Αντιποίηση αρχής και απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας : η περίπτωση της Χρυσής Αυγής

γράφει ο Καδήρ Αϊκούτxrysispaei_262909551

Πρόσφατα μέλη  και βουλευτές της Χρυσής Αυγής επιτέθηκαν  κατά των μεταναστών στη Ραφήνα. Σύμφωνα με την αστυνομία (και την δικογραφία που συντάχθηκε) κατηγορούνται για αντιποίηση αρχής (επειδή έκαναν έλεγχο στις άδειες των μικροπωλητών) και για το έγκλημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας επειδή κατά την αποχώρηση τους αναποδογύρισαν τους πάγκους των μικροπωλητών και προκάλεσαν καταστροφές στα προϊόντα τους[1]. Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε μια ερμηνεία των αντίστοιχων άρθρων του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα για να δούμε αν όντως οι πράξεις των Χρυσαυγιτών αποτελούν αντιποίηση αρχής και απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας.

Ι. Εισαγωγή

Σύμφωνα με την θεωρία του ποινικού δικαίου και την νομολογία των ποινικών μας δικαστηρίων το έγκλημα της αντιποίησης αρχής (άρθρο 175 του ΠΚ) προστατεύει την οργάνωση της κρατικής εξουσίας, την αυθεντική άσκηση της δημόσιας, δημοτικής, κοινοτικής και άλλης υπηρεσίας, το κύρος της δημόσιας εξουσίας και την αυθεντία του κράτους[2]. Σε διαφορετική ωστόσο κατεύθυνση κινείται η εκφρασθείσα από τον καθηγητή Ι. Μανωλεδάκη κυρίαρχη πια στη σύγχρονη επιστήμη αντίληψη η οποία θεωρεί ως προσβαλλόμενο από τα εγκλήματα του Ε’ κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του ποινικού κώδικα έννομο αγαθό την πολιτειακή εξουσία[3]. Η τελευταία (πολιτειακή εξουσία) ως αυτοτελώς προστατευόμενο έννομο αγαθό στο ποινικό μας κώδικα νοείται με τη στενή έννοια του όρου. Όχι δηλαδή ως το αναγκαίο στοιχείο (εξουσία) της κρατικής υποστάσεως, αλλά ως ικανότητα επιβολής του κράτους μέσα στα χωρικά του όρια – ως αποτελεσματικότητα του μηχανισμού επιβολής της κρατικής βουλήσεως εντός των ορίων του κράτους. Εκφραστές αυτής της ικανότητας επιβολής είναι τα εκτελεστικά όργανα του κράτους που είναι όργανα έμμεσα, με την έννοια ότι επιβάλλουν υλικά (υλοποιούν) την βούληση των άμεσων οργάνων. Με την έννοια αυτή η πολιτειακή εξουσία αποτελεί ένα μέσο του κράτους για την αποτελεσματική επιβολή του. Είναι κατά συνέπεια κάτι λιγότερο σε σχέση με την ίδια την πολιτική υπόσταση του κράτους, την οποία λογικά προϋποθέτει – όπως ακριβώς οι προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας αποτελούν ένα minimus σε σχέση με εκείνες κατά της πολιτικής υποστάσεως του κράτους. Το ίδιο ισχύει και με το έννομο αγαθό της δημόσιας τάξεως, της ευταξίας δηλαδή που επικρατεί μέσα στον κοινωνικό χώρο σε ορισμένο τόπο και χρόνο που συνεπάγεται την απρόσκοπτη (αποτελεσματική) επιβολή σε αυτόν της κρατικής βουλήσεως. Καταληκτικά : πολιτειακή εξουσία ως υποκειμενικός για το κράτος παράγοντας, και δημόσια τάξη ως αντικειμενικός παράγοντας της ακώλυτης κρατικής επιβολής, υπηρετούν, συνθέτοντας το έννομο αγαθό της εσωτερικής ασφάλειας του κράτους, την πολιτική του υπόσταση[4].

 Οι διατάξεις σχετικά με την απρόκλητη εγκληματικότητα (απρόκλητη σωματική βλάβη, απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, απρόκλητη έργω εξύβριση)  θεσπίστηκαν προκειμένου να αντιμετωπιστεί η θρασύτητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά ιδίων  νεαρών ατόμων που εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο σε γήπεδα ή με την διείσδυση τους σε νόμιμες πολιτικές εκδηλώσεις  τρίτων (hooligans, αυτόνομοι κλπ.)[5]  .

Βασικό λειτουργικό χαρακτηριστικό των διατάξεων για τα απρόκλητα εγκλήματα είναι το ότι αντιστρέφουν την λογική διατάξεων που καθιερώνουν μειωμένη ευθύνη του δράστη λόγω της συνυπευθυνότητας του θύματος. Τέτοιες διατάξεις είναι αυτές που προβλέπουν τις ελαφρυντικές περιστάσεις της ανάρμοστης συμπεριφοράς και της πρόκλησης (με άδικη πράξη) θλίψης ή οργής στον δράστη, ο ψυχικός βρασμός στην ανθρωποκτονία καθώς και οι δυνητικοί προσωπικοί λόγοι απαλλαγής από την ποινή για απλή σωματική βλάβη και εξύβριση, των οποίων αμέσως προηγήθηκε ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση πράξη του παθόντος[6].

 

IΙ. Ιστορική αναδρομή

–          αντιποίηση αρχής

Η διάταξη του άρθρου 175 ΠΚ απασχόλησε στο παρελθόν πολλές φορές τα Ελληνικά δικαστήρια. Στο εδώλιο κατηγορούμενου βρέθηκαν ιδιώτες οι οποίοι κατηγορήθηκαν για αντιποίηση άσκησης δικηγορικού επαγγέλματος[7], για αντιποίηση άσκησης λειτουργού Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας[8] και ομοίως άλλης γνωστής θρησκείας[9]. Συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του 1990 η δια της ανάτασης της χειρός εκλογή του Ιμπραήμ Σερήφ ως Μουφτή Ροδόπης από την μειονότητα οδήγησε στην ποινική του δίωξη από τον εισαγγελέα Ροδόπης για τα άρθρα 175 και 176 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή για αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού γνωστής θρησκείας και για δημόσια εμφάνιση με την στολή αυτού του θρησκευτικού λειτουργού χωρίς δικαίωμα. Στις 8 Νοεμβρίου 1991 ο Άρειος Πάγος κρίνοντας ότι υπήρχε ενδεχόμενο ταραχών στην Ροδόπη αποφάσισε σύμφωνα με τα άρθρα 136 και 137 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να εκδικαστεί η υπόθεση του στη Θεσσαλονίκη. Η πρωτόδικη δίκη που έλαβε χώρα για λόγους ασφάλειας στη Θεσσαλονίκη (Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης) στις 12 Δεκεμβρίου 1994 είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του. Ο Σερήφ άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (η οποία ήταν 8μηνη φυλάκιση μετατρέψιμη) ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που λειτουργούσε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η έφεση εκδικάστηκε στις 21 Οκτωβρίου 1996. Στην απόφαση το δικαστήριο έκανε δεκτή την καταδίκη του προσφεύγοντος και του επέβαλε μια ποινή φυλάκισης έξι μηνών μετατρέψιμη σε χρηματική. Η υπόθεση τελικά κρίθηκε και ενώπιον του Αρείου Πάγου μετά από άσκηση αναίρεσης, όπου το Ανώτατο Ακυρωτικό απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως και έκρινε ότι το αδίκημα του άρθρου 175 ΠΚ διαπράττεται όταν κάποιος α) ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ως λειτουργός γνωστής θρησκείας και β) ΕΚΤΕΛΕΙ τις υπηρεσίες του αξιώματος του λειτουργού χωρίς να έχει την ιδιότητα αυτή. Είπε ότι η πραγμάτωση του εγκλήματος συντελείται όταν η άσκηση υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού γίνεται «άνευ δικαιώματος», δηλαδή δίχως ανάθεση ή μετά από αφαίρεσή της. Ο ΑΠ έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει το αδίκημα αυτό δεδομένου ότι είχε φερθεί και εμφανιστεί ως Μουφτής Ροδόπης φορώντας την στολή που ανήκε σε Μουφτή και εκτελώντας καθήκοντα αναθετημένα σε Μουφτή. ΠΑΡΕΛΕΙΨΕ όμως να εξετάσει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος για τα άρθρα 9,10 και 14 της ΕΣΔΑ που αφορούν την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία έκφρασης και την γενικότερη απαγόρευση διακρίσεων και άρθρο 11 της Συνθήκης Ειρήνης Αθηνών που ανέφερε πως οι μουφτήδες ο καθένας στην περιφέρεια του θα εκλέγονται από Μουσουλμάνους ψηφοφόρους αντίστοιχα. Αργότερα η διάταξη του άρθρου 175 του ΠΚ απασχόλησε ευρέως την πρόσφατη νομολογία των ποινικών δικαστηρίων, η οποία την εφάρμοσε όχι μόνο σε περιπτώσεις απόλυτης έλλειψης της ιδιότητας του θρησκευτικού λειτουργού αλλά και σε περιπτώσεις μερικής αντιποίησης, δηλαδή μόνης της ιδιότητας του λειτουργού γνωστής θρησκείας. Χαρακτηριστική είναι η ΑΠ 1052/1995 με την οποία κρίθηκε ορθή η καταδίκη του αναιρεσείοντος, ο οποίος απηύθυνε σε ομοθρήσκους του εγκύκλιο θρησκευτικού περιεχομένου της μουσουλμανικής θρησκείας χρησιμοποιώντας τον τίτλο του «Μουφτή Ξάνθης» παρ’ ότι δεν είχε διορισθεί νομίμως στη θέση αυτή από την Πολιτεία καθώς και οι ΤριμΕφΛαρ 120/1995 51 και ΑΠ 495/1997 με τις οποίες κρίθηκε ότι αντιποίηση θρησκευτικής εξουσίας συνιστά η άσκηση από τον δράστη όχι μόνον αμιγώς ιερατικών καθηκόντων (ιεροπραξιών, μυστηρίων κ.λπ.) αλλά και εκείνων των καθηκόντων διοικητικής φύσεως που έχουν επιπροσθέτως ανατεθεί στον θρησκευτικό λειτουργό σύμφωνα με διατάξεις νόμων ή συνδέονται στενά με τη φύση του λειτουργήματός του και αρμόζουν στο νόμιμο λειτουργό της.

–          απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας (και γενικότερα τα απρόκλητα εγκλήματα)

Τις διατάξεις για τα απρόκλητα εγκλήματα εισήγαγε στην έννομη τάξη μας και στον Ποινικό Κώδικα ο νόμος 1419/1984[10]. Για την κατανόηση των διατάξεων αυτών στη νομοθετική – πολιτική τους διάσταση επιβάλλεται καταρχήν μια σύντομη αναφορά στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1951-1967) της Ελληνική ποινικής πολιτικής και στο ν.δ. 4000/1959 περί τεντιμποϊσμού. Η νομοθετική πολιτική στο χώρο του ποινικού δικαίου κατά την περίοδο 1951-1967 είναι στη βασική της κατεύθυνση αντιδρώσα και αυταρχική[11]. Ο ποινικός νομοθέτης περιορίζεται σε επικαιρικές, αποσπασματικές και ελάχιστα ψύχραιμες αντιδράσεις απέναντι σε ανησυχητικές κοινωνικές εξελίξεις. Οι επεμβάσεις του χαρακτηρίζονται από βιασύνη και έλλειψη σχεδιασμού. Ο αυταρχικός χαρακτήρας των νομοθετικών επεμβάσεων εκδηλώνεται αφενός μεν στην υπερτροφική θωράκιση της κρατικής εξουσίας απέναντι σε υπαρκτούς ή και απλώς υποθετικούς εχθρούς και το συνακόλουθο υποβιβασμό του ατόμου σε κλίμακα των προστατευτέων εννόμων αγαθών αφετέρου δε στην κηδεμόνευση του δημόσιου βίου και την επιβολή ομοιόμορφων τρόπων συμπεριφοράς σύμφωνα με αυστηρά πρότυπα. Το ν.δ. 4000/1959 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του νομοθετικού πνεύματος που περιγράφηκε παραπάνω. Την αφορμή για την ψήφιση  του έδωσαν μεμονωμένα κρούσματα προκλητικής συμπεριφοράς ‘’εξεγερμένων’’ νέων της εποχής. Το κύριο νομοτεχνικό γνώρισμα του ν.δ. 4000/1959 εντοπίζεται στο συνδυασμό της προσήλωσης σε έναν εγκληματικό τύπο  (τον teddy boy) με την κραυγαλέα αοριστία στην περιγραφή των ιδιοτήτων του τελευταίου. Η ρήτρα ‘’ιδιάζουσα θρασύτητα και προκλητικότητα έναντι της κοινωνίας’’ της οποίας σύμπτωμα έπρεπε να είναι η διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (σωματικής βλάβης, εξύβρισης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και κλοπής χρήσεως) δεν εισήγαγε απλώς δίκαιο του δράστη κάμπτοντας την αρχή της δόμησης του ποινικού δικαίου στην εγκληματική πράξη. Πάνω από όλα εισήγαγε ποινικό δίκαιο κακής ποιότητας, εγκληματοπολιτικά μετέωρο και δικαιοκρατικά (lex certa) απαράδεκτο. Η καριέρα του ατυχέστερου αυτού νομοθετικού διατάγματος 4000/1959 τερματίστηκε με τον ν. 1366/1983. Σκοπός του νόμου αυτού ήταν η θεμελίωση μιας πιο φιλελεύθερης νομοθετικής γραμμής και η αποκατάσταση των παραμορφώσεων από τις συνεχείς επεμβάσεις αρχών του Ποινικού μας Κώδικα. Πριν όμως κλείσει χρόνος από την κατάργηση του ν.δ. 4000/1959, ο νόμος 1419/1984 εισήγαγε στον ποινικό μας κώδικα τις διατάξεις για τα λεγόμενα απρόκλητα εγκλήματα. Η αναδρομή στην ιστορία του ν.δ. 4000/1959 που προηγήθηκε θα ήταν ίσως περιττή, αν οι νέες διατάξεις δεν εμφάνιζαν τρεις σοβαρές ομοιότητες με τον νόμο 4000/1959 περί τεντυμποϊσμού. Η απουσία πρόκλησης από την πλευρά του παθόντος/ θύματος στην οποία οικοδομούνται οι νέες διατάξεις του ν. 1419/1984 περιλαμβανόταν κατά τους ερμηνευτές του ν.δ. 4000/1959 στα γνωρίσματα της δράστης και  του αναζητούμενου τύπου εγκληματία (teddy boy). Τα νέα αυτά άρθρα του ν. 1419/1984 σύμφωνα και με τις συζητήσεις που έγιναν στην Βουλή εκείνη την περίοδο αφορούν την εμφάνιση και την δράση ομάδων νεαρών κυρίως ατόμων στα γήπεδα και σε άλλους χώρους (χούλιγκανς, αυτόνομοι κτλπ)[12].

ΙΙ. Αντιποίηση αρχής – άρθρο 175 ΠΚ

Το άρθρο 175,παρ.1 του Ποινικού μας κώδικα αναφέρει ότι όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 1 έτος ή με χρηματική ποινή. Η εν λόγω διάταξη καθώς και οι άλλες ποινικές διατάξεις του πέμπτου κεφαλαίου του ΠΚ με τον τίτλο »Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας» θεσπίσθηκε για την προστασία της εσωτερικής πολιτειακής εξουσίας και αποβλέπει στην εξασφάλιση της επιβολής της κρατικής βουλήσεως τόσο από την άποψη της ενεργητικής προσβολής της όσο και από την άποψη της παθητικής αναγνωρίσεως της[13]. Υποκείμενο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε (όποιος) άνθρωπος και έτσι το έγκλημα αυτό εντάσσεται στην  κατηγορία κοινών εγκλημάτων[14].

Στην έννοια της δημόσιας υπηρεσίας υπάγονται και οι στρατιωτικοί, οι αστυνομικοί, οι υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι συμβολαιογράφοι και  οι δημόσιοι υπηρέτες[15]. Αντικείμενο τελέσεως του εγκλήματος της αντιποίησης αρχής είναι όλα τα παραπάνω πρόσωπα που ασκούν (και μπορούν να ασκήσουν) την υπηρεσία που αντιποιήθηκε ο ατομικά ορισμένος κάθε φορά δράστης[16]. Αυτοί ενσαρκώνουν την πολιτειακή εξουσία τη στιγμή της προσβολής και αυτών το κύρος (η αυξημένη τιμή – παράσταση που έχουν εξαιτίας του λειτουργήματος τους μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό) θίγεται με την πράξη της αντιποιήσεως[17]. Αντιποίηση αρχής σημαίνει άσκηση εξουσίας ή αρμοδιότητας από κάποιον ο οποίος δεν την έχει (την εξουσία ή την αρμοδιότητα) και γνωρίζει ότι δεν την έχει[18]. Η αιτιολογική έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι αντιποίηση σημαίνει  άσκηση υπηρεσίας από πρόσωπο που δεν έχει διοριστεί νόμιμα στην υπηρεσία αυτή. Η εξουσία ή η αρμοδιότητα αυτή ανήκει σε τρίτο (π.χ. αστυνομικό στη δική μας περίπτωση) ο οποίος είναι και ο μοναδικός αρμόδιος σύμφωνα με το νόμο[19]. Προϋποθέσεις για να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αντιποίησης αρχής είναι : α) να πράττει κάποιος ενέργειες που ανάγονται αποκλειστικά στα καθήκοντα τρίτου (π.χ. αστυνομικού) όπως είναι η σύλληψη και η έρευνα[20]. Η κατάφαση του αξιοποίνου προϋποθέτει οπωσδήποτε τέλεση από μέρους του δράστη μιας υπηρεσιακής ενέργειας κάτι που δεν συνάγεται απλώς ερμηνευτικά αλλά επιβάλλεται από το ίδιο το γράμμα του νόμου, διαφορετικά μόνο η αντιποίηση της ιδιότητας χωρίς την ενέργεια πράξεων δεν είναι και δεν θεωρείται αξιόποινη πράξη αντιποίησης αρχής εκτός και αν με βεβαιότητα επρόκειτο να ενεργήσει άμεσο ο δράστης αλλά διακόπηκε η προσπάθεια του πριν ολοκληρωθεί η ενέργεια οπότε πλέον έχουμε απόπειρα αντιποίησης[21] β) αλλά να δηλώνει ή να εμφανίζεται κιόλας προς τους τρίτους ως έχων την ιδιότητα που απαιτείται (π.χ. αστυνομικός). Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αντιποίησης της αρχής προϋποθέτει δηλαδή όχι απλώς την διενέργεια πράξεων που προσιδιάζουν σε αστυνομικούς ή σε άλλους δημόσιους, δημοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους αλλά και το να εμφανίζεται ο δράστης σαν αστυνομικός. Ενδεικτικά έχει κριθεί από την νομολογία ότι αποτελεί αντιποίηση αρχής η ρύθμιση κυκλοφορίας οχημάτων από τον εμφανιζόμενο ως τροχονόμο με στολή, η χωρίς δικαίωμα ή ενέργεια έρευνας ή κατάσχεσης από τον εμφανιζόμενο ως δήθεν αστυνομικό ή η διενέργεια ανακριτικών πράξεων από τον γραμματέα της εισαγγελίας ή η εμφάνιση ιδιώτη ως δήθεν αστυνομικού που ζητάει στοιχεία από διερχόμενο ή η κοινοποίηση θρησκευτικών μηνυμάτων με την ιδιότητα του Μουφτή από πρόσωπο που δεν ήταν μουφτής και τέλος η εμφάνιση ιδιώτη ως φορέα ιδιότητας λειτουργού της Εκκλησίας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χρηστού και η άσκηση της υπηρεσίας την οποία μόνο ο λειτουργός της εκκλησίας αυτής μπορεί να ασκεί[22]. Η εμφάνιση του δράστη μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο όπως εμφανισακά με μια στολή, με επίδειξη μιας πλαστής προφανώς ταυτότητας, απλής δήλωσης – βεβαίωσης ότι είναι αστυνομικός κτλπ.

Η ίδια διάταξη (175,παρ.2 ΠΚ) εφαρμόζεται και σε όσους κάνουν τους δικηγόρους, χωρίς να είναι, εμφανιζόμενοι σε Δίκες κλπ, αλλά και σε όσους κάνουν τους ιερείς, κάθε γνωστής στην Ελλάδα θρησκείας και όχι μόνον της επικρατούσας[23].

Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται ΔΟΛΟΣ του δράστη για την εκτέλεση της ενέργειας για την οποία δεν είναι αρμόδιος και αρκεί απλά ο ενδεχόμενος δόλος, στον οποίο ενδεχόμενο δόλο ανήκει και η γνώση ότι ελλείπει η αναγκαία για την επιχείρηση της πράξεως δημόσια εξουσία. Ο δόλος αυτός αίρεται από την τυχόν πλάνη του δράστη περί την αρμοδιότητα του[24].

Το επίμαχο έγκλημα της αντιποίησης αρχής είναι διαρκές έγκλημα, στην περίπτωση αντιποιήσεως ιδιότητας και πραγματώσεως στα πλαίσια αυτής σειράς από υπηρεσιακές ενέργειες. Αντίθετα όταν η αντιποίηση αφορά μόνο συγκεκριμένη ενέργεια το έγκλημα είναι στιγμιαίο με διαρκούσας απλώς συμπεριφορά. Επιπλέον θεωρείται τυπικό έγκλημα δηλαδή τελείται πάντοτε με κίνηση και ποτέ με παράλειψη. Αντιποίηση αρχής δια παραλείψεως δεν είναι νοητή ούτε και στην περίπτωση που κάποιος δημόσιος υπάλληλος αφήσει με πρόθεση έναν ιδιώτη να ενεργήσει στη θέση του (θα πρόκειται εδώ για άμεση συνέργεια)[25].

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για να υπάρχει αντιποίηση θα πρέπει να υπάρχει η υπηρεσία και να είναι υπαρκτές οι ενέργειες της. Αν δεν υπάρχει η υπηρεσία και φυσικά οι ενέργειες της είναι ανύπαρκτες   δεν υπάρχει αντιποίηση[26].

Για να καταλάβουμε καλύτερα το έγκλημα της αντιποίησης αρχής ας χρησιμοποιήσουμε ένα πολύ απλό παράδειγμα: Όποιος παρουσιάζει τον εαυτό του σε τρίτους ως αστυνομικός χωρίς να έχει αστυνομική στολή ή χωρίς να αντιποιείται αστυνομικά καθήκοντα δεν τελεί κανένα έγκλημα. Όποιος παρουσιάζεται σε τρίτους και χωρίς να αναφέρει ότι είναι αστυνομικός προβαίνει σε ελέγχους , ζητάει επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας κτλπ δεν τελεί το αδίκημα της αντιποίησης αρχής. Όποιος παρουσιάζεται σε τρίτους ως αστυνομικός, προβαίνει σε πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα αστυνομικού ή φοράει αστυνομική στολή διαπράττει αντίστοιχα αντιποίηση αρχής και αντιποίηση στολής και τιμωρείται.

Στην εν λόγω περίπτωση με κατηγορούμενους τους Χρυσαυγίτες οι ίδιοι δεν εμφανίστηκαν ως αστυνομικοί, φορούσαν τις μαύρες στολές τους άρα με αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχει τελεσμένο έγκλημα αντιποίησης αρχής. 

Δυστυχώς όμως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην υπ’ αριθ. 4/2012 εγκύκλιο του σχετικά με την ‘’ άρση της βουλευτικής ασυλίας σε κακουργηματικές πράξεις’’ δέχεται ότι περίπτωση αντιποίησης αρχής μπορεί να αποτελέσει και εκείνη κατά την οποία ο δράστης χωρίς να αντιποιείται την ιδιότητα του φορέα δημόσιας ή κοινοτικής υπηρεσίας επιχειρεί πράξη επιτρεπόμενη μόνον σε υπάλληλο.

Σχετικά με την σύλληψη των δραστών στα αυτόφωρα εγκλήματα το άρθρο 275 ΚποινΔ δίνει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε πολίτη να συλλάβει τον δράστη και να τον οδηγήσει ενώπιον του εισαγγελέα. ΔΕΝ μπορεί ο ίδιος ο πολίτης να διενεργεί ανακριτικές πράξεις, αυτό όμως αν γίνει ΔΕΝ συνιστά σύμφωνα με τα παραπάνω αντιποίηση αρχής αφού δεν πληροί την 2η προϋπόθεση που είναι η εμφάνιση του πολίτη ως ανακριτικού υπαλλήλου[27].

Τέλος καθαρά για εγκυκλοπαιδικές γνώσεις αξίζει να αναφέρω πως εκτός από το έγκλημα της αντιποίησης αρχής (175 ΠΚ) υπάρχει και το έγκλημα της αντιποίησης της στολής που ποινικοποιείται στο άρθρο 176 ΠΚ το οποίο αναφέρει τα εξής : όποιος δημόσια και χωρίς δικαίωμα φοράει στολή ή άλλο διακριτικό σημείο κρατικού ή θρησκευτικού λειτουργού ή φέρει παράσημο ή άλλο τίτλο, που δε δικαιούται να φέρει, τιμωρείται με φυλάκιση έως 6 μήνες ή με χρηματική ποινή.

ΙΙΙ. Το έγκλημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας

Περαιτέρω προβληματισμοί ορθώνονται και για το αδίκημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που εσπευσμένα ανήγγειλαν οι διωκτικές αρχές. Η υπερβολή βρίσκεται στην έννοια της ‘’απρόκλητης φθοράς’’ που προσδίδει  στο αδίκημα διάσταση διακεκριμένου αδικήματος με βαρύτερες ποινές. Η ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής (όπως βέβαια και των αντίστοιχων διατάξεων των άρθρων 308Α  και 361Α  ΠΚ ) επιβάλλει τον περιορισμό της στις περιπτώσεις των αμφισβήτων – δραστών που επιθυμούν και επιδιώκουν δυναμική αναμέτρηση με τις κατεστημένες κοινωνικές αξίες.   H συγκεκριμένη διακεκριμένη μορφή του βασικού εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας έχει την δική της ιστορία που ξεκινάει με το περίφημο ν.δ. 4000/1959 περί τεντιμποϊσμού που υπό την κατακραυγή της σύγχρονης ποινικής θεωρίας καταργήθηκε με το ν. 1366/1983 και φθάνει στην θέσπιση μορφών απρόκλητης εγκληματικότητας στον κορμό του ΠΚ με τον ν. 1419/1984[28].

Όταν ο νόμος χρησιμοποιεί τη διατύπωση ‘’χωρίς πρόκληση από τον παθόντα’’ δεν εννοεί βέβαια να μην προκάλεσε τον δράστη ο παθών. Γιατί τότε σχεδόν όλες οι φθορές  θα ήταν απρόκλητες. Εξάλλου ο κανόνας είναι να τελείται το έγκλημα (κάθε έγκλημα) χωρίς πρόκληση από τον παθόντα, και όταν τελείται με πρόκληση τούτου να υπάρχει ελαφρυντική περίσταση για τον δράστη. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κάτι το κανονικό να αναχθεί από τον νομοθέτη σε διακεκριμένη (επιβαρυντική) μορφή του εγκλήματος ειδικά για τη φθορά[29]. Κατά την εισηγητική έκθεση η ρήτρα ‘’χωρίς πρόκληση από τον παθόντα’’ επικεντρώνει την προσοχή της διωκτικής ή δικαστικής αρχής στις περιστάσεις της πράξης με κριτήριο αν η πράξη έγινε με κάποιο συγκεκριμένο κίνητρο εναντίον κάποιου ή αν έγινε απρόκλητα δηλαδή χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο σύνδεσης δράστη και θύματος. Η έννοια του ‘’απροκλήτου’’ που έγινε αντικείμενο επεξεργασίας από την θεωρία και την νομολογία πρέπει να αναζητηθεί στο λόγο θέσπισης αυτής της διακεκριμένης μορφής με το ν. 1419/1984, που δεν είναι άλλος από την κάλυψη του κενού το οποίο δημιουργήθηκε με την κατάργηση του ν.δ. 4000/1959. Η θεωρία και η νομολογία  καταλήγουν στη θέση ότι για να θεωρηθεί βάσιμα μια φθορά ως απρόκλητη θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ενήργησε χωρίς να υπάρχει καμία κοινωνική επαφή με το θύμα, εν προκειμένου με τον ιδιοκτήτη του πράγματος χωρίς δηλαδή να έχουν συναντηθεί ο δράστης και το θύμα, οπότε ο δράστης εμφανίζεται ότι δεν είχε κανέναν διαπροσωπικό λόγο στο να προβεί στην πράξη παρά μόνον την γενική εχθρότητα του για το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας. Ο δράστης εδώ δεν έχει κανένα δικαιολογητικό ή αδικαιολόγητο λόγο για να στραφεί κατά της ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου προσώπου (λ.χ. προηγούμενη λογομαχία ή παλιές διαφορές ή προστριβές ή άλλου είδους σχέση) αλλά ο στόχος του ήταν το γένος του εννόμου αγαθού ‘’ιδιοκτησία’’ και η εξατομίκευση έγινε τυχαία[30]. Με λίγα λόγια ο δράστης κινείται από λόγους προσβολής της ιδιοκτησίας γενικότερα και όχι της ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου ιδιοκτήτη οπότε και αποδεικνύεται ότι η επιλογή του στόχου υπήρξε τυχαία και αυθαίρετα (quidis ex populo).  Ο δράστης ενεργεί χωρίς αιτία , εκ του μηδενός, με στόχο την οποιαδήποτε ιδιοκτησία ως κοινωνικό αγαθό, από αμφισβήτηση και εχθρότητα γενικά της κοινωνικής τάξεως των πραγμάτων.  Πρόκειται για οιονεί κοινώς επικίνδυνο έγκλημα που συνιστά κίνδυνο για αόριστο αριθμό ιδιοκτησιών. Αυτή η γενική εχθρότητα του δράστη για το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας είναι που προσδίδει και το πλεόνασμα  (plus) του αδίκου που αναβαθμίζει την απαξία της φθοράς, αποτελώντας μια παράμετρο που ευθέως συνδέεται με την επικινδυνότητα του, αλλά που συνδέεται επίσης και μια κατάσταση κοινού κινδύνου για τις ιδιοκτησίες[31].

Δεν εμπίπτουν εδώ οι περιστάσεις κατά τις οποίες υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ δράστη και θύματος που δικαιολογεί τέτοια εχθρική πράξη. Δεν καλύπτεται δηλαδή η περίπτωση που ναι μεν δεν υπάρχει πρόκληση στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, υπάρχει όμως μια αφορμή, ένα περιστατικό σε ανάμνηση του οποίου ο δράστης τελεί την πράξη. Το περιστατικό αυτό βέβαια πρέπει να σχετίζεται με τον παθόντα.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το εξής απλό παράδειγμα: Κάποιος που καίει με μολότοφ ένα αυτοκίνητο αδιαφορώντας τελικά ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του μόνο και μόνο από την εχθρότητα του κατά του εννόμου αγαθού της ιδιοκτησίας τελεί το αδίκημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αφού στόχος του δράστη είναι εμπράκτως να προσβάλλει απλώς ιδιοκτησίες ως κοινωνικά έννομα αγαθά και έτυχε απλώς η προσβληθείσα ιδιοκτησία (το αυτοκίνητο) να είναι η συγκεκριμένη. Το έννομο αγαθό (ιδιοκτησία εν προκειμένω ) θα μπορούσε να ανήκει σε οποιονδήποτε γεγονός που είναι αδιάφορο για τον δράστη όταν τελικά το αδίκημα της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Συνηθισμένες περιπτώσεις απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας είναι εκείνες που γίνονται για ‘’πλάκα’’, καθώς και εκείνη στα πλαίσια εκτόνωσης του δράστη μετά από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ή κατά την διάρκειας μιας δυναμικής αντικρατικής ή αντικοινωνικής εκδήλωσης. Εδώ υπάγονται οι «γνωστοί-άγνωστοι», «χούλιγκανς», «αναρχικοί» κλπ, που καταστρέφουν ό,τι βρουν μπροστά τους, χωρίς ιδιαίτερο προσχεδιασμό ως προς το στόχο και χωρίς φυσικά να τους απασχολεί σε ποιον ανήκει αυτό που καταστρέφουν!

Αντίθετα, οι Χρυσαυγίτες στην εν λόγω περίπτωση επέλεξαν τους στόχους τους (άρα δεν μιλάμε εξαρχής για απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας) βάση συγκεκριμένων κριτηρίων όπως φύλο, εθνικότητα κτλπ. ΔΕΝ ακούμπησαν τις ιδιοκτησίες των Ελλήνων, αλλά μόνο των αλλοδαπών. Σε περίπτωση που βρεθούν ενώπιον δικαστηρίου μπορεί κατά την επιμέτρηση της ποινής να γίνει χρήση του άρθρου 79,παρ.3 του ΠΚ.

Οι περιπτώσεις που το θύμα έχει δώσει συγκεκριμένη αφορμή με αποτέλεσμα να έχει έτσι προκαλέσει την εις βάρος του εξύβριση, φθορά ιδιοκτησίας ή σωματική βλάβη ρυθμίζονται επαρκώς από τις διατάξεις για την άμυνα (άρθρο 22 ΠΚ) και για την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 83μπαρ.2 περ. γ (ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που προκλήθηκε από άδικη σε βάρος του πράξη). Οι διατάξεις αυτές αρκούν για την ποινική αξιολόγηση της προηγούμενης πρόκλησης από τον παθόντα.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η κατηγορία για απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας επιτρέπεται να μεταβληθεί κατά την προδικασία ή κύρια επ’ ακροατήριο διαδικασία σε απλή φθορά ξένης ιδιοκτησίας[32].

Συμπέρασμα

Για να ανακεφαλαιώσουμε η αντιποίηση είναι ένα είδος μιμήσεως αυτού που είναι από κάποιον που δεν είναι αυτό που μιμείται. Το πραγματικό ‘’είναι’’ θίγεται από αυτή την απομίμηση αφού έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας από το νόμο στην έκφραση της ιδιότητας του, αλλά και η εμπιστοσύνη των κοινωνών μπορεί να κλονιστεί απέναντι του από αυτή την ενέργεια, όπως κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς ένα χαρτονόμισμα, όταν κυκλοφορούν στην αγορά πλαστές απομιμήσεις του ή προς ένα τυποποιημένο προϊόν που και αυτό γίνεται αντικείμενο απομιμήσεως. Ωστόσο δεν είναι η εμπιστοσύνη  των πολιτών το έννομο αγαθό που προσβάλλεται σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά το κύρος του αντικειμένου της μιμήσεως. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης αποτελεί απλώς μια ενδεχόμενη συνέπεια της προσβολής του κύρους.

Περαιτέρω για να μπορέσει να εφαρμοσθεί το άρθρο 382, παρ.1 του ΠΚ για απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας θα πρέπει ο δράστης να αμφισβητήσει γενικά την κοινωνική τάξη των πραγμάτων και να κάνει τη φθορά αδιαφορώντας για τον φορέα της ιδιοκτησίας . Η επιλογή  των προσώπων της προσβολής να γίνεται τυχαία και αυθαίρετα από τον δράστη ο οποίος έτσι εμφανίζεται να μην έχει συγκεκριμένη εχθρότητα προς το θύμα. Λόγω των προβλημάτων που παρατηρούνται τα τελευταία έτη στην ερμηνεία και εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης και λόγω της φύσεως του εγκλήματος αυτού πρέπει να επισημανθεί ότι πρέπει να γίνει προσεκτική ερμηνεία και εφαρμογή του όρου ‘’χωρίς πρόκληση από τον παθόντα’’.


[2] Γ. Ηλίας Γάφος, Ποινικόν δίκαιον – Ειδικό μέρος, Τεύχος Α, εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα 1957, σελ. 110 / Καρανίκας Δημήτριος Ι., Εγχειρίδιον Ποινικού δικαίου – Ειδικόν μέρος, Τόμος Β, εκδόσεις Σάκκουλα 1954, σελ. 175/ Καρανίκας Δημήτριος Ι., Αι προσβολαί κατά της πολιτειακής εξουσίας (άρθρα 167 επ. ΠΚ), περιοδικό Αρμενόπουλος του 1954 / ΑΠ 944/1998, ΑΠ 1126/1988 και ΑΠ 1053/1998

[3] Ι. Μανωλεδάκης, Η προστασία της πολιτειακής εξουσίας κατά τον Ελληνικόν Ποινικόν Κώδικα (διδακτορική διατριβή), 1967, σελ. 38 επ. / Ι. Μανωλεδάκης, Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, άρθρα 167-182 ΠΚ, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1994, σελ. 16 επ.

[4] Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012 .

[5] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 827 .

[6] Χάρης Παπαχαραλάμπους, Η απρόκλητη εγκληματικότητα : δομή και προοπτικές ενός δικαιικού  μορφώματος, Ποινικά Χρονικά 1998, σελ. 18

[7] ΑΠ 736/1988 – συνιστά άσκηση δικηγορίας από διαγραφέντα εκ των μητρώων δικηγόρο , ΑΠ 474/2003 – διαπράττει αντιποίηση όποιος δεν είναι νόμιμα γραμμένος σε κάποιο δικηγορικό σύλλογο και ΑνΠειθΣυμβΔικ 22/1953 – δικηγόρος παρά πρωτοδίκαις που παρίσταται σε εφετείο

[8] ΑΠ 672/1988 – διαπράττει αντιποίηση ο ψευδοεπίσκοπος που χειροτονεί ιερέα, ΜονΠλημΘηβ 4765/1988 – διαπράττει αντιποίηση ο καθηρημένος κληρικός που τελεί ιεροπραξίες υπό την ιδιότητα του Παλαιοημερολογίτη.

[9] ΕφΛαρ 120/1995 – συνιστά αντιποίηση η εγκύκλιος προς πιστούς από μη διορισθέντα Μουφτή. Όμοια ΑΠ 1052/1995 και ΑΠ 495/1997.

[10] ΦΕΚ Α’ 28/14.03.1984 = ΚΝοΒ 32, 173 επ.

[11] Για τις τάσεις την ποινικής πολιτικής στην μεταπολεμική Ελλάδα βλέπε Spinellis, Die Entwicklung des griechischen Strafrechts in den letzten dreissig Jahren, ZStW 95 (1983), 461 επ.

[12] Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος, Τα απρόκλητα εγκλήματα (ΠΚ 308Α, 361Α, 382,παρ.1 – 3) Μια κατανοούσα ερμηνεία, Νομικό Βήμα 1986, σελ. 359 επ.

[13] Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012

[14] Αλέξανδρος Π. Κωστάρας, Έννοιες και θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλας Κομοτηνή , 2008   σελ. 289 επ.

[15] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422.

[16] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422 & Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012.

[17] Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012.

[18] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422 – 423.

[19] ΑΠ 1053/1998 & ΑΠ 1126/ 1988

[20] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422

[21] Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012

[22] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422-423

[23] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 423-424-425

[24] Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ . 423

[25] Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης, Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη  τεύχος 8-9/2012 & Νίκος Ανδρουλάκης, Επί του προσδιορισμού της εννοίας του διαρκούς εγκλήματος, Ποινικά Χρονικά 1965, σελ. 326 επ. & Αλέξανδρος Π. Κωστάρας, Έννοιες και θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλας Κομοτηνή , 2008   σελ. 292 επ.

[26] Πλημμ Αθ 1472/ 1990

[27] Μεταξύ άλλων βλέπε και το άρθρο 243,παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που επιφυλάσσει την δυνατότητα διενέργειας ανακριτικών πράξεων σε ανακριτικούς υπαλλήλους και αστυνομικά όργανα αλλά όχι σε πολίτες.

[28] Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος, Τα απρόκλητα εγκλήματα (ΠΚ 308Α, 361Α, 382,παρ.1 – 3) Μια κατανοούσα ερμηνεία, Νομικό Βήμα 1986, σελ. 360 επ.

[29] Ιωάννης Μανωλεδάκης, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 249

[30] Όπως παραπάνω.

[31] Ιωάννης Μανωλεδάκης, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 250 & Παρατηρήσεις Λ. Μαργαρίτη Συμβ.. Πλημ.. Λαρ. 171/92, Υπεράσπιση 1992 Τευχ. 6 σελ. 1463 & Μιχαήλ Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας  : Ερμηνεία και Εφαρμογή, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2009,  σελ. 422 – 423.

[32] Λ. Καράμπελα, Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας, 1995 σελ. 176.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.