Ποιες ποινές εγγράφονται στο Ποινικό Μητρώο και ποιες από αυτές «διαγράφονται» μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος;

35A01CD29D4A4F80F16565D554941061Γράφει ο Σίσκος Παναγιώτης

 Εισαγωγικά στοιχεία

 Ως ποινικό μητρώο ορίζεται το σύστημα καταγραφής ορισμένων ποινών στις οποίες έχει καταδικαστεί κάποιος, ώστε να διαφαίνεται η γνώση της ποινικής κατάστασής του. Κατά κάποιον τρόπο, το ποινικό μητρώο αποτελεί την «ποινική βιογραφία» ενός προσώπου. Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα (και μέχρι να καθιερωθεί το μηχανογραφικό σύστημα) το ποινικό μητρώο αποτελείται από δελτία που συντάσσονται επί εντύπου και είναι ατομικά τόσο για κάθε καταδικασθέντα όσο και για κάθε καταδίκη.

Καταρχήν, υπάρχουν περιπτώσεις (οριακές και αριθμητικά λίγες βεβαίως) όπου μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου επέρχεται πλήρης «διαγραφή» των ποινών από το ποινικό μητρώο και καταστροφή των εντύπων επί των οποίων αναγράφονται, με αποτέλεσμα οι διαγραφείσες ποινές να μην υφίστανται καν και επομένως να μη διαφαίνονται σε καμία περίπτωση.

Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ποινικό μητρώο δεν είναι μια υπηρεσία στεγαζόμενη σε ένα χώρο όπου έχει πρόσβαση στα στοιχεία της ο κάθε ενδιαφερόμενος και πληροφορείται για το ποινικό μητρώο του οποιουδήποτε. Τα στοιχεία που αφορούν το ποινικό μητρώο των πολιτών έχουν στη διάθεσή τους μόνον οι αρμόδιες υπηρεσίες και η πληροφόρηση του οποιουδήποτε (ακόμα και του εισαγγελέα) γίνεται κατόπιν έκδοσης αντιγράφου ποινικού μητρώου το οποίο και παραδίδεται στον αιτούντα.

Κρίσιμο στοιχείο είναι το γεγονός ότι υφίστανται δύο είδη αντιγράφων. Πρώτον το αντίγραφο δικαστικής χρήσης στο οποίο αναγράφονται όλες οι ποινές που έχουν επιβληθεί σε κάποιον, με εξαίρεση όσες διαγράφονται επί οριακών περιπτώσεων, όπως είδαμε αμέσως παραπάνω (π.χ. θάνατος του προσώπου, συμπλήρωση 80 ετών, αμνηστεία, χάρη κλπ) και δεύτερο το αντίγραφο γενικής χρήσης στο οποίο, μολονότι οι ποινές δεν έχουν διαγραφεί ολοσχερώς από το ποινικό μητρώο, μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος αποκρύπτονται και δεν εγγράφονται σε αυτό το είδος αντιγράφου με αποτέλεσμα, ο αποδέκτης του εν λόγω αντιγράφου να μην μπορεί να δει ορισμένες από τις ποινές στις οποίες καταδικάστηκες κάποιος. Δε γίνεται σε αυτή την περίπτωση λοιπόν λόγος για «διαγραφή» αλλά για παράλειψη εγγραφής.

Ο νόμος παραθέτει περιοριστικά, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται για ορισμένους λόγους αντίγραφο το οποίο περιέχει πλήρη απαρίθμηση των ποινών. Ζωτικής λοιπόν σημασίας αποτελεί το πρόσωπο το οποίο αιτείται τη χορήγηση αντιγράφου ποινικού μητρώου, καθώς και για το σκοπό που το αιτείται (πχ. για διορισμό, για χρήση στα πλαίσια δίκης κλπ.)

Συμπερασματικά, στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, αφού αναφερόμαστε στις εγγραπτέες ποινές, παραθέτουμε κατόπιν τις περιπτώσεις ολοσχερούς διαγραφή των ποινών. Η γνωμοδότηση ολοκληρώνεται με την παράθεση αφενός των περιπτώσεων κατά τις οποίες χορηγείται πλήρες αντίγραφο ποινικού μητρώου (αντίγραφο δικαστικής χρήσης) αφετέρου εκείνων στις οποίες χορηγείται αντίγραφο στο οποίο μολονότι κάποιες ποινές (τις οποίες και παραθέτουμε) υφίστανται ως εγγεγραμμένες στο ποινικό μητρώο, ωστόσο πρακτικά «δεν τις βλέπουν», δε λαμβάνουν δηλαδή γνώση τους εκείνοι για τους οποίους προορίζεται το αντίγραφο αυτής της μορφής (αντίγραφο γενικής χρήσης).

Α΄ μέρος) Εγγραφή ποινών στο ποινικό μητρώο

 Σύμφωνα με το άρ. 574 παρ. 2 ΚΠΔ1, πέρα από τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου, εγγράφονται οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα:

 α) Κάθε απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, με τις παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφάλειας που έχουν επιβληθεί.

 β) Κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα ή αναμορφωτικό μέτρο σε ανήλικο.

 γ) Κάθε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που ανακοινώθηκε επίσημα, αν αφορά πράξη που χαρακτηρίζεται από την ελληνική ποινική νομοθεσία ως κακούργημα ή πλημμέλημα.

 δ) Κάθε απόφαση ή βούλευμα2 που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ως ανίκανο για καταλογισμό με τα αναπληρωματικά της κύριας ποινής μέτρα ασφάλειας, καθώς και κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω έμπρακτης μετάνοιας, εφ` όσον και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η απειλούμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

 Ειδικότερα, για την εγγραφή μιας ποινής στο ποινικό μητρώο, απαιτείται η δικαστική απόφαση που την επιβάλει να έχει καταστεί αμετάκλητη, δηλαδή να μην επιτρέπεται κατ’ αυτής κάποιο ένδικο μέσο (έφεση – αναίρεση) ή να μην ασκήθηκε το επιτρεπτό ένδικο μέσο εμπρόθεσμα ή να ασκήθηκε εμπρόθεσμα και να απορρίφθηκε (546 παρ. 2 ΚΠΔ). Ομοίως, και για την εγγραφή βουλευμάτων, απαιτείται το αμετάκλητο αυτών.

 Από την ανάγνωση του άρ. 574 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι στο Ποινικό Μητρώο δεν εγγράφονται οι καταδίκες σε ποινές πταισματικές (δηλαδή η επιβολή από το δικαστήριο προστίμου ή κράτησης). Εγγράφονται όμως μαζί με τις στερητικές της ελευθερίας ποινές (δηλαδή κάθειρξη ή φυλάκιση) και οι παρεπόμενες ποινές [της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων (63 ΠΚ3), της απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος (67 ΠΚ), της δημοσίευσης της καταδικαστικής απόφασης (68 ΠΚ), της δήμευσης (76 ΠΚ)], καθώς και τα μέτρα ασφαλείας [εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα (71 ΠΚ), παραπομπή σε κατάστημα εργασίας (72 ΠΚ), απαγόρευση διαμονής (73 ΠΚ), απέλαση αλλοδαπού (74 ΠΚ), δήμευση (76 ΠΚ)], ανεξάρτητα από το δικαστήριο που έχει εκδόσει την απόφαση (π.χ. πολιτικό ή στρατιωτικό).

 Επιπρόσθετα, στο ποινικό μητρώο εγγράφεται κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα ή αναμορφωτικό μέτρο σε ανήλικο (ακόμα και αν το αναμορφωτικό μέτρο αφορά πταίσμα του ανηλίκου, εφόσον και για πταίσματα ανηλίκων δύνανται να επιβληθούν αναμορφωτικά μέτρα κατ’ άρ. 128 ΠΚ). Ο νόμος δε φαίνεται να συμπεριλαμβάνει και την περίπτωση επιβολής θεραπευτικών μέτρων4.

 Στο ποινικό μητρώο εγγράφονται και οι αποφάσεις από αλλοδαπά δικαστήρια που ανακοινώθηκαν επίσημα (δεν αρκεί συνεπώς η προσκόμιση απλού αντιγράφου από ιδιώτη), εφόσον η καταδίκη αφορά σε πράξη που κατά το ελληνικό Ποινικό Δίκαιο χαρακτηρίζεται ως κακούργημα ή πλημμέλημα5. Γίνεται όμως δεκτό, παρόλο που δεν το προβλέπει ρητά ο νόμος, ότι απαιτείται η πράξη να φέρει χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος και κατά το αλλοδαπό δίκαιο6.

 Περαιτέρω στο ποινικό μητρώο εγγράφεται κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ως ανίκανο για καταλογισμό με τα αναπληρωματικά της κύριας ποινής μέτρα ασφάλειας, καθώς και κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω έμπρακτης μετάνοιας, εφ` όσον και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η απειλούμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

 Κατά το άρ. 574 παρ. 2 περ. βε΄ ΚΠΔ, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής (99-104 ΠΚ) μνημονεύεται επίσης στο ποινικό μητρώο. Ως αναστολή νοείται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και προς ενότητα των σχετικών ρυθμίσεων, και η αναστολή υπό επιτήρηση η οποία οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα όπως και η αναστολή υπό όρο, ήτοι εάν η αναστολή δεν αρθεί ή δεν ανακληθεί, η ποινή θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί (102 παρ. 2 ΠΚ, βλ. και καταργημένο 100Α παρ. 7 ΠΚ που αναφερόταν στην αναστολή υπό επιτήρηση, η οποία όμως σήμερα, μετά το ν. 3904/20120, ρυθμίζεται στο τροποποιημένο 100 ΠΚ). Σημειωτέον δε ότι η ποινή που επιβλήθηκε με αναστολή εκτέλεσης, δεν διαγράφεται (διαμέσου της καταστροφής των σχετικών δελτίων) από το Ποινικό Μητρώο αμέσως μετά την επιτυχή διαδρομή του χρόνου δοκιμασίας, αλλά απαιτείται η πάροδος ορισμένου (επιπλέον του χρόνου δοκιμασίας) χρονικού διαστήματος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.

 Επίσης, κατά το άρ. 532 παρ. 3, εγγραφή στο ποινικό μητρώο πραγματοποιείται και σε περίπτωση αποκατάστασης από την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του καταδικασθέντος, κατά τα άρ. 66 ΠΚ και 531, 532 ΚΠΔ.

 Επιπλέον, κατ’ άρθρο 574 παρ. 3 ΚΠΔ στα δελτία ποινικού μητρώου εγγράφονται τα ακόλουθα στοιχεία:

 α) Η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης (που χορηγείται από τον Πρόεδρο της δημοκρατίας κατ’ άρ. 47 παρ. 1 Συντάγματος), η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο (πρόκειται για περίπτωση όμοια κατ’ αποτέλεσμα με την αμνηστεία)7, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους με ειδικό νόμο (ισχύουν όσα αναφέρθηκαν και για την εγγραφή της αναστολής που χορηγείται βάσει των 99-104 ΠΚ), η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση (ακόμη και η αυτοδίκαιη άρση του 125 ΠΚ) των μέτρων ασφάλειας ή των αναμορφωτικών μέτρων που εχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 550 και 551 (δηλαδή οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με την πρόβλεψη των 550 και 551 ΚΠΔ, όταν υπάρχουν περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον του ίδιου προσώπου για το ίδιο έγκλημα ή για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν).

 β) Η χρονολογία και ο τρόπος απότισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο, εφ` όσον είναι ανώτερη από τρεις μήνες. [Ως απότιση στερητικής της ελευθερίας ποινής ορίζεται πέρα από την πραγματική έκτιση και α) η καταβολή ολόκληρου του ορισθέντος χρηματικού ποσού επί μετατροπής της ποινής, συνεπεία της οποίας ο καταδικασθείς παραμένει ελεύθερος, β) η απόλυση υπό όρο μετά την πάροδο του χρόνου δοκιμασίας, καθώς και γ) η απονομή χάρης από τον Πρόεδρο της δημοκρατίας, όπβς προκύπτει από το άρ. 576 παρ. 3, 4 και 5 ΚΠΔ. Η απόλυση υπό όρο (105 επ. ΠΚ), πριν από την πάροδο του χρόνου δοκιμασίας, δεν θεωρείται απότιση, καθώς υφίσταται υπόλοιπο ποινής που έχει ανασταλεί8].

 γ) η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας.

 Επίσης, στο ποινικό μητρώο εγγράφεται και η δικαστική απόφαση που έλαβε χώρα επί ποινικής συνδιαλλαγής (308Β ΚΠΔ). Ενώ στο αρχικό σχέδιο νόμου υπήρχε πρόβλεψη περί μη καταχωρήσεως στο ποινικό μητρώο της σχετικής απόφασης, τελικά κατά τη συζήτηση στη Βουλή απαλείφθηκε η σχετική πρόβλεψη, προς τη διασφάλιση της ενότητας των ρυθμίσεων του 574 ΚΠΔ9.

 Β΄ μέρος) Περιπτώσεις παύσης ισχύος των δελτίων ποινικού μητρώου

 Σύμφωνα με το άρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ, τα δελτία ποινικού μητρώου παύουν να ισχύουν και αποκλείεται η χρησιμοποίησή τους για οποιοδήποτε σκοπό στις ακόλουθες μόνο περιπτώσεις:

 α) όταν το πρόσωπο το οποίο αφορά η εγγραφή πεθάνει ή συμπληρώσει το 8Οό έτος της ηλικίας του.

 β) Στις περιπτώσεις δελτίων που αφορούν σωφρονιστικά ή αναμορφωτικά μέτρα, όταν ο ανήλικος συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του (η εν λόγω πρόβλεψη περί καταστροφής των δελτίων περιορίζεται μόνο στα σωφρονιστικά ή αναμορφωτικά μέτρα και όχι σε άλλου είδους ποινές κατά ανηλίκων).

 γ) Όταν η απόφαση, για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου, ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (αυτό μπορεί να συμβεί επί παραδείγματι σε περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας κατ’ άρ. 525 ΚΠΔ) ή η πράξη αμνηστευθεί (ως περίπτωση αμνηστίας λογίζεται και η περίπτωση που με ημεδαπό ή αλλοδαπό νόμο χορηγείται αμνηστία για πράξη που τελέστηκε από ημεδαπό στο εξωτερικό10) ή απονεμηθεί χάρη με ολική άρση των συνεπειών κατ` άρθρο 47 παρ. 2 του Συντάγματος ή με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου, η πράξη παύει να είναι αξιόποινη (έστω και αν η τέλεση της πράξης επισύρει διοικητική ποινή).

 δ) Αν με την καταδικαστική απόφαση για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ποινικού κώδικα, μετά την πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής, εφ όσον η αναστολή δεν έχει αρθεί ή ανακληθεί.

[α) Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μόνο στο άρ. 99 ΠΚ, δεδομένου ότι κατά το χρόνο θέσπισής της η αναστολή εκτέλεσης της ποινής χορηγούνταν μόνο με βάση το άρ. 99 ΠΚ (σε συνδυασμό με το άρ. 100 ΠΚ που τότε περιείχε πρόσθετες προϋποθέσεις). Κατόπιν όμως τροποποίησης του ΠΚ, εισήχθη διά του ν. 1941/1991 το άρ. 100Α ΠΚ που προέβλεπε το θεσμό της αναστολής υπό επιτήρηση. Κατόπιν, με το ν. 2207/1994 η αναστολή κατέληξε να διακρίνεται α) στην υποχρεωτική αναστολή υπό όρο (99 ΠΚ), β) στη δυνητική αναστολή υπό όρο (100 ΠΚ) και γ) στην αναστολή υπό επιτήρηση (100Α ΠΚ). Σήμερα, τα σχετικά άρθρα έχουν υποστεί νέα τροποποίηση με το ν. 3904/2010 και η αναστολή διακρίνεται σε υποχρεωτική αναστολή υπό όρον (99 ΠΚ) και αναστολή υπό επιτήρηση (100 ΠΚ). Καθίσταται φανερό ότι για την διασφάλιση της ενότητας των ρυθμίσεων, το 578 παρ. 1 περ. δ΄ τυγχάνει εφαρμογής σήμερα σε οποιοδήποτε άρθρο (99, 100, 100Α ΠΚ είτε υπό τις προϊσχύσασες μορφές είτε υπό τη σημερινή μορφή τους) στηρίζεται η χορήγηση της αναστολής η οποία σε κάθε περίπτωση οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, το προβλεπόμενο από το 102 παρ. 2 ΠΚ (Αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί).

β) Το νόημα της διάταξης είναι ότι η επιβληθείσα ποινή για την οποία είχε χορηγηθεί αναστολή, διαγράφεται εφόσον παρήλθαν πέντε έτη από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής (το οποίο τόσο κατά τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις όσο και κατά τις ισχύουσες κυμαίνεται από 3 έως 5 έτη). Επομένως, ο συνολικός χρόνος από την έναρξη της αναστολής μέχρι την διαγραφή της ανασταλείσας εκτέλεσης της ποινής κυμαίνεται μεταξύ 8 (3+5) και 10 (5+5) ετών. Προϋπόθεση βεβαίως για τη διαγραφή αποτελεί η μη άρση ή η μη ανάκληση της αναστολής.

 ε) Αν το δελτίο έχει συνταχθεί μετά από απόφαση που επιβάλλει σε ανήλικο ποινή περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, πέντε έτη μετά την απότιση της ποινής (για την έννοια της απότισης ήδη έγινε παραπάνω λόγος11) με οποιοδήποτε τρόπο, εφ` όσον ο ελάχιστος χρόνο περιορισμού που έχει επιβληθεί δεν υπερβαίνει το έτος, και οκτώ έτη αν υπερβαίνει το έτος, εκτός αν στο διάστημα αυτό επέλθει νέα καταδίκη. Σε περίπτωση απόλυσης υπό όρους από το σωφρονιστικό κατάστημα, η πιο πάνω πενταετία ή οκταετία αρχίζει από τη συμπλήρωση του χρόνου δοκιμασίας.

 στ) Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης μέχρις ένα μήνα, για αδίκημα εκ δόλου ή δύο μήνες για αδίκημα εξ αμελείας, μετά την πάροδο δέκα ετών από την απότιση της ποινής με οποιοδήποτε τρόπο, εφ όσον ο υπαίτιος δεν έχει καταδικαστεί πάλι για κακούργημα ή πλημμέλημα. (Αν επακολούθησε νέα καταδίκη, δεν υφίσταται περίπτωση καταστροφής των δελτίων, ούτε και μετά την πάροδο της δεκαετίας).

 Μάλιστα, ο νόμος προβλέπει την καταστροφή των προαναφερόμενων δελτίων, με επιμέλεια των υπηρεσιών που τηρούν το Ποινικό Μητρώο.

 Οι υπηρεσίες που τηρούν ποινικό μητρώο, προβαίνουν κάθε έξι μήνες σε εκκαθάρισή του από τα δελτία που παύουν να ισχύουν σύμφωνα με τις (προαναφερόμενες) διατάξεις του 578 παρ. 1 ΚΠΔ. Μετά την εξάμηνη περιοδική εκκαθάριση είτε καταστρέφονται τα ανίσχυρα δελτία είτε, στην περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 εδ. ε (σημειωτέον ότι το μηχανογραφικό σύστημα δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί), διαγράφεται από τη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή η ανίσχυρη εγγραφή.

Στις περιπτώσεις των εδαφίων α` έως και γ` της παραγράφου 1 του άρ. 578 τα δελτία ποινικού μητρώου καταστρέφονται αμέσως μόλις διαπιστωθεί η συνδρομή του σχετικού λόγου. Στις περιπτώσεις των εδαφίων δ` έως και στ` της ίδιας παραγράφου, τα δελτία ποινικού μητρώου καταστρέφονται κατά την πρώτη περιοδική εκκαθάριση μετά τη διαπίστωση της συνδρομής του σχετικού λόγου. Η καταστροφή διατάσσεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα.

Γ΄ μέρος) Τύποι αντιγράφου ποινικού μητρώου

Σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, οι υπηρεσίες που τηρούν το ποινικό μητρώο εκδίδουν από δύο τύπους αντιγράφων: α) το αντίγραφο δικαστικής χρήσης και β) το αντίγραφο γενικής χρήσης. (άρ. 576 παρ. 1 ΚΠΔ). Η πρόβλεψη αυτών των δύο τύπων εισήχθη με το ν. 1805/1988, ενώ μέχρι τότε υφίσταντο οι τύποι που είχαν καθιερωθεί διά του νδ 1160/1972, δηλαδή α) το αντίγραφο τύπου Α (επρόκειτο για αντίγραφο που περιείχε πλήρως όλες τις καταδίκες), β) το αντίγραφο τύπου Β (σε αυτό ορισμένες καταδίκες είτε εξαρχής δεν εγγράφονταν καθόλου είτε δεν εγγράφονταν υπό ορισμένες προϋποθέσεις μετά την πάροδο κάποιου χρόνο) και γ) το απόσπασμα ποινικού μητρώου (σε αυτό παραλείπονταν η εγγραφή αρκετών ποινών, μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος) .

Δ΄ μέρος) Περιπτώσεις λήψης αντιγράφου δικαστικής χρήσης και γενικής χρήσης

Ο νόμος στο άρ. 577 παρ. 1 ΚΠΔ απαριθμεί περιοριστικά τους δικαιούχους να λαμβάνουν αντίγραφο δικαστικής χρήσης. Η παρ. 2 του ίδιου άρθρου αναφέρεται στην υποχρεωτική επισύναψη του δελτίου ποινικού μητρώου στη δικογραφία, ενώ κατά την παρ. 3 δύναται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του υπουργού δικαιοσύνης να εκδίδεται αντίγραφο δικαστικής χρήσης και για διορισμό ενός προσώπου σε οποιαδήποτε άλλη (εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1) δημόσια υπηρεσία ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα. Ειδικότερα:

Άρ. 577 ΚΠΔ (έκδοση αντιγράφων δικαστικής και γενικής χρήσης)

1. Αντίγραφο ποινικού Μητρώου δικαστικής χρήσης χορηγείται μόνο:

α) στον εισαγγελέα, τον τακτικό ανακριτή ή τον επίτροπο του στρατοδικείου (άρα τέτοιο αντίγραφο δε χορηγείται σε προανακριτικούς υπαλλήλους12), για δικαστική αποκλειστικά χρήση,

β) στους διευθυντές φυλακών και άλλων σωφρονιστικών ή θεραπευτικών καταστημάτων για κρατούμενο που με αμετάκλητη απόφαση εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας ή υποβάλλεται σε μέτρο ασφάλειας,

γ) στις αλλοδαπές αρχές που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, εφόσον υπάρχει υποχρέωση δικαστικής συνδρομής.

δ) στις δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικές, στρατιωτικές, στις εκκλησιαστικές αρχές, σε Ν.Π.Δ.Δ.13, σε οργανισμούς, σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή σε τράπεζες, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

ε) στις αλλοδαπές πρεσβείες ή προξενεία που έχουν διαπιστευθεί στην Ελλάδα για όσους πρόκειται να μεταναστεύσουν,

στ) για το διορισμό δικαστικών λειτουργών, εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας και των υποψηφίων για την εισαγωγή στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, το οποίο αποστέλλεται απευθείας στο αρμόδιο όργανο.

(Σημειωτέον ότι στα πρόσωπα που δικαιούνται την έκδοση αντιγράφου ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης είναι ορθότερο να περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος14)

2. Το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο (ώστε να μην επηρεαστούν οι δικαστές αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου/ η αποσφράγιση στο χρονικό αυτό σημείο πραγματοποιείται μόνο εάν ζητηθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο προκειμένου να φανεί ότι δεν έχει προηγούμενες καταδίκες15) και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου (ώστε με βάση το ποινικό μητρώο, κατόπιν της κήρυξης της ενοχής, να κρίνει το δικαστήριο επί ζητημάτων όπως η χορήγηση αναστολής, μετατροπής, αναγνώριση ελαφρυντικών κλπ), γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου. Τα αυτά ισχύουν σε περίπτωση επανεκδίκασης της υπόθεσης κατ` ουσίαν μετ` αναίρεση. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων από το δικαστικό γραμματέα συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη. (κατά την αυτόφωρη διαδικασία βέβαια δεν είναι εφικτή η τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης16).

3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να ορισθεί ότι Αντίγραφο ποινικού Μητρώου δικαστικής χρήσης εκδίδεται και για διορισμό σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα.

Με εξαίρεση τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, όπου αλλού ο νόμος προβλέπει την έκδοση και τη χορήγηση αντιγράφου οποιουδήποτε τύπου (π.χ. αντίγραφο τύπου Α ή τύπου Β) ή αποσπάσματος ποινικού μητρώου, παρέχεται αντίγραφο γενικής χρήσης κατ’ άρ. 575 ΚΠΔ.

Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γίνει μια ουσιώδης παρατήρηση. Το άρ. 577 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ αναφέρει όπως είδαμε ότι αντίγραφο δικαστικής χρήσης χορηγείται και στις δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικές, στρατιωτικές, στις εκκλησιαστικές αρχές, σε Ν.Π.Δ.Δ., σε οργανισμούς, σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή σε τράπεζες, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Ως κείμενη νομοθεσία νοείται τόσο η υφιστάμενη κατά το χρόνο θέσπισης της ρύθμισης (δηλαδή η ήδη υφιστάμενη κατά το 1988) όσο και η μέλλουσα (δηλαδή από το 1988 και εξής). Η υφιστάμενη όμως ήδη νομοθεσία (πριν το 1988) αναφερόταν σε αντίγραφα τύπου Α ή σε άλλου είδους εκφράσεις όπως π.χ. «πλήρες αντίγραφο ποινικού μητρώου» και όχι σε χορήγηση αντιγράφων δικαστικής χρήσης(διότι μέχρι τότε δεν υφίσταντο οι όροι «αντίγραφα δικαστικής χρήσης»). Θα πρέπει λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον διατηρούνται οι σχετικές νομοθετικές προβλέψεις (δηλαδή η κείμενη νομοθεσία), να διατηρείται και το πνεύμα τους, ήτοι η απαίτηση για την χορήγηση αντιγράφου πλήρους απόδειξης. Το δε σημερινό αντίστοιχο και ισοδύναμο αντίγραφο του τύπου Α ή του πλήρους αντιγράφου είναι το αντίγραφο δικαστικής χρήσης.17 Ως εκ τούτου, εδώ παραβλέπεται ο κανόνας του 575 ΚΠΔ, εφόσον η εν λόγω περίπτωση υπάγεται στην εξαίρεση του άρ. 577 παρ.1 και συγκεκριμένα στην περ. δ.

Η ίδια λύση θα πρέπει να δοθεί και σε περιπτώσεις όπου ο νόμος δεν αναφέρει ρητά ότι χορηγείται αντίγραφο δικαστικής ή γενικής χρήσης, αλλά από το πνεύμα και το σκοπό του νόμου προκύπτει ότι δεν επαρκεί η χορήγηση απλώς αντιγράφου γενικής χρήσης αλλά απαιτείται η χορήγηση αντιγράφου δικαστικής χρήσης. Η

 Τα παραπάνω έχουν γίνει δεκτά με την υπ’ αριθμ’ 179/2008 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους.

Ε΄ μέρος) Ποιες ποινές δεν καταχωρίζονται σε αντίγραφο γενικής χρήσης (576 παρ. 3-8 ΚΠΔ)

3. Στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εκτός από εκείνα:

α) που αναγράφουν χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών, (εδώ υπάγεται και η καταδίκη σε φυλάκιση 6 μηνών ακριβώς, διότι η περ. β΄ απαιτεί φυλάκιση πέραν των 6 μηνών)

β) που αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών,

γ) που αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών.

4. Οι προθεσμίες της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν από την απότιση της ποινής. Αν επήλθε μεταγενέστερη καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την απότιση της νέας ποινής.

5.Η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε και όταν:

α) μετατράπηκε σε χρηματική, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής,

β) χαρίστηκε, από την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος,

γ) χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας.

6. Αν η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι πιο πάνω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της (ο χρόνος παραγραφής της ποινής είναι 10 έτη, με ημερομηνία έναρξης το αμετάκλητο της απόφασης, κατ’ άρ. 114, 115 ΠΚ).

7. Κατ` εξαίρεση, όταν πρόκειται για πρώτη καταδίκη ή για καταδίκη που αφορά

α) έγκλημα από αμέλεια ή

β) έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, οι προθεσμίες που προβλέπουν τα εδάφια α έως και γ της παραγρ. 3 του άρθρου αυτού μπορούν να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του αρμόδιου κατά το άρθρο 580 του Κ.Π.Δ. εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η σύντμηση παρέχεται, αν υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον.

8.Αν μαζί με την ποινή τη στερητική της ελευθερίας έχουν επιβληθεί παρεπόμενες ποινές ή μέτρα ασφάλειας, δεν καταχωρίζονται στο αντίγραφο γενικής χρήσης στις περιπτώσεις που η κύρια ποινή δεν καταχωρίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Είναι αλήθεια ότι το αντίγραφο γενικής χρήσης καθιερώθηκε για την γρήγορη κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων, διαμέσου της εύρεσης εργασίας τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα. Ο ιδιώτης εργοδότης ή μία ιδιωτική επιχείρηση (μη κοινής ωφέλειας), δεν υπάγονται στις περιπτώσεις του άρ. 577 ΚΠΔ για τη χορήγηση αντιγράφου δικαστικής χρήσης και επομένως σε αυτές προσκομίζεται νομίμως αντίγραφο γενικής χρήσης από οποίο όπως γίνεται φανερό ελλείπουν πολλές ποινικές καταδίκες.

Αναφορικά όμως τον διορισμό σε ορισμένες θέσεις (π.χ. σώματα ασφαλείας, δικαστικό σώμα) ή αναφορικά με την απόκτηση άδειας άσκησης ορισμένου επαγγέλματος (π.χ. ασφαλιστή, μεσίτη αστικών συμβάσεων, ή ακόμη και για ιατρικά επαγγέλματα), το αντίγραφο που χορηγείται είναι δικαστικής χρήσης, διότι όπως προαναφέρθηκε, μόνο με αυτό πραγματοποιείται ο σκοπός που ο ίδιος ο νόμος θέτει δηλαδή η πιστοποίηση της μη τέλεσης κρίσιμων αξιόποινων πράξεων κατά το παρελθόν, αφού στο αντίγραφο γενικής χρήσης κάποιες από αυτές δεν περιλαμβάνονται.

Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι διά νεωτέρων ρυθμίσεων έχει καταργηθεί η αναζήτηση αντιγράφου ποινικού μητρώου σε αρκετά επαγγέλματα όπως αυτά του μεσίτη αστικών συμβάσεων, του εμπορικού αντιπροσώπου, του ασφαλιστικού, αντασφαλιστικού και συνδεδεμένου διαμεσολαβητή κλπ18, ή ακόμη του ιατρού, οδοντιάτρου, νοσηλευτή, νοσηλεύτριας κλπ19, και προβλέπεται η αντικατάσταση του αντιγράφου ποινικού μητρώου, με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86 ότι ο αιτών δεν είχε καταδικαστεί στο παρελθόν σε ποινές για συγκεκριμένα εγκλήματα.

Ειδικότερα, στις παραπάνω περιπτώσεις προβλέπεται ο δειγματοληπτικός έλεγχος επί του 5% των δηλώσεων που υποβλήθηκαν20, για την διαπίστωση της αλήθειας ή μη των δηλουμένων στην υπεύθυνη δήλωση. Ο δειγματοληπτικός αυτός έλεγχος γίνεται προφανώς, με την αναζήτηση του ποινικού μητρώου κάποιων ενδιαφερομένων. Το αντίγραφο ποινικού μητρώου όμως σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι δικαστικής χρήσης.

============================================

*     ο   Σίσκος Παναγιώτης είναι Δικηγόρος και ΥπΜΔ Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ

**  Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το προσωπικό ιστολόγιο του αρθρογράφου και η αναδημοσίευση γίνεται με συναίνεση του

============================================

Βιβλιογραφία

1 Ως ΚΠΔ νοείται ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

2 Γενικά, ως βουλεύματα ορίζονται οι αποφάσεις του δικαστικού συμβουλίου. Στο συγκεκριμένο σημείο νοούνται τα οριστικά βουλεύματα διά των οποίων περατώνεται η διενεργηθείσα προανάκριση ή η ανάκριση και αποφαίνονται να μην παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για να δικαστεί, αλλά να μην γίνει εναντίον του κατηγορία, για έλλειψη καταλογισμού στην πρώτη περίπτωση και για έμπρακτη μετάνοια στη δεύτερη περίπτωση του 574 παρ. 2 περ. βδ΄ ΚΠΔ.

3 Ως ΠΚ νοείται ο Ποινικός Κώδικας.

4 Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία ΚΠΔ (θεωρία-νομολογία), έκδ. 2006, σελ. 1188

5 Ως παράδειγμα ας αναφερθεί η ψευδορκία ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου η οποία δεν φαίνεται να τιμωρείται σε κάποιο σημείο του Ποινικού μας Κώδικα. Τα άρθρα του ελληνικού Ποινικού Κώδικα περί ψευδορκίας αφορούν την τέλεση αυτής ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων (Κονταξή Α., ΚΠΔ, Συνδυασμός θεωρίας και πράξης, δ΄ έκδ. 2008, σελ. 3508)

6 Κονταξή Α., ό.π., σελ. 3506, Παπαδογιάννη Μ., Κώδιξ Ποινική Δικονομίας, (ερμηνεία-νομολογία κατ’ άρθρο), 1981, σελ. 1042

7 Κονταξή Α., ό.π., σελ. 3507, Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, 384,385. Πρόσφατη περίπτωση υφ’ όρων παραγραφής ήταν αυτή του άρ. 32 ν. 3346/2005 κατά το οποίο όσες ποινές είχαν επιβληθεί μέχρι τις 17.6.2005 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν.3346/2005) και είχαν διάρκεια μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες και δεν είχαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκτιθεί μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, παραγράφονταν και δεν εκτελούνταν, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υπέπιπτε μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από την παραπάνω ημερομηνία δημοσίευσης σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαζόταν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις θα ετίθεντο στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου, κατά περίπτωση. Για την περίπτωση του ως άνω νόμου γινόταν ομόφωνα δεκτό από θεωρία και Νομολογία ότι δεν απαιτούνταν εγγραφή της παραγραφής στο ποινικό μητρώο (Δημητράτος Ν., Παρατηρήσεις επί της εφαρμογής του ν. 3346/2005 σε ΠοινΔικ 2006, 459, Συλίκος Γ.,Ο νόμος 3346/2005 σε ΠραξΛογΠΔ 2005, 1217, ΔιατΕισΠλημΑθ 82/2006 σε ΠοινΔικ 2006, 103, ΕγγραφοΕισΑΠ 522/2007 σε ΠοινΔικ 2007, 436), λύση που φαινόταν ορθή, εφόσον αφενός ο νόμος προβλέπει εγγραφή των αμετάκλητων αποφάσεων αφετέρου η εγγραφή της παραγραφής της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο (αλλά και οι άλλες περιπτώσεις του άρ. 574 παρ. 3 περ. α΄ ΚΠΔ) φαίνεται να έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις ήδη εγγραφείσες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Αντιθέτως οι περιπτώσεις του παραπάνω νόμου αφορούσαν μη αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις οι οποίες δεν εγγράφονταν στο Ποινικό Μητρώο. Ως εκ τούτου φαινόταν να παρέλκει και η εγγραφή της παραγραφής των ποινών που επιβλήθηκαν από μη εγγεγραμμένες στο ποινικό μητρώο αποφάσεις.

8 Κονταξή Α., ό.π., σελ. 3508

9 Ζαχαριάδη Α. σε Λ. Μαργαρίτη, ΚΠΔ, Κατ’ άρθρον ερμηνεία, τόμ. ΙΙ, 2012, σελ. 1278

10 Μαργαρίτη Μ., ό.π., σελ. 1197

11 σελ. 4 παρούσας εργασίας

12 Κονταξή Α., ό.π., σελ. 3512, Μαργαρίτη Μ., ό.π., σελ. 1193

 13 Βάσει της ΥΑ ΔΙΑ//2006 (ΥΑ ΔΙΑΔΠ/Α/22863 ΦΕΚ Β 1551 2006), η αναζήτηση των αντιγράφων ποινικού μητρώου γενικής ή δικαστικής χρήσης από τα Υπουργεία, τις αυτοτελείς Δημόσιες Υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, διενεργείται υποχρεωτικά (αυτεπαγγέλτως) από την αρμόδια για την έκδοση της τελικής διοικητικής πράξης, υπηρεσία, χωρίς να απαιτείται σχετική εξουσιοδότηση του ενδιαφερόμενου πολίτη.

 14 Έτσι και Κονταξής Α., ό.π., σελ. 3512

15 ΑΠ 1650/2006 σε ΠοινΔικ 2007, 158, με παρατηρήσεις Δ. Ζημιανίτη

16 Ανδρέου Φ., ΚΠΔ (κατ’ άρθρο ερμηνεία-νομολογία-βιβλιογραφία), έκδ γ΄, 2008, σελ. 2077 επ.

17 ΓνωμΝΣΚ 179/2008 σε ΝΟΜΟΣ

18 ΥΑ ΔΙΑ//2007 (ΥΑ ΔΙΑΔΠ/Α/8240 ΦΕΚ Β 492 2007): Κατάργηση αντιγράφου ποινικού μητρώου προς εγγραφή σε ορισμένα Επιμελητήρια

19 ΥΑ ΔΙΑ//2006 (ΥΑ ΔΙΑΔΠ/Α/25026 ΦΕΚ Β 1637 2006): Κατάργηση υποβολής αντιγράφου ποιν.μητρώου στο Υπ. Υγείας & αντικ/ση με υπεύθ.δήλωση ν.1599/86

20 αρ. 10 παρ. 3 ν.3230/2004

 

Share This Post

Υποβολή απάντησης