παραπέμψει τους αντίστοιχους λόγους της αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ν. Σ., Π. Σ. και Ι. Σ.

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.

Παραπέμπει ως προς τους λοιπούς, πλην των ανωτέρω τριών, αναιρεσιβλήτους στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2003.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.